Το σχίσιμο των καρπών αποτελεί ένα γνωστό πρόβλημα για τους παραγωγούς εσπεριδοειδών πριν από τη συγκομιδή, επηρεάζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικά την εμπορεύσιμη παραγωγή. Ο ΑγροΤύπος απευθύνθηκε στον Δρ Βασίλειο Ζιώγα, Κύριο Ερευνητή στη Δενδροκομία Εσπεριδοειδών του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ, προκειμένου να αναλύσει τους παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση του φαινομένου και τις δυνατότητες αντιμετώπισής του.
Τι είναι και πώς εκδηλώνεται το σχίσιμο
Το σχίσιμο ή «σκάσιμο» των καρπών (fruit splitting ή fruit cracking) αποτελεί μια σημαντική φυσιολογική διαταραχή των εσπεριδοειδών, η οποία εκδηλώνεται πριν από τη συγκομιδή και δύναται να προκαλέσει σοβαρές απώλειες στην ηρτημένη παραγωγή. Δεν πρόκειται για προσβολή από παθογόνο, αλλά για «φυσιολογική» και μηχανική αστοχία του φλοιού, όταν οι τάσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του καρπού υπερβούν την ικανότητα του φλοιού να παραμορφώνεται και να διαστέλλεται. Το πρόβλημα παρατηρείται, σε διαφορετικό βαθμό, στις περισσότερες ποικιλίες εσπεριδοειδών και σε ευαίσθητες ποικιλίες οι απώλειες μπορεί να φθάσουν το 30–50% της συνολικής παραγωγής.
Το τυπικό προσυλλεκτικό σχίσιμο εμφανίζεται ως ρωγμή του φλοιού, συχνά κατά μήκος του καρπού και ιδιαίτερα στην περιοχή του στύλου. Δύναται να είναι ακτινωτό ή επιμήκες, εγκάρσιο ή ακανόνιστο. Η εμφάνισή του είναι συχνότερη κατά την περίοδο της ταχείας αύξησης του μεγέθους του καρπού, πριν την ωρίμανση. Πρόκειται για σταδιακή και όχι στιγμιαία διαδικασία. Αρχικά δημιουργούνται μικροσκοπικές αλλοιώσεις και ρήξεις στα κύτταρα του φλοιού και στη συνέχεια η ρωγμή επεκτείνεται προς τους βαθύτερους ιστούς. Μετά το σχίσιμο, ο καρπός χάνει ουσιαστικά την εμπορική του αξία, ενώ η εκτεθειμένη σάρκα αποτελεί πύλη εισόδου για μύκητες, βακτήρια και έντομα.
Αιτία του φαινομένου
Η αιτιολογία είναι σύνθετη και δεν δύναται να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Ο βασικός μηχανισμός σχετίζεται με την ασυγχρονία μεταξύ της αύξησης της σάρκας και της ικανότητας του φλοιού να ακολουθήσει αυτή την αύξηση. Όταν το εσωτερικό του καρπού διογκώνεται γρηγορότερα από όσο μπορεί να διαταθεί ο φλοιός, αναπτύσσονται μηχανικές τάσεις. Εάν ο φλοιός είναι λεπτός, έχει μειωμένη ελαστικότητα ή παρουσιάζει περιοχές χαμηλής μηχανικής αντοχής, αυτό έχει ως αποτέλεσμα να σχίζεται. Η νεότερη βιβλιογραφία θεωρεί, επομένως, το σχίσιμο το αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης μεταξύ της πίεσης σπαργής, των μηχανικών ιδιοτήτων της εφυμενίδας και του φλοιού, της γενετικής προδιάθεσης και των περιβαλλοντικών συνθηκών.
Ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας είναι η διαθεσιμότητα του νερού. Περίοδοι υδατικής καταπόνησης που ακολουθούνται από έντονη βροχόπτωση ή απότομη άρδευση ευνοούν το σχίσιμο. Μετά από περίοδο ξηρασίας, η ταχεία πρόσληψη νερού προκαλεί απότομη διόγκωση της σάρκας και αύξηση της εσωτερικής πίεσης, ενώ ο φλοιός δεν προλαβαίνει να προσαρμοστεί. Το πρόβλημα επιδεινώνεται όταν υψηλές θερμοκρασίες και χαμηλή σχετική υγρασία έχουν προηγουμένως καταστήσει τον φλοιό άκαμπτο και λιγότερο ελαστικό.
Το φαινόμενο επηρεάζεται και από την ποικιλία, το υποκείμενο, το σχήμα του καρπού, το πάχος και τη σκληρότητα του φλοιού, καθώς και τη θρέψη. Διαφορετικοί συνδυασμοί ποικιλίας–υποκειμένου παρουσιάζουν διαφορετική ευαισθησία, γεγονός που συνδέεται τόσο με την ανάπτυξη του φλοιού όσο και με τη θρεπτική και υδατική κατάσταση του δένδρου. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η διαθεσιμότητα του ασβεστίου, καθώς συμμετέχει στη δομή των κυτταρικών τοιχωμάτων και στον σχηματισμό γεφυρών Ca–πηκτίνης, αυξάνοντας τη μηχανική αντοχή των ιστών του φλοιού.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση είναι προληπτική και συνδυασμένη. Πρώτη προτεραιότητα είναι η διατήρηση όσο το δυνατόν σταθερής παροχής νερού στο δένδρο, δίχως ακανόνιστα ποτίσματα. Εκτεταμένη στέρηση νερού, η οποία συνοδεύεται με άφθονη άρδευση, πρέπει να αποφεύγεται. Σε πειράματα με μανταρινιά ‘Nova’, η συχνότητα άρδευσης επηρέασε σημαντικά το σχίσιμο, ενώ άρδευση στο 75% της εξάτμισης περιόρισε την εμφάνισή του. Επομένως, σε ευαίσθητους οπωρώνες είναι σημαντική η διατήρηση της εδαφικής υγρασίας παρά η αντιμετώπιση του προβλήματος αφού εμφανιστούν οι πρώτοι σχισμένοι καρποί.
Παράλληλα απαιτείται ισορροπημένη θρέψη, με ιδιαίτερη προσοχή στο Ca, αλλά και στα K, B, P, Mg και άλλα στοιχεία. Πρόσφατη μελέτη σε μανταρίνια σατσούμα ‘Okitsu No. 58’ έδειξε ότι διαφυλλικές εφαρμογές χηλικού Ca ή Si κατά το στάδιο των νεαρών καρπών, 60–90 ημέρες μετά την άνθηση, μείωσαν το σχίσιμο. Οι εφαρμογές Ca αύξησαν τη συγκέντρωση ασβεστίου στον φλοιό και περιόρισαν τη δράση ενζύμων που αποδομούν τις πηκτίνες, ενισχύοντας τη συνοχή των κυτταρικών τοιχωμάτων. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι εφαρμογές γιββερελλικού οξέος (GA₃). Σε πορτοκάλια ποικιλίας Lane Late navel, ο διαφυλλικός ψεκασμός με Ca ή GA₃ μείωσε σημαντικά το σχίσιμο, αυξάνοντας το πάχος, την ελαστικότητα και την ανθεκτικότητα του φλοιού, περιορίζοντας την αποδόμηση πηκτίνης και κυτταρίνης. Ακόμη πιο πρόσφατα, σε μανταρίνια σατσούμα ‘Miyagawa Wase’ προσδιορίστηκαν δύο ιδιαίτερα κρίσιμες περίοδοι, 50–60 και 80–90 ημέρες μετά την πλήρη άνθηση, ενώ η εφαρμογή 10 ppm GA₃ σε συνδυασμό με 0,5% calcium superphosphate και 0,006% EDTA-Fe στις δύο αυτές περιόδους μείωσε σημαντικά το σχίσιμο.
Συνεπώς, δεν υπάρχει μία καθολική «οδηγία» για την αντιμετώπιση του σχισίματος. Η αποτελεσματικότερη στρατηγική είναι α) η αποφυγή της απότομης μεταβολής της υδατικής κατάστασης στη ριζόσφαιρα, β) η σωστή θρέψη και ιδιαίτερα η διαχείριση του Ca για την ενίσχυση της μηχανικής αντοχής του φλοιού και γ) η στοχευμένη χρήση ρυθμιστών ανάπτυξης κατά τα κρίσιμα στάδια ανάπτυξης του καρπού. Η χρονική στιγμή των επεμβάσεων είναι καθοριστική, διότι όταν το σχίσιμο είναι ορατό, η φυσιολογική διαταραχή έχει ήδη εξελιχθεί και ουσιαστικά δεν δύναται πλέον να αναστραφεί.
