Αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές έφεραν άλμα τιμών στα αγγούρια που αναμένεται να συνεχιστεί
ΚΗΠΕΥΤΙΚΑ

Αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές έφεραν άλμα τιμών στα αγγούρια που αναμένεται να συνεχιστεί

Σε εξέλιξη βρίσκονται οι κοπές αγγουριών θερμοκηπιακής καλλιέργειας στην Κρήτη.

Σε εξέλιξη βρίσκονται οι κοπές αγγουριών θερμοκηπιακής καλλιέργειας στην Κρήτη.

Αυτή την εποχή λόγω αυξημένης ζήτησης για εξαγωγές έχουμε καλές τιμές παραγωγού στα αγγούρια. Επίσης ο καιρός βοήθησε μέχρι στιγμής και έχουμε καλές αποδόσεις.

Ο κ. Φώντας Δουλούμης, από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ανατολή, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι αυτή την εποχή στην Κρήτη είμαστε στο «πικ της συγκομιδής» των αγγουριών. Στην περιοχή της Ιεράπετρας υπολογίζουμε να κόβουμε αγγούρια μέχρι τον Απρίλιο.

Μέχρι στιγμής οι καιρικές συνθήκες δεν έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην καλλιέργεια. Στις γιορτές των Χριστουγέννων η τιμή παραγωγού κυμαινόταν περίπου στα 70 λεπτά το κιλό. Αυτή την εποχή όμως έχει βοηθήσει η διεθνής συγκυρία και έχουμε μεγάλη ζήτηση για εξαγωγή με αποτέλεσμα οι τιμές να έχουν φτάσει στο 1,50 ευρώ το κιλό και η τάση να δείχνει ότι θα έχουμε αύξηση το επόμενο διάστημα.

Στην αγορά της Ευρώπης η χώρα μας είναι συμπληρωματική των Ισπανών. Αρκεί να σας αναφέρω ότι στην Ισπανία καλλιεργούνται γύρω στα 60.000 στρέμματα με αγγούρια, ενώ στην Ελλάδα περίπου 7.000 στρέμματα. Αυτή την περίοδο έχουν κάποια προβλήματα στην παραγωγή τους με αποτέλεσμα να κερδίζουμε αγορές και να υπάρχει αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές.   

Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί της Κρήτης έχουν στραφεί στην καλλιέργεια αγγουριών. Αυτό έγινε γιατί έχουν μικρό κύκλο ζωής και λιγότερο ρίσκο σε σχέση με την πιπεριά που θέλει 3 μήνες και πολλούς σπόρους και την ντομάτα που θέλει 90 ημέρες. Επίσης η καστανή ρυτίδωση ντομάτας ToBRFV (Tomato brown rugose fruit virus) έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα στους παραγωγούς, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός να έχει εγκαταλείψει την καλλιέργεια και να έχει στραφεί στο αγγούρι. Περίπου τα μισά θερμοκήπια της Ιεράπετρας σήμερα να καλλιεργούν αγγούρια.

Ο κ. Γεώργιος Κλαδάκης, πρόεδρος στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Άρβης, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι αυτή την περίοδο η καλλιέργεια του θερμοκηπιακού αγγουριού είναι σε πολύ καλά επίπεδα. Υπάρχει αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές και οι τιμές είναι σε πολύ καλά επίπεδα. Αν και φέτος είχαμε αύξηση των στρεμμάτων καλλιέργειας στην χώρα μας στην αγορά της Ευρώπης υπάρχει αυξημένη ζήτηση και έχουμε καλές ροές στις εξαγωγές μας. Αυτό κρατάει και τα επίπεδα των τιμών παραγωγού.

Στην περιοχή της Άρβης έχουμε καλή ποιότητα νερού και το μικροκλίμα βοηθά τις θερμοκηπιακές καλλιέργειες (έλλειψη ισχυρών ανέμων) αλλά δεν έχουμε πολλά διαθέσιμα στρέμματα. Πάντως ο συνεταιρισμός έχει προσανατολισμό στις εξαγωγές και κάνουμε περίπου 6.000 τόνους εξαγωγή αγγουριών, κυρίως στις αγορές της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπου έχουμε να ανταγωνιστούμε τις Ισπανικές, Ολλανδικές και Πολωνικές παραγωγές, που είναι οι μεγάλοι παίκτες στις αγορές.

Στην περιοχή της Τριφυλίας καλλιεργούνται περίπου 1.200 στρέμματα με αγγούρια, που με μια μέση απόδοση 22 τόνοι/στρέμμα, δίνουν μια παραγωγή γύρω στους 24.000 τόνους. 

Ο κ. Ασημάκης Ντεμερούκας, παραγωγός από τους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι έχουν αυξηθεί τα στρέμματα με αγγούρια στην περιοχή εις βάρος της ντομάτας. Αυτό συμβαίνει πρώτα γιατί η καλλιέργεια αγγουριών έχει λιγότερα προβλήματα φυτοπροστασίας. Επίσης έχει σύντομο κύκλο καλλιέργειας, αφού σε περίπου δύο μήνες από την φύτευση ξεκινούν οι κοπές. Επίσης μεγάλο μέρος της παραγωγής πάει για εξαγωγές με αποτέλεσμα να έχει ομαλή ροή η εμπορία. Στην περιοχή μας οι φυτεύσεις αγγουριών ξεκίνησαν αρχές Δεκεμβρίου. Η καλλιέργεια έχει εξελιχθεί ομαλά χωρίς προβλήματα λόγω καιρικών συνθηκών. Οι κοπές αναμένεται να ξεκινήσουν σε περίπου ένα 15ήμερο και θα κόβουμε αγγούρια μέχρι τις αρχές Ιουλίου. Μεγάλο μέρος της παραγωγής θα πάει για εξαγωγή, κυρίως προς Βουλγαρία, Ρουμανία και Κεντρική Ευρώπη.

Ο κ. Δημήτρης Πλακονούρης, παραγωγός από τα Φιλιατρά, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι ακόμη και σήμερα κάνω φυτεύσεις αγγουριών. Όσα φυτεύτηκαν αρχές Δεκεμβρίου οι κοπές αναμένεται να ξεκινήσουν στα τέλη Ιανουαρίου. Τα αγγούρια που φυτεύονται σήμερα αναμένεται να ξεκινήσουν κοπές από 15 έως 20 Φεβρουαρίου. Φέτος είχαμε πολλές βροχές στην περιοχή και δεν έχουμε προβλήματα άρδευσης. Υπάρχει μια αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές για αυτό και κρατάνε οι τιμές στα αγγούρια. Η εγχώρια αγορά δεν δίνει τιμές στο προϊόν. Για να έχει ένα εισόδημα ο παραγωγός θα πρέπει να δίνει το τεμάχιο γύρω στα 30 λεπτά, με μια μέση τιμή στο 1 ευρώ το κιλό. Βέβαια η τιμή δεν παραμένει σταθερή αλλά επηρεάζεται από την ζήτηση.
 

Παϊσιάδης Σταύρος
Μοιράσου το
Σχετικά άρθρα
Φθοριμαία στην πατάτα: Η διαχείριση ενός επίμονου εχθρού της καλλιέργειας Φυτοπροστασία Φθοριμαία στην πατάτα: Η διαχείριση ενός επίμονου εχθρού της καλλιέργειας

Η πατάτα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες καλλιέργειες για πολλές περιοχές της χώρας μας, μεταξύ αυτών και το λεκανοπέδιο Νευροκοπίου, με τους παραγωγούς να καλούνται κάθε χρόνο να διαχειριστούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον τόσο σε επίπεδο καιρικών συνθηκών όσο και φυτοπροστασίας.

Ανάμεσα στους εχθρούς που απασχολούν τις τελευταίες δεκαετίες την περιοχή του Νευροκοπίου, αλλά και άλλες πατατοπαραγωγικές ζώνες της χώρας, η φθοριμαία ξεχωρίζει, καθώς οι ζημιές που προκαλεί επηρέασαν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγοί προσεγγίζουν την καλλιέργεια και τη διαχείριση της πατάτας.

Για το ζήτημα αυτό συνομιλήσαμε με τον κ. Ηλία Ελευθεριάδη, πολύπειρο γεωπόνο της περιοχής και τέως μέλος του Τμήματος Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Δράμας, ο οποίος επί σειρά ετών παρακολούθησε από κοντά την εξέλιξη του εντόμου στο Νευροκόπι και συμμετείχε ενεργά στη διαχείριση και ενημέρωση των παραγωγών.

Το έντομο και η προσβολή της πατάτας

Η φθοριμαία (Phthorimaea operculella) αποτελεί έναν από τους σοβαρότερους εντομολογικούς εχθρούς της πατάτας, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η καλλιέργεια καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της αγροτικής δραστηριότητας και επικρατούν ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες για την ανάπτυξη του εντόμου.

Όπως εξηγεί ο κ. Ελευθεριάδης, το έντομο προσβάλλει κυρίως καλλιεργούμενα και αυτοφυή σολανώδη φυτά, όπως η πατάτα, η τομάτα και η μελιτζάνα. Οι προνύμφες μπορούν να δημιουργήσουν στοές σε φύλλα και βλαστούς, ωστόσο η σοβαρότερη ζημιά εντοπίζεται στους κονδύλους της πατάτας, τόσο στον αγρό όσο και κατά την αποθήκευση. Εκεί ανοίγουν βαθιές στοές, αφήνοντας χαρακτηριστικά περιττώματα στις εισόδους, με αποτέλεσμα οι κόνδυλοι να καθίστανται μη εμπορεύσιμοι και ακατάλληλοι για κατανάλωση.

Παράλληλα, στις προσβεβλημένες στοές μπορούν να αναπτυχθούν μύκητες και βακτήρια που επιταχύνουν τη σήψη των κονδύλων, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τις απώλειες της παραγωγής. Η φθοριμαία μπορεί επίσης να συνεχίσει τη δραστηριότητά της και μετά τη συγκομιδή, μέσα στους αποθηκευτικούς χώρους, γεγονός που καθιστά κρίσιμη όχι μόνο την προστασία της καλλιέργειας στον αγρό αλλά και τη σωστή διαχείριση της αποθήκευσης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρακολούθηση του πληθυσμού του εντόμου με φερομονικές παγίδες, οι έγκαιρες γεωργικές προειδοποιήσεις και η συνεχής παρακολούθηση της καλλιέργειας θεωρούνται βασικά εργαλεία για την αντιμετώπισή του, καθώς οι επεμβάσεις πρέπει να πραγματοποιούνται στον κατάλληλο χρόνο και πάντα με βάση τις συλλήψεις των παγίδων, τις συνθήκες του αγρού και τις οδηγίες των γεωπόνων ή των αρμόδιων υπηρεσιών

«Η φθοριμαία παλιότερα δεν υπήρχε στο Νευροκόπι»

Όπως εξηγεί ο κ. Ελευθεριάδης, η φθοριμαία δεν αποτελούσε πάντοτε πρόβλημα για την περιοχή. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν εχθρό που εγκαταστάθηκε σχετικά πρόσφατα και συνδέθηκε με συγκεκριμένες πρακτικές διακίνησης πατάτας. «Η φθοριμαία στον Νευροκόπι παλιότερα δεν υπήρχε σαν εντομολογικός εχθρός», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι το έντομο φαίνεται να εισήχθη στην περιοχή περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Σύμφωνα με τον ίδιο, τότε μεγάλες ποσότητες πατάτας από άλλες περιοχές της χώρας μεταφέρονταν σε συσκευαστήρια του Νευροκοπίου, ενώ υπολείμματα και προσβεβλημένοι κόνδυλοι απορρίπτονταν χωρίς τα απαραίτητα φυτοϋγειονομικά μέτρα.

Σε συνδυασμό με τους ηπιότερους χειμώνες που άρχισαν να εμφανίζονται λόγω της κλιματικής μεταβολής, τα ακμαία του εντόμου κατάφεραν να επιβιώσουν και να εγκατασταθούν στην περιοχή. Τα πρώτα χρόνια, μάλιστα, η έλλειψη εμπειρίας στην αντιμετώπιση της φθοριμαίας δημιούργησε σοβαρές δυσκολίες στους παραγωγούς.

Όπως σημειώνει ο ίδιος, η κατάσταση σταδιακά βελτιώθηκε μέσα από την εμπειρία των καλλιεργητών, τη συστηματική παρακολούθηση και τη στήριξη των υπηρεσιών. Παρ’ όλα αυτά, η φθοριμαία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να θεωρείται «υπαρκτός και υπολογίσιμος εχθρός», ο οποίος έχει πλέον ενταχθεί στις βασικές καλλιεργητικές φροντίδες που απαιτούνται για μία οικονομικά βιώσιμη παραγωγή.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι πλέον η περιοχή βρίσκεται «σε ένα επίπεδο οικονομικά ανεκτών ζημιών», διευκρινίζοντας πως η κατάσταση δεν θυμίζει τα πρώτα χρόνια εμφάνισης του εντόμου, όταν υπήρχαν πολύ σοβαρότερες δυσκολίες και περιορισμένη εμπειρία διαχείρισης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, παρόμοια προβλήματα μπορούν να εμφανιστούν και σε άλλες περιοχές όπου η πατάτα καταλαμβάνει σημαντικό μερίδιο της καλλιεργητικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται συγκεκριμένες κλιματικές και καλλιεργητικές συνθήκες.

Παρακολούθηση και ψεκασμοί φυτοπροστασίας

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο κ. Ελευθεριάδης στη σημασία της συνεχούς παρακολούθησης του βιολογικού κύκλου του εντόμου και της άμεσης ενημέρωσης των παραγωγών. «Το πρώτο πράγμα που γίνεται και είναι σημαντικό είναι η παρακολούθηση του βιολογικού κύκλου των πληθυσμών», τονίζει, εξηγώντας ότι οι γεωργικές προειδοποιήσεις πρέπει να είναι άμεσες, λειτουργικές και να φτάνουν γρήγορα στον παραγωγό, ώστε να μπορεί να αντιδράσει στον σωστό χρόνο.

Μάλιστα, περιγράφει πως ήδη από τα προηγούμενα χρόνια στην περιοχή υπήρχε οργανωμένο σύστημα ενημερώσεων για τις πτήσεις του εντόμου και την εξέλιξη των γενεών, ενώ σήμερα η χρήση ψηφιακών εργαλείων έχει βελτιώσει σημαντικά την ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας.

Όπως επισημαίνει, οι πρώτες επεμβάσεις πραγματοποιούνται με βάση τις συλλήψεις που καταγράφονται στις φερομονικές παγίδες και με τη χρήση κατάλληλων σκευασμάτων, ενώ η συνέχεια της διαχείρισης εξαρτάται από την εξέλιξη του πληθυσμού του εντόμου αλλά και τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην εκάστοτε περιοχή.

Ο ίδιος στέκεται ιδιαίτερα στις κρίσιμες περιόδους διαχείρισης της φθοριμαίας, εξηγώντας πως καθοριστικό ρόλο παίζουν οι δύο τελευταίες γενιές του εντόμου. Όπως αναφέρει, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη γενιά του Ιουλίου, όταν σε περιπτώσεις υψηλού πληθυσμιακού φορτίου πραγματοποιούνται επεμβάσεις, αλλά και στην περίοδο μετά το κάψιμο της φυτείας, όπου η παρακολούθηση πρέπει να παραμένει συνεχής.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, μπορεί να απαιτηθεί και τρίτη εφαρμογή, εφόσον οι συνθήκες και η εξέλιξη των πληθυσμών το καταστήσουν απαραίτητο. Όπως επισημαίνει, όλα αυτά βασίζονται στη συνεχή παρακολούθηση τόσο της δραστηριότητας των εντόμων όσο και των συνθηκών που επικρατούν στον αγρό.

Καλλιεργητική διαχείριση: άρδευση και σωστή συγκομιδή

Ένα από τα σημαντικότερα πρακτικά ζητήματα που ανέδειξε ο κ. Ελευθεριάδης αφορά τη διαχείριση της υγρασίας του εδάφους και τον ρόλο της άρδευσης στην παρεμπόδιση της προσβολής. Όπως εξηγεί, κρίσιμο στάδιο θεωρείται η περίοδος μετά το κάψιμο της φυτείας, όπου απαιτείται συνεχής παρακολούθηση του αγρού και ιδιαίτερη προσοχή στις ρογμές του εδάφους. «Πρέπει να γίνονται πολύ μικρές αρδεύσεις ώστε οι ρογμές του εδάφους να κλείνουν και να κρατιέται η υγρασία του εδάφους σε ένα σταθερό επίπεδο», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος εξηγεί ότι οι ρωγμές λειτουργούν ως δίοδος για τη δραστηριότητα του εντόμου και για αυτό η σωστή διαχείριση της υγρασίας αποτελεί ουσιαστικό μέτρο προστασίας. «Όταν βλέπουμε ότι έχουμε έναν τύπο εδάφους που δημιουργεί ρογμές όταν χάνει την υγρασία του, θα πρέπει να μπούμε και να κάνουμε την αναγκαία άρδευση για να κλείσουμε αυτές τις ρογμές», σημειώνει.

Παράλληλα, επισημαίνει πως κάθε τύπος εδάφους απαιτεί διαφορετική προσέγγιση. Σε ορισμένα εδάφη οι ρωγμές είναι το βασικό πρόβλημα, ενώ σε πιο αμμώδη εδάφη η απώλεια υγρασίας διευκολύνει την κινητικότητα άλλων εχθρών εδάφους. Για αυτό, όπως λέει, ο παραγωγός χρειάζεται εμπειρία και συνεχή παρακολούθηση της καλλιέργειας ώστε να προσαρμόζει σωστά την άρδευση και τους χειρισμούς του.

Ο κ. Ελευθεριάδης τονίζει ακόμη ότι οι καιρικές συνθήκες των επόμενων ημερών παίζουν καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων. Όπως αναφέρει, η δυνατότητα πρόβλεψης ενός επερχόμενου καύσωνα ή ενός ιδιαίτερα ξηρού διαστήματος μέσα στον Αύγουστο βοηθά τον παραγωγό να προσαρμόσει εγκαίρως τη στρατηγική άρδευσης και διαχείρισης της καλλιέργειας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στη σωστή χρονική στιγμή της συγκομιδής. Όπως εξηγεί, σε περιοχές όπου υπάρχουν πιέσεις από φθοριμαία, η συγκομιδή πρέπει να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν νωρίτερα, πάντοτε όμως αφού έχει ολοκληρωθεί η ωρίμανση των κονδύλων και έχουν αποκτήσει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά συντήρησης.

Παράλληλα, σημειώνει ότι θα πρέπει να αποφεύγονται τραυματισμοί κατά τη συγκομιδή, ιδιαίτερα όταν η φλούδα των κονδύλων παραμένει ακόμη μαλακή. «Αν δεν προσέξεις τις προσβολές στον αγρό, θα τις κουβαλήσεις στην αποθήκη», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως η φθοριμαία μπορεί να συνεχίσει να δημιουργεί προβλήματα και μετά τη συγκομιδή, κατά το στάδιο της αποθήκευσης.

«Ο αγρότης πρέπει πρώτα να είναι γεωργός»

Κλείνοντας τη συζήτηση, ο κ. Ελευθεριάδης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της γνώσης, της επιμόρφωσης και της ουσιαστικής επαφής του παραγωγού με την καλλιέργεια. Όπως σημειώνει, η αντιμετώπιση εχθρών όπως η φθοριμαία δεν βασίζεται μόνο σε σκευάσματα ή μηχανήματα, αλλά κυρίως στην παρατήρηση, στην κατανόηση του αγροοικοσυστήματος και στη σωστή αξιοποίηση της πληροφορίας.

«Ο αγρότης πρέπει πρώτα να είναι γεωργός. Να νιώθει τη γη, να νιώθει την καλλιέργεια, να είναι κοινωνός του οικοσυστήματος και να το αντιλαμβάνεται», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, τονίζει πως οι παραγωγοί οφείλουν να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση, να παρακολουθούν την καλλιέργειά τους, να συνεργάζονται στενά με τους γεωπόνους και να αξιοποιούν τις δυνατότητες που προσφέρουν σήμερα οι νέες τεχνολογίες.

Τέλος, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεχή επιμόρφωση των παραγωγών, ειδικά κατά τη χειμερινή περίοδο, όταν οι καλλιεργητικές υποχρεώσεις είναι μειωμένες, ώστε να μπορούν να βελτιώνουν διαρκώς τις τεχνικές και τις πρακτικές που εφαρμόζουν στην καλλιέργεια της πατάτας.

Ψαθά Παναγιώτα
Περίοδος συγκομιδής για το νωπό φασόλι, αποδόσεις και τιμές θερμοκηπιακής και υπαίθριας καλλιέργειας Κηπευτικά Περίοδος συγκομιδής για το νωπό φασόλι, αποδόσεις και τιμές θερμοκηπιακής και υπαίθριας καλλιέργειας

Σε εξέλιξη είναι τον Μάιο η συγκομιδή για το νωπό (πράσινο) φασόλι, το οποίο καλλιεργείται είτε υπαίθρια είτε σε θερμοκήπια.

Ο κάμπος της Μεσσηνίας αποτελούσε για πολλά χρόνια σημείο καλλιέργειας των φασολιών. Η εναλλαγή από φασόλι σε πατάτα - και αντίστροφα - βοηθούσε σημαντικά τις δύο καλλιέργειες. Ωστόσο σήμερα οι εκτάσεις έχουν μειωθεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό.

Ο κ. Γιώργος Δούβας, παραγωγός και αντιπρόεδρος στον Α.Σ. Καλαμάτας, τονίζει ότι «στην περιοχή της Καλαμάτας η παραγωγή νωπού φασολιού είναι πρώιμη και γίνεται υπαίθρια ή σε θερμοκήπια. Οι φυτεύσεις φέτος ξεκίνησαν τις 10 Φεβρουαρίου αλλά οι καιρικές συνθήκες δημιούργησαν προβλήματα. Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις έφεραν μια οψίμιση στην καλλιέργεια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η συγκομιδή να ξεκινήσει από αρχές του Μαΐου και τώρα να βρισκόμαστε κοντά στην ολοκλήρωσή της. Φέτος οι αποδόσεις είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα και οι τιμές παραγωγού αυτή την περίοδο κυμαίνονται από 1,50 έως 1,60 ευρώ το κιλό.

Οι εκτάσεις καλλιέργειας δεν είναι μεγάλες με αποτέλεσμα η προσφορά να είναι μειωμένη και να μην μπορεί να καλύψει τη ζήτηση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διατηρούνται σε καλά επίπεδα οι τιμές. Η ποικιλία που βάζουμε στην υπαίθρια καλλιέργεια είναι το «μπαρμπούνι» το οποίο είναι καθιστό. Στο θερμοκήπιο βάζουμε πιο παραγωγικές ποικιλίες για να έχουμε περισσότερα κιλά. Το πρόβλημα είναι ότι η καλλιέργεια δεν είναι μηχανική και από την σπορά μέχρι και τη συγκομιδή γίνονται όλα με το χέρι. Η έλλειψη εργατών γης έχει αναγκάσει πολλούς παραγωγούς να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια νωπού (πράσινου) φασολιού».  

Από την πλευρά του ο κ. Σωτήρης Μητσόπουλος, παραγωγός κηπευτικών από τον Καρδαμά της Ηλείας, που καλλιεργεί πολλά χρόνια νωπά φασόλια υπαίθρια και σε θερμοκήπια, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι στην θερμοκηπιακή καλλιέργεια οι φυτεύσεις γίνονται το Νοέμβριο και οι συγκομιδές ξεκινούν από τις αρχές Μαρτίου. Οι καιρικές συνθήκες που επικράτησαν τον χειμώνα και οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα να έχουμε μειωμένες αποδόσεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η προσφορά να μην μπορεί να καλύψει τη ζήτηση. Οι τιμές κυμάνθηκαν σε υψηλά επίπεδα από 3 έως 3,5 ευρώ το κιλό αλλά τα λίγα κιλά δεν έφεραν εισόδημα στον παραγωγό.

Στην υπαίθρια καλλιέργεια οι φυτεύσεις άρχισαν από αρχές Μαρτίου και η συγκομιδή ξεκίνησε πριν από 10 ημέρες. Μέχρι σήμερα τα πρώιμα φασόλια δεν έχουν καλές αποδόσεις λόγω των βροχοπτώσεων. Αν έχουμε ηλιοφάνεια τις επόμενες ημέρες μπορεί οι επόμενες κοπές να έχουν καλύτερες αποδόσεις. Οι τιμές παραγωγού στα υπαίθρια φασόλια ξεκίνησαν από 2,50 έως 3 ευρώ το κιλό. Στην συνέχεια όμως μειώθηκαν και αυτή την εποχή κυμαίνονται από 1,60 έως και 1,70 ευρώ το κιλό.

Κατά τη διάρκεια των συγκομιδών το καλοκαίρι το πότισμα είναι καθημερινό και αυτό φέρνει μια αύξηση στο κόστος καλλιέργειας. Στα αρνητικά της καλλιέργειας προστίθενται τα υψηλά κόστη συγκομιδής και τα εργατικά για την υποστύλωση των καλαμιών. Στην περιοχή μου καλλιεργείται η ποικιλία «τσαουλιά» η οποία είναι αναρριχώμενη. Η καλλιέργεια φτάνει σε ύψος 2 μέτρων και για ένα στρέμμα χρειάζονται περίπου 2.000 καλάμια. Η έλλειψη εργατών γης κάνει πολύ δύσκολη την καλλιέργεια φασολιού. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν κάποιες ποικιλίες που μπορούμε να κάνουμε μηχανική καλλιέργεια αλλά και συμβόλαια με εταιρείες διακίνησης  κατεψυγμένων λαχανικών». 

Παϊσιάδης Σταύρος
Βλίτα: Η γρήγορη θερινή καλλιέργεια με χαμηλό κόστος αλλά υψηλό καιρικό ρίσκο Κηπευτικά Βλίτα: Η γρήγορη θερινή καλλιέργεια με χαμηλό κόστος αλλά υψηλό καιρικό ρίσκο

Τα βλίτα αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά καλοκαιρινά φυλλώδη λαχανικά της ελληνικής αγοράς, με σταθερή παρουσία στα νοικοκυριά και ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση από τα τέλη της άνοιξης έως και τις αρχές του φθινοπώρου. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια φαινομενικά «εύκολη» καλλιέργεια, στην πράξη απαιτεί σωστούς χειρισμούς, εμπειρία και κυρίως σωστή διαχείριση των συνθηκών άρδευσης, του μικροκλίματος και των καιρικών μεταβολών.

Με αφορμή την έναρξη της θερινής περιόδου παραγωγής, συνομιλήσαμε με τον πρόεδρο του Α.Σ. Φυλλωδών Λαχανικών Μεγάρων «Mega Leaves Coop», κ. Δημήτρη Δάλλα, ο οποίος μας ανέλυσε τις ιδιαιτερότητες της καλλιέργειας, τις απαιτήσεις του φυτού, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί αλλά και την εικόνα της αγοράς.

Μια ταχύτατη θερινή καλλιέργεια με αυξημένες ανάγκες σε νερό

Σύμφωνα με τον κ. Δάλλα, η καλλιέργεια του βλήτου στον συνεταιρισμό καλύπτει περίπου 150-200 στρέμματα και ξεκινά με σπορές από τα μέσα έως τα τέλη Απριλίου, ενώ η συγκομιδή για τις υπαίθριες καλλιέργειες αρχίζει συνήθως από τα μέσα Μαΐου. Σε θερμοκηπιακές συνθήκες, η παραγωγή μπορεί να προηγηθεί περίπου έναν μήνα, ενώ από τα μέσα Απριλίου και μετά είναι δυνατή και η απευθείας σπορά στο χωράφι.

Το βασικό χαρακτηριστικό του φυτού είναι ο εξαιρετικά γρήγορος βιολογικός του κύκλος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «μέσα σε 30 μέρες από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή, έχεις μπει μέσα και το έχεις συγκομίσει». Η ταχύτητα αυτή επιτρέπει γρήγορη είσοδο προϊόντος στην αγορά και συνεχόμενες κοπές μέσα στη σεζόν.

Παράλληλα όμως, πρόκειται για ένα φυτό με αυξημένες ανάγκες σε άρδευση. Ο πρόεδρος του συνεταιρισμού σημείωσε ότι «είναι ένα φυτό γενικά λαίμαργο σε νερό» και χρειάζεται συχνά ποτίσματα, ιδιαίτερα κατά τις θερμές περιόδους του καλοκαιριού. Από πλευράς λίπανσης, οι απαιτήσεις είναι σχετικά περιορισμένες, με βασική εφαρμογή θειικής αμμωνίας στα πρώτα στάδια ανάπτυξης, χωρίς ιδιαίτερα απαιτητικά προγράμματα θρέψης.

Παρά τη γρήγορη ανάπτυξή του, το βλίτο θεωρείται καθαρά καλλιέργεια θερμού κλίματος και ευνοείται κυρίως σε πεδινές περιοχές. Όπως εξήγησε ο κ. Δάλλας, στις ορεινές περιοχές και ιδιαίτερα όπου παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας μεταξύ ημέρας και νύχτας, το φυτό μπορεί να «πετάξει στάχυ» πολύ γρήγορα, χάνοντας την εμπορική του αξία πριν προλάβει να δώσει ικανοποιητική συγκομιδή.

Ο άνεμος, ο μεγαλύτερος εχθρός της καλλιέργειας

Αν και πολλοί θα περίμεναν ότι η υγρασία ή οι μυκητολογικές ασθένειες αποτελούν τον βασικό κίνδυνο για το βλίτο, στην πράξη ο μεγαλύτερος «πονοκέφαλος» για τους παραγωγούς είναι ο αέρας. «Αν έχει από τέσσερα μποφόρ και πάνω, το ξέχασες», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Δάλλας, εξηγώντας ότι ο δυνατός άνεμος καταστρέφει τα φύλλα και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ολική υποβάθμιση της παραγωγής. «Είναι ίσως το πιο ευαίσθητο φυτό σε θέμα αέρα», τόνισε.

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί παραγωγοί επιλέγουν να καλλιεργούν βλίτα σε διαφορετικές περιοχές, ώστε να περιορίζουν το ρίσκο από ένα τοπικό καιρικό φαινόμενο. Όπως εξήγησε, μια περιοχή μπορεί να επηρεαστεί από ισχυρούς ανέμους, ενώ σε μια άλλη να επικρατεί άπνοια, επιτρέποντας έτσι να σωθεί μέρος της παραγωγής.

Η καλλιέργεια παραμένει υπαίθρια και πρακτικά δεν υπάρχει αποτελεσματική προστασία απέναντι στους ισχυρούς ανέμους. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται επίσης στην επιλογή χωραφιού. Τα πρώτα αγροτεμάχια που μπαίνουν σε παραγωγή πρέπει να είναι «ξεκούραστα», με αγρανάπαυση αρκετών μηνών και βαθιά άροση, ώστε να περιορίζεται κυρίως η πίεση από τα ζιζάνια στα αρχικά στάδια ανάπτυξης.

Περιορισμένες δραστικές ουσίες και διαχείριση με γρήγορη συγκομιδή

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της καλλιέργειας είναι ότι υπάρχουν πολύ περιορισμένες εγκεκριμένες δραστικές ουσίες για χρήση στο βλίτο. Όπως εξήγησε ο κ. Δάλλας, «δεν υπάρχουν εγκρίσεις για σχεδόν τίποτα στο βλίτο», γεγονός που μειώνει μεν τα κόστη παραγωγής, αλλά αυξάνει σημαντικά την πίεση στον παραγωγό όταν εμφανιστούν προβλήματα.

Τα σημαντικότερα ζητήματα εντοπίζονται κυρίως στα έντομα, όπως τετράνυχο και αφίδες, ιδιαίτερα στις πρώιμες καλλιέργειες. «Μόλις δούμε μηλίγκρες ή κάμπιες, μπαίνουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα για συγκομιδή», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ουσιαστικά μια στρατηγική γρήγορης συγκομιδής ώστε να περιοριστούν οι απώλειες πριν η προσβολή επεκταθεί.

Στο κομμάτι των ζιζανίων, οι δυσκολίες εμφανίζονται κυρίως πριν ανέβουν οι θερμοκρασίες. Όταν ο καιρός σταθεροποιηθεί πάνω από τους 22-23°C, το βλίτο αποκτά έντονη ανάπτυξη και συνήθως ξεπερνά τα ζιζάνια σε ύψος, μειώνοντας σημαντικά το πρακτικό πρόβλημα στη συγκομιδή.

Παράλληλα, η ίδια η συγκομιδή θεωρείται σχετικά εύκολη και γρήγορη σε σύγκριση με άλλα φυλλώδη ή βολβώδη λαχανικά. Όπως εξήγησε ο πρόεδρος του συνεταιρισμού, το βλίτο κόβεται γρήγορα με μαχαίρι και δεν απαιτεί τις χρονοβόρες χειρωνακτικές διαδικασίες που χρειάζονται άλλες καλλιέργειες, όπως το πράσο ή το κρεμμυδάκι.

Κερδοφόρα καλλιέργεια, αλλά όχι χωρίς ρίσκο

Παρά τα ρίσκα, το βλίτο θεωρείται από τους παραγωγούς μια οικονομικά ενδιαφέρουσα καλλιέργεια, κυρίως λόγω των χαμηλών εισροών και της υψηλής παραγωγικότητας. Όπως ανέφερε ο κ. Δάλλας, η ελάχιστη απόδοση μπορεί να φτάσει περίπου τους δύο τόνους ανά στρέμμα, ενώ τα βασικά καλλιεργητικά έξοδα —χωρίς να υπολογίζεται η συγκομιδή— κυμαίνονται περίπου στα 150 ευρώ ανά στρέμμα, ανάλογα πάντα με το κόστος καυσίμων, εργασίας και υλικών άρδευσης.

Στην αγορά, οι πρώιμες παραγωγές μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 2,5-3 ευρώ το κιλό, ενώ όσο αυξάνεται η συνολική παραγωγή μέσα στο καλοκαίρι οι τιμές υποχωρούν. Μια «καλή» τιμή παραγωγού, σύμφωνα με τον ίδιο, θεωρείται περίπου το 1,5 ευρώ ανά κιλό.

Η διάθεση του προϊόντος γίνεται κυρίως σε μάτσα του ενός κιλού προς λαχαναγορές και σούπερ μάρκετ, ενώ —όπως ανέφερε— την περίοδο αυτή το κοτσάνι παραμένει τρυφερό και αξιοποιείται εμπορικά μαζί με τα φύλλα.

Παρόλα αυτά, ο πρόεδρος του συνεταιρισμού εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στην είσοδο νέων παραγωγών στην καλλιέργεια. «Δεν είναι μια safe επιλογή», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι το μεγάλο ρίσκο από τις καιρικές συνθήκες μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε απώλεια παραγωγής, κάτι που ένας νέος παραγωγός δύσκολα μπορεί να απορροφήσει οικονομικά. Για αυτό, όπως είπε, όσοι θέλουν να δοκιμάσουν το βλίτο καλό είναι να ξεκινούν με μικρότερες εκτάσεις και σταδιακή εμπλοκή στην παραγωγή.

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο διαχρονικό πρόβλημα έλλειψης εργατικού προσωπικού, το οποίο επηρεάζει συνολικά την παραγωγή φυλλωδών λαχανικών. Όπως σημείωσε, ο συνεταιρισμός από περίπου 80 εργαζόμενους έχει περιοριστεί σήμερα σε περίπου 30, με αποτέλεσμα να μειώνονται συνολικά οι καλλιεργούμενες εκτάσεις και οι διαθέσιμες ποσότητες στην αγορά.

Ψαθά Παναγιώτα
Μειωμένες αποδόσεις στα πεπόνια λόγω καιρικών συνθηκών, που κυμαίνονται οι τιμές Κηπευτικά Μειωμένες αποδόσεις στα πεπόνια λόγω καιρικών συνθηκών, που κυμαίνονται οι τιμές

Συνεχίζονται οι κοπές στα πεπόνια θερμοκηπίου, ενώ σε περίπου 10 ημέρες θα ξεκινήσουν και οι κοπές για τα υπαίθρια χαμηλής κάλυψης.

Οι καιρικές συνθήκες που είχαμε το προηγούμενο διάστημα δημιούργησαν προβλήματα στην καλλιέργεια, με αποτέλεσμα στα πεπόνια του θερμοκηπίου να έχουμε μειωμένες αποδόσεις.

Ο κ. Θανάσης Παλούκης, γεωπόνος και έμπειρος παραγωγός πεπονιών από την Βόνιτσα Αιτωλοακαρνανίας, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι τώρα ξεκίνησα τις φυτεύσεις στα υπαίθρια πεπόνια χαμηλής κάλυψης. Η συγκομιδή θα ξεκινήσει σε δύο μήνες περίπου γύρω στα μέσα Ιουλίου. Φέτος εκτιμώ ότι αναμένεται να αυξηθούν τα στρέμματα με υπαίθριο πεπόνι. Όσον αφορά το πεπόνι θερμοκηπίου συνεχίζονται οι κοπές. Οι αποδόσεις είναι μειωμένες (δεν είχαμε καλά δεσίματα) λόγω των καιρικών συνθηκών και κυμαίνονται από 1,5 έως 2 τόνους το στρέμμα. Επίσης η έλλειψη ηλιοφάνειας είχε σαν αποτέλεσμα να έχουμε μικρά μεγέθη. Οι μειωμένες ποσότητες έχουν σαν αποτέλεσμα οι τιμές αυτή την περίοδο να κυμαίνονται για την καλή ποιότητα στα 1,50 έως 1,80 ευρώ το κιλό, ενώ για τη δεύτερη ποιότητα από 80 λεπτά έως 1 ευρώ το κιλό.

Ο κ. Γιώργος Τσικνάκης, παραγωγός από τη περιοχή της Μεσαράς στην Κρήτη, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι από τον Μάρτιο έχουν ξεκινήσει και συνεχίζονται μέχρι σήμερα οι κοπές για τα πεπόνια του θερμοκηπίου. Οι ποσότητες δεν είναι μεγάλες και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν καλές τιμές. Οι μεταβολές στις θερμοκρασίες που είχαμε το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχαν σαν αποτέλεσμα να φυτά να στρεσάρονται και να έχουμε μειωμένες αποδόσεις. Πάντως όταν έχουμε άνοδο της θερμοκρασίας υπάρχει ζήτηση για πεπόνια. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι να βγουν τα υπαίθρια πεπόνια η ζητηση αναμένεται να είναι αυξημένη και να έχουμε καλές τιμές.

O κ. Αντώνης Γκόνης, Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας, που ασχολείται με την καλλιέργεια του πεπονιού, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι «είμαι ο πρώτος που κάνω κοπές υπαίθριου πεπονιού (χαμηλής κάλυψης) στην χώρα. Καλλιεργώ 40 στρέμματα υπαίθριο πεπόνι με χαμηλή κάλυψη στην περιοχή του Λαγκουβάρδου. Πέρσι αυτή την εποχή είχα ξεκινήσει αυτή την εποχή τις κοπές αλλά φέτος η παραγωγή είναι πιο όψιμη λόγω των καιρικών συνθηκών.

Εκτιμώ ότι σε περίπου 10 ημέρες θα ξεκινήσω την συγκομιδή. Πάντως οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην παραγωγή. Τα πεπόνια είναι ευαίσθητα στις καιρικές συνθήκες και στις υγρασίες, ενώ με τις χαμηλές θερμοκρασίες επηρεάζονται τα μεγέθη. Η ποιότητα παίζει σημαντικό ρόλο στις τιμές. Επίσης η ζήτηση για πεπόνια - όπως και για τα υπόλοιπα καλοκαιρινά φρούτα - επηρεάζεται από τις υψηλές θερμοκρασίες».

Παϊσιάδης Σταύρος
«Η πατάτα βρίσκεται στο τέλος του δρόμου»: Ασθένειες, χαμηλές τιμές και ανησυχία για τους παραγωγούς στην Ηλεία Κηπευτικά «Η πατάτα βρίσκεται στο τέλος του δρόμου»: Ασθένειες, χαμηλές τιμές και ανησυχία για τους παραγωγούς στην Ηλεία

Η φετινή καλλιεργητική περίοδος για τη θερινή πατάτα στην Ηλεία εξελίσσεται μέσα σε ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για τους παραγωγούς. Οι έντονες και παρατεταμένες βροχοπτώσεις του χειμώνα, οι συνεχείς εναλλαγές θερμοκρασίας, οι αυξημένες προσβολές από ασθένειες αλλά και η ασφυκτική κατάσταση στην αγορά, συνθέτουν – σύμφωνα με τους ανθρώπους του κλάδου – μία από τις δυσκολότερες χρονιές των τελευταίων ετών.

Με αφορμή τις πρώτες συγκομιδές θερινής πατάτας στην περιοχή, συνομιλήσαμε με τον κ. Διονύση Μαλλιάρη, παραγωγό, ιδιοκτήτη συσκευαστηρίου και αντιπρόεδρο του Συλλόγου Πατατοπαραγωγών Τραγανού, ο οποίος μετέφερε την εικόνα που επικρατεί τόσο στα χωράφια όσο και στην αγορά.

Οι βροχές του χειμώνα άφησαν πίσω ζημιές και μειωμένες αποδόσεις

Ο πολύπειρος παραγωγός και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Πατατοπαραγωγών Τραγανού, κ. Διονύσης Μαλλιάρης, καλλιέργησε φέτος περίπου 1.000 στρέμματα θερινής πατάτας, με τις πρώτες φυτεύσεις του Ιανουαρίου να επηρεάζονται σημαντικά από τις έντονες βροχοπτώσεις και αρκετά χωράφια να παρουσιάζουν κενά και προβλήματα ανάπτυξης. «Πάρα πολλοί όσοι είχαμε φυτέψει τον Γενάρη είχαμε ζημιές», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως οι συνεχείς βροχές δημιούργησαν σοβαρές δυσκολίες ήδη από το πρώιμο στάδιο της καλλιέργειας.

Σύμφωνα με τον κ. Μαλλιάρη, αρκετές καλλιέργειες που κατάφεραν να “σωθούν” εμφανίζουν πλέον μειωμένες αποδόσεις, κυρίως λόγω των παρατεταμένων υγρασιών και της πίεσης που δέχθηκαν τα φυτά. Οι φυτεύσεις συνεχίστηκαν ουσιαστικά από τα τέλη Φεβρουαρίου και μετά, όταν οι καιρικές συνθήκες επέτρεψαν ξανά την είσοδο στα χωράφια.

Όπως τόνισε, οι πρώτες συγκομιδές που ήδη ξεκίνησαν στην περιοχή κινούνται σε «μέτριες προς μειωμένες» αποδόσεις, ενώ οι περισσότεροι παραγωγοί αναμένουν πλέον τις όψιμες πατάτες που θα αρχίσουν να βγαίνουν στα τέλη του μήνα.

Περονόσπορος και αλτερνάρια πιέζουν ασφυκτικά τις καλλιέργειες

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο παραγωγός στις ασθένειες που κυριάρχησαν φέτος στις πατατοκαλλιέργειες της περιοχής και εξακολουθούν να δημιουργούν έντονη πίεση στις καλλιέργειες. Οι συνεχείς εναλλαγές καιρού, η υγρασία και οι απότομες μεταβολές θερμοκρασίας δημιούργησαν – όπως εξηγεί – ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη περονοσπόρου και αλτερνάριας.

«Όποιος δεν ραντίσει τέταρτη – πέμπτη μέρα με σειρά φαρμάκων, έχει χάσει το περιβόλι του», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την πίεση που δέχονται οι παραγωγοί για συνεχή φυτοπροστασία.

Μάλιστα, όπως υπογράμμισε, ενώ σε μία συνηθισμένη χρονιά η καλλιέργεια ολοκληρωνόταν με περίπου 8-9 μυκητοκτόνες επεμβάσεις, φέτος οι ψεκασμοί έχουν ήδη φτάσει τους 13 και η καλλιεργητική περίοδος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. «Και ακόμα θέλουμε περίπου 20 ημέρες μέχρι να τελειώσουμε», σημείωσε, συνδέοντας άμεσα την αυξημένη φυτοπροστασία με την εκτόξευση του κόστους παραγωγής.

«Οι πατάτες είναι στα αζήτητα» – Πίεση από τις εισαγωγές και χαμηλές τιμές

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα δύσκολη εμφανίζεται και η κατάσταση στην αγορά. Σύμφωνα με τον κ. Μαλλιάρη, οι τιμές παραγωγού κινούνται περίπου στα 25 λεπτά το κιλό, επίπεδα που – όπως τονίζει – δεν καλύπτουν πλέον το αυξημένο κόστος καλλιέργειας.

«Δεν υπάρχει ζήτηση, δεν υπάρχει εξαγωγή», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι ακόμη και το εξαγωγικό κομμάτι, το οποίο στο παρελθόν απορροφούσε σημαντικές ποσότητες πατάτας από την περιοχή, έχει πλέον περιοριστεί δραματικά. Όπως ανέφερε, ενώ παλαιότερα η εξαγωγική δραστηριότητα διαρκούσε περίπου τρεις μήνες, πέρυσι περιορίστηκε σε λίγες ημέρες, ενώ φέτος – όπως λέει – «δεν χτυπάει τηλέφωνο».

Κατά τον ίδιο, σημαντικό ρόλο στην πίεση της αγοράς παίζουν και οι εισαγωγές αιγυπτιακής πατάτας, οι οποίες φτάνουν στην ελληνική αγορά σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. «Το παιχνίδι το χάσαμε από την Αίγυπτο», σημείωσε, συγκρίνοντας το κόστος παραγωγής μεταξύ των δύο χωρών, ιδιαίτερα σε πετρέλαιο και λιπάσματα.

Παράλληλα, τόνισε πως οι καλλιεργούμενες εκτάσεις σε Ηλεία και Αχαΐα εμφανίζονται μειωμένες κατά περίπου 20%-30% σε σχέση με προηγούμενες χρονιές, χωρίς όμως αυτό να έχει βοηθήσει την αγορά ή τις τιμές παραγωγού.

Γιατί πολλοί παραγωγοί εγκαταλείπουν τη φθινοπωρινή πατάτα

Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο κ. Μαλλιάρης και στη φθινοπωρινή πατάτα, εξηγώντας γιατί αρκετοί παραγωγοί της περιοχής αποφάσισαν να μην καλλιεργήσουν ξανά τη συγκεκριμένη περίοδο.

Όπως είπε, οι έντονες βροχοπτώσεις των προηγούμενων ετών προκάλεσαν σημαντικές ζημιές σε πολλές καλλιέργειες, με παραγωγούς να βλέπουν τις πατάτες να ξεχωρίζονται από τα χωράφια και τις αποδόσεις να καταρρέουν. Μεταξύ αυτών, όπως εξηγεί, ήταν και ο ίδιος, ο οποίος φέτος αποφάσισε, μετά από πολλά χρόνια, να μην καλλιεργήσει φθινοπωρινή πατάτα.

Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα των αποζημιώσεων, επισημαίνοντας ότι πολλοί παραγωγοί αισθάνθηκαν πως δεν υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση, παρά το υψηλό κόστος ασφάλισης της καλλιέργειας. «Δεν θέλαμε χάρες. Θέλαμε αυτό που πραγματικά δικαιούμαστε, αφού είμαστε ασφαλισμένοι», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι νέες κλιματικές συνθήκες καθιστούν πλέον τη φθινοπωρινή καλλιέργεια ιδιαίτερα επισφαλή, ενώ η αβεβαιότητα για τις αποζημιώσεις και η συνολική οικονομική πίεση οδηγούν ολοένα και περισσότερους παραγωγούς στην εγκατάλειψη της καλλιέργειας.

«Μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά η πατάτα βρίσκεται στο τέλος του δρόμου», είπε κλείνοντας τη συζήτηση, μεταφέροντας την αγωνία που επικρατεί σήμερα σε μεγάλο μέρος του πατατοπαραγωγικού κόσμου της Δυτικής Ελλάδας.

Ψαθά Παναγιώτα
Σπανάκι: Μια απαιτητική αλλά δυναμική καλλιέργεια με υψηλό κόστος και σταθερή ζήτηση Κηπευτικά Σπανάκι: Μια απαιτητική αλλά δυναμική καλλιέργεια με υψηλό κόστος και σταθερή ζήτηση

Το σπανάκι αποτελεί ένα από τα βασικά φυλλώδη λαχανικά της ελληνικής διατροφής, με σταθερή ζήτηση και διαχρονική παρουσία στο ελληνικό τραπέζι. Καθώς η ανοιξιάτικη παραγωγή βρίσκεται αυτή την περίοδο στην κορύφωσή της και οι συγκομιδές συνεχίζονται σε αρκετές περιοχές της χώρας, η καλλιέργεια παραμένει ενεργή σε πολλά παραγωγικά κέντρα, με τους παραγωγούς να διαχειρίζονται καθημερινά τις ιδιαίτερες απαιτήσεις ενός ευπαθούς και απαιτητικού προϊόντος.

Ο ΑγροΤύπος συνομίλησε με τον πρόεδρο του Α.Σ. Φυλλωδών Λαχανικών Μεγάρων «Mega Leaves Coop», κ. Δημήτρη Δάλλα, ο οποίος μίλησε για τη φετινή εικόνα της παραγωγής, τις απαιτήσεις της καλλιέργειας, τα προβλήματα φυτοπροστασίας, τις τιμές, αλλά και τη στρατηγική που ακολουθούν πλέον αρκετοί παραγωγοί προκειμένου να διατηρούν παραγωγή ακόμη και κατά τους θερινούς μήνες.

Η καλλιέργεια σπανακιού 

Το σπανάκι συγκαταλέγεται στα ψυχρόφιλα φυλλώδη λαχανικά και για τον λόγο αυτό η καλλιέργειά του συνδέεται κυρίως με το φθινόπωρο, τον χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης, όταν επικρατούν ηπιότερες θερμοκρασίες και ευνοϊκότερες συνθήκες ανάπτυξης. Όπως επισημαίνει ο κ.  Δάλλας, οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού δυσκολεύουν σημαντικά την παραγωγή, καθώς το φυτό δεν αντέχει παρατεταμένους καύσωνες και έντονο θερμικό στρες.

«Σε πολλές ημέρες καύσωνα το σπανάκι θα έχει πρόβλημα», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως η καλλιέργεια κατά τους θερινούς μήνες μπορεί να διατηρηθεί μόνο σε περιοχές με πιο δροσερό μικροκλίμα και χαμηλότερες θερμοκρασίες. Στην περίπτωση του Α.Σ.  Μεγάρων, η παραγωγή μεταφέρεται τους θερινούς μήνες στην Ορεινή Κορινθία, όπου οι συνθήκες θεωρούνται καταλληλότερες για τη διατήρηση της καλλιέργειας.

Παράλληλα, όπως αναφέρει, η δυνατότητα θερινής παραγωγής εξαρτάται τόσο από τις κλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής όσο και από τη ζήτηση της αγοράς. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οι καταναλωτές στρέφονται συχνότερα σε άλλα λαχανικά και πιο «δροσερές» επιλογές, με αποτέλεσμα η κατανάλωση σπανακιού να είναι συνήθως περιορισμένη σε σχέση με τον χειμώνα.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί νέες υβριδικές ποικιλίες με μεγαλύτερη αντοχή και καλύτερη προσαρμογή σε δυσκολότερες συνθήκες, δίνοντας τη δυνατότητα σε ορισμένους παραγωγούς να διατηρούν παραγωγή και εκτός της κλασικής περιόδου καλλιέργειας, σύμφωνα με τον πρόεδρο.

Υψηλές απαιτήσεις σε νερό, λίπανση και καθημερινή παρακολούθηση

Παρά το γεγονός ότι η καλλιέργεια δεν θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη τεχνικά, ο πρόεδρος επισημαίνει ότι πρόκειται για μια καλλιέργεια με σημαντικό κόστος και αυξημένες ανάγκες σε φροντίδα. «Είναι εύκολη καλλιέργεια, αλλά αρκετά κοστοβόρα», αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως το σπανάκι είναι ιδιαίτερα απαιτητικό τόσο σε νερό όσο και σε θρεπτικά στοιχεία, κυρίως σε άζωτο, όπως συμβαίνει γενικότερα με τα φυλλώδη λαχανικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, κατά τη χειμερινή περίοδο οι ανάγκες άρδευσης είναι περιορισμένες, καθώς η καλλιέργεια μπορεί να αναπτυχθεί αξιοποιώντας την εδαφική υγρασία και τις βροχοπτώσεις. Αντίθετα, από την άνοιξη και μετά οι απαιτήσεις αυξάνονται σημαντικά. «Με το που μπει η άνοιξη θέλει καθημερινή φροντίδα στο νερό», σημειώνει, εξηγώντας πως η έλλειψη άρδευσης μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ανάπτυξη του φυτού και την ποιότητα των φύλλων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στην ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης της καλλιέργειας, ειδικά στα πρώτα στάδια ανάπτυξης. Όπως αναφέρει, «ο μεγαλύτερος εχθρός όταν το φυτό είναι η κάμπια. Αν πέσει στο χωράφι, μπορεί μέσα σε 24 ώρες να εξαφανίσει το φυτό».

Παράλληλα, σημαντικό πρόβλημα εξακολουθεί να αποτελεί ο περονόσπορος, ενώ κατά περιόδους εμφανίζονται και άλλες ασθένειες και προσβολές που επηρεάζουν την καλλιέργεια. Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί παρατηρούν και αυξημένη παρουσία εντόμων, όπως θρίπες και αφίδες, ιδιαίτερα την ανοιξιάτικη περίοδο. «Θέλει καθημερινή παρακολούθηση και σωστούς χειρισμούς», επισημαίνεται στη συζήτηση, με τον ίδιο να αναφέρεται στη σημασία του αερισμού, της καλής στράγγισης και της χρήσης εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

Συγκομιδή, εργατικά και ανάγκη για συνεχή παραγωγή

Η διάρκεια του βιολογικού κύκλου διαφοροποιείται ανάλογα με την εποχή και την ποικιλία. Το ανοιξιάτικο σπανάκι μπορεί να συγκομιστεί περίπου σε 45 ημέρες από τη σπορά, ενώ το χειμερινό απαιτεί πάνω από δύο μήνες.

Ο κ. Δάλλας εξηγεί ότι στον συνεταιρισμό οι σπορές γίνονται σταδιακά ανά λίγες ημέρες, ώστε να υπάρχει συνεχής ροή παραγωγής και να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ωρίμανση μεγάλων ποσοτήτων. «Κάθε πέντε μέρες ξεκινάμε και μια καινούργια καλλιέργεια», αναφέρει, σημειώνοντας πως αυτή την περίοδο ο συνεταιρισμός διαθέτει περίπου 300 στρέμματα έτοιμα για συγκομιδή και άλλα τόσα σε νεότερο στάδιο ανάπτυξης.

Στο κομμάτι της συγκομιδής, ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως για την αγορά νωπού προϊόντος η κοπή γίνεται κυρίως με τη ρίζα, κάτι που αυξάνει σημαντικά τις ανάγκες σε εργατικό προσωπικό. «Όταν το προϊόν πάει κατευθείαν στον καταναλωτή ή στα σούπερ μάρκετ, το φυτό πρέπει να κόβεται με τη ρίζα», τονίζει, επισημαίνοντας ότι η διαδικασία αυτή απαιτεί πολλά εργατικά χέρια και ανεβάζει σημαντικά το τελικό κόστος παραγωγής.

Αντίθετα, στη μεταποίηση χρησιμοποιούνται συχνότερα μηχανήματα συγκομιδής φύλλων, καθώς το προϊόν προορίζεται για έτοιμες σαλάτες ή για βιομηχανίες τροφίμων. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει πως το σπανάκι είναι ιδιαίτερα ευπαθές προϊόν και πρέπει να διακινηθεί άμεσα μετά τη συγκομιδή. «Την ίδια μέρα πρέπει να φύγει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Κόστος παραγωγής, τιμές και η πίεση που δέχονται οι παραγωγοί

Ο κ. Δάλλας στάθηκε ιδιαίτερα στο αυξημένο κόστος παραγωγής, αλλά και στις διακυμάνσεις που παρουσιάζουν οι τιμές του προϊόντος στην αγορά. Όπως αναφέρει, το συνολικό κόστος —μαζί με εργατικά, άρδευση, φυτοπροστασία και καλλιεργητικές φροντίδες— φτάνει περίπου τα 500 ευρώ ανά στρέμμα.

«Τα κοστολόγια είναι πλέον πολύ πιο αυξημένα σε σχέση με παλιότερα», επισημαίνει, εξηγώντας ότι αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που αρκετοί παραγωγοί εγκαταλείπουν σταδιακά την καλλιέργεια. Την ίδια στιγμή, οι τιμές παραγωγού παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις ανάλογα με την εποχή και τη διαθεσιμότητα προϊόντος στην αγορά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τον χειμώνα —όταν η παραγωγή είναι πιο δύσκολη— η τιμή μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 2 ευρώ το κιλό σε ακραίες περιπτώσεις, ενώ αυτή την περίοδο κινείται περίπου στο 1,20 ευρώ το κιλό. «Είναι μια τιμή που αφήνει κάτι και στον παραγωγό», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας πάντως ότι τα αυξημένα κόστη συνεχίζουν να πιέζουν σημαντικά την καλλιέργεια.

Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θερινή παραγωγή σε ορεινές περιοχές, όπου παρά τα αυξημένα μεταφορικά έξοδα, οι καλύτερες τιμές της αγοράς καλύπτουν το επιπλέον κόστος. «Μέσα στο καλοκαίρι οι τιμές είναι αρκετά καλές για τον παραγωγό και αξίζει τον κόπο», υπογραμμίζει ο κ. Δάλλας, εξηγώντας πως η περιορισμένη προσφορά εκείνη την περίοδο δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες διάθεσης για όσους μπορούν να συνεχίσουν την παραγωγή.

Ψαθά Παναγιώτα
Βιολογική αγορά: Πώς κινείται η ζήτηση από τα τελευταία χειμερινά στα πρώτα καλοκαιρινά κηπευτικά Κηπευτικά Βιολογική αγορά: Πώς κινείται η ζήτηση από τα τελευταία χειμερινά στα πρώτα καλοκαιρινά κηπευτικά

Η άνοιξη προχωρά και μαζί της αλλάζει σταδιακά και η εικόνα στους πάγκους των βιολογικών αγορών. Τα πρώτα καλοκαιρινά κηπευτικά αρχίζουν να εμφανίζονται δειλά δίπλα στα τελευταία χειμωνιάτικα, σε μια μεταβατική περίοδο που για τους βιοκαλλιεργητές αποτελεί πάντα κρίσιμο σημείο της χρονιάς. Πίσω όμως από τα προϊόντα που φτάνουν στον καταναλωτή, κρύβεται μια απαιτητική καθημερινότητα, με τις καιρικές συνθήκες, το αυξημένο κόστος και τις δυσκολίες της βιολογικής παραγωγής να επηρεάζουν άμεσα τις αποδόσεις και τη διαθεσιμότητα.

Για την εικόνα που επικρατεί αυτή την περίοδο στη βιολογική αγορά, τις τιμές, τη ζήτηση αλλά και τις δυσκολίες της παραγωγής, συνομιλήσαμε με την κα. Άννα Καραμιχάλη, μία παραγωγό με πολυετή παρουσία στον χώρο της βιολογικής καλλιέργειας και μέλος της Ένωσης Αγροτών Βιοκαλλιεργητών Βόρειας Ελλάδας. 

Τα πρώτα καλοκαιρινά μπαίνουν στους πάγκους – Τι ζητά ο καταναλωτής

Όπως περιγράφει η παραγωγός, η αγορά βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μεταβατική φάση. Τα χειμωνιάτικα προϊόντα παραμένουν ακόμη διαθέσιμα, ωστόσο ήδη έχουν ξεκινήσει να εμφανίζονται τα πρώτα καλοκαιρινά κηπευτικά, τα οποία φαίνεται πως αναζητά περισσότερο και ο κόσμος.

Στους πάγκους αυτή την περίοδο μπορεί κανείς να βρει μαρούλια, ρόκα, σπανάκι, αντίδια, ραδίκια, σέσκουλα, μυρωδικά όπως άνηθο και μαϊντανό, ενώ σταδιακά κάνουν την εμφάνισή τους κολοκυθάκια, αγγουράκια και πιπεριές. Η ίδια εξηγεί πως λόγω καθυστερημένων σπορών και των δύσκολων καιρικών συνθηκών, η παραγωγή της φέτος είναι περιορισμένη σε σχέση με άλλες χρονιές.

«Τώρα ζητάνε αγγουράκι και κολοκυθάκι ιδιαίτερα», επισημαίνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η αγορά στρέφεται πλέον στα φρέσκα καλοκαιρινά προϊόντα. Παράλληλα, σημειώνει ότι αρκετοί παραγωγοί έχουν ήδη ξεκινήσει να διαθέτουν αρακά, ενώ οι πρώτες ντομάτες από πρώιμες καλλιέργειες αναμένονται μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και ορισμένα πιο «ειδικά» προϊόντα που διατηρούν το δικό τους σταθερό κοινό. Η κα. Καραμιχάλη αναφέρει χαρακτηριστικά το «σταμναγκάθι», ένα λιγότερο διαδεδομένο χορταρικό που, όπως λέει, χρησιμοποιείται κυρίως σε σαλάτες. «Εγώ το βάζω εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια, αλλά είναι ιδιαίτερο, δεν το βρίσκεις εύκολα», αναφέρει.

Τιμές, δυσκολίες παραγωγής και οι επιπτώσεις του καιρού

Σε ό,τι αφορά τις τιμές, η ίδια εξηγεί ότι στη βιολογική αγορά διαμορφώνονται ανάλογα με τη διαθεσιμότητα και την εποχή. Αυτή την περίοδο, το σπανάκι κινείται περίπου από 2,5 έως 3,5 ευρώ το κιλό, ενώ αντίστοιχα επίπεδα καταγράφονται και στα μαρούλια. Τα μυρωδικά διατίθενται περίπου από 0,80 έως 1 ευρώ το ματσάκι, ενώ για τα πρώτα καλοκαιρινά προϊόντα, όπως ντομάτα, αγγούρι και πιπεριά, εκτιμά πως οι τιμές θα κινηθούν γύρω στα 3 ευρώ το κιλό.

Πίσω όμως από την εικόνα της αγοράς, η παραγωγός περιγράφει μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για τις βιολογικές καλλιέργειες. Ο παρατεταμένος κύκλος βροχοπτώσεων τον Φεβρουάριο δημιούργησε σοβαρά προβλήματα τόσο στις σπορές όσο και στις ήδη εγκατεστημένες καλλιέργειες. «Εκείνον τον ενάμιση μήνα που έβρεχε συνεχώς, δυσκόλεψε όλους τους παραγωγούς», αναφέρει, ενώ προσθέτει πως σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν προσβολές από ασθένειες και επομένως απώλειες παραγωγής.

Η ίδια υπογραμμίζει πως στη βιολογική γεωργία οι δυσκολίες είναι ακόμη μεγαλύτερες όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν σωστές παρεμβάσεις στις καλλιέργειες. «Στα βιολογικά πάντα έχουμε προβλήματα», σημειώνει, περιγράφοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί χωρίς τα εργαλεία της συμβατικής γεωργίας.

Παράλληλα, η οικονομική πίεση παραμένει έντονη τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές. Παρ’ όλα αυτά, η κα. Καραμιχάλη τονίζει ότι συνεχίζουν να υπάρχουν σταθεροί πελάτες, ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και αυξημένο ενδιαφέρον από νέους ανθρώπους που επιλέγουν συνειδητά βιολογικά προϊόντα για τη διατροφή τους. «Υπάρχει ενδιαφέρον και από νέους ανθρώπους που θέλουν το βιολογικό στη διατροφή τους και καλά θα κάνουν», αναφέρει, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η οικονομική κρίση επηρεάζει συνολικά την αγοραστική δυνατότητα.

Κλείνοντας, η έμπειρη βιοκαλλιεργήτρια σημειώνει πως η άνοιξη και το φθινόπωρο παραμένουν οι πιο σημαντικές περίοδοι για τις υπαίθριες βιολογικές αγορές, καθώς τότε αυξάνεται η ζήτηση για εποχικά προϊόντα. «Είναι καλές περίοδοι να διοχετεύσεις τα προϊόντα και να τα πουλήσεις», τονίζει χαρακτηριστικά.

Ψαθά Παναγιώτα
Τι σημαίνει η υψηλή αγωγιμότητα για τα φυτά του θερμοκηπίου και πώς προσαρμοζόμαστε. Αρδευτικά, Εγγειοβελτιωτικά Όταν το νερό άρδευσης αλλάζει τους κανόνες της θρέψης

Τον Νοέμβριο του 2025 το νερό του Φράγματος των Μπραμιανών έδειξε αγωγιμότητα 2,92 mS/cm, χλώριο 688 ppm και νάτριο 379 ppm. Δύο χρόνια πριν, τον Ιανουάριο 2023, οι αντίστοιχες τιμές ήταν: αγωγιμότητα  1,02 — χλώριο 154 — νάτριο 94. Σε λιγότερο από τρία χρόνια το χλώριο και το νάτριο τετραπλασιάστηκαν, η αγωγιμότητα υπερδιπλασιάστηκε. Αν είσαι παραγωγός θερμοκηπίου στην Ιεράπετρα ή σε άλλη μεσογειακή περιοχή που χρησιμοποιεί τέτοιο νερό, την αλλαγή τη βλέπεις ήδη — στις λιπάνσεις, στους καρπούς, στα φύλλα. Αυτό το άρθρο δείχνει τι ακριβώς συμβαίνει και τι μπορείς να κάνεις γι' αυτό.

Τι μετράει η ηλεκτρική αγωγιμότητα (EC) — και τι σου κρύβει

Όταν ρωτάς έναν παραγωγό για το νερό του, η πρώτη απάντηση είναι σχεδόν πάντα μια τιμή EC. «Έχω 2,5», «έχω 1,8». Η ηλεκτρική αγωγιμότητα (EC) είναι εύκολη μέτρηση και δίνει μια πρώτη εικόνα. Δεν δίνει όμως όλη την εικόνα.

Η EC σού λέει πόσα άλατα κουβαλάει το νερό σου. Δεν σου λέει ποια. Αυτή είναι η σημαντικότερη διαφορά. Δύο νερά με EC 2,5 μπορούν να συμπεριφέρονται εντελώς διαφορετικά. Αν στο πρώτο τα άλατα είναι κυρίως ασβέστιο, μαγνήσιο και θειικά, διαχειρίζεται σχετικά εύκολα. Αν στο δεύτερο είναι κυρίως νάτριο και χλώριο — όπως στο φράγμα της Ιεράπετρας — έχεις άλλο πρόβλημα: τοξικότητα, ανταγωνισμό με τα θρεπτικά στοιχεία, αλλαγές στο έδαφος. Άρα η EC είναι χρήσιμη μόνο μαζί με πλήρη ανάλυση ιόντων. Η EC θα σου πει πόσα. Η ανάλυση θα σου πει ποια.

Ένας δεύτερος δείκτης που πρέπει να ξέρεις είναι το SAR (Sodium Adsorption Ratio). Σου λέει αν το νάτριο θα χαλάσει και το χώμα σου, όχι μόνο το φυτό. Όσο υψηλότερο το SAR, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος νατρίωσης του εδάφους — δηλαδή το νάτριο εκτοπίζει σταδιακά το ασβέστιο από τη δομή του εδάφους και αυτή «καταρρέει». Το έδαφος γίνεται λιγότερο διαπερατό, η αποστράγγιση χειροτερεύει, οι ρίζες υποφέρουν. Πάνω από SAR=3 ξεκινά η ζώνη ανησυχίας κατά FAO. Στο φράγμα είμαστε σταθερά πάνω από 5.

Όλα τα στοιχεία που ακολουθούν στηρίζονται σε 37 αναλύσεις νερού από Ιανουάριο 2023 έως Απρίλιο 2026, που εκτέλεσε το εδαφολογικό εργαστήριο της Rijk Zwaan Hellas.

39 μήνες - η τροχιά

Στις αρχές του 2023 το νερό βρισκόταν στα όρια του διαχειρίσιμου: EC 1,02, χλώριο 154 ppm, νάτριο 94 ppm. Στην ταξινόμηση USDA (Riverside, 1954) έπεφτε στην κλάση C3-S1 — «υψηλή αλατότητα, χαμηλός κίνδυνος νατρίωσης». Νερό που μπορείς να δουλέψεις, με τις σωστές προσαρμογές. Για περίπου ενάμιση χρόνο, οι τιμές παρέμειναν σχετικά σταθερές γύρω στο 1,0–1,2 mS/cm.

Από τα μέσα του 2024 ξεκινά η ραγδαία επιδείνωση. Η EC ανεβαίνει συστηματικά σχεδόν κάθε μήνα, το χλώριο και το νάτριο εκτινάσσονται. Μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 2025, μέσα σε έναν μόλις μήνα, το χλώριο πηγαίνει από 383 σε 550 ppm. Τον Ιούλιο 2025 το νερό περνά για πρώτη φορά στην κλάση C4-S2 — «πολύ υψηλή αλατότητα, μέτριος κίνδυνος νατρίωσης». Σε αυτή την κλάση, η άρδευση σε συνήθη γεωργικά εδάφη γίνεται προβληματική. Από εκείνο το σημείο και μετά, δεν επιστρέφει.

Τον Νοέμβριο 2025 χτυπάει την κορυφή στα 2,92 mS/cm — πάνω από τετραπλάσιο του ορίου FAO για «κανέναν περιορισμό» (που είναι 0,7). Χλώριο 688 ppm — διπλάσιο της ζώνης σοβαρού περιορισμού. Νάτριο 379 ppm.

Όταν το νερό άρδευσης αλλάζει τους κανόνες της θρέψης

Γράφημα: Εξέλιξη της ηλεκτρικής αγωγιμότητας του νερού από Ιανουάριο 2023 έως Απρίλιο 2026. Δύο φάσεις: σταθερή πορεία γύρω στο 1,0–1,2 mS/cm μέχρι τα μέσα 2024, και επιταχυνόμενη άνοδος στη συνέχεια που κορυφώνεται τον Νοέμβριο 2025 στα 2,92.

Η σύγκριση των άκρων δείχνει το πραγματικό μέγεθος της αλλαγής:

Όταν το νερό άρδευσης αλλάζει τους κανόνες της θρέψης

Σε 39 μήνες, ένα νερό που ήταν διαχειρίσιμο πέρασε σε κατηγορία ακαταλληλότητας. Αυτό δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε πολλές μεσογειακές πηγές άρδευσης, εκεί που η υπεράντληση γεωτρήσεων, η λειψυδρία και η διείσδυση θαλασσινού νερού συναντώνται. Απλώς, χάρη στις πυκνές αναλύσεις, εδώ μπορούμε να το δούμε με αριθμητική ακρίβεια.

Το άλλο που δείχνει η σειρά αναλύσεων — και που δεν φαίνεται μόνο από την EC — είναι η αλλαγή στη σύσταση. Δεν αυξήθηκαν όλα τα ιόντα στον ίδιο βαθμό. Το χλώριο και το νάτριο εκτινάχθηκαν (+257% και +218% αντίστοιχα), ενώ τα διτανθρακικά κινήθηκαν μόλις +16%. Το βόριο, παρότι παραμένει εντός των ορίων FAO, σχεδόν τριπλασιάστηκε (από 0,05 σε 0,13 ppm) — κάτι που πρέπει να παρακολουθούμε γιατί στο βόριο τα κατώφλια ευαισθησίας ορισμένων καλλιεργειών είναι χαμηλά. Όταν, λοιπόν, λέμε «το νερό βαραίνει», στην πραγματικότητα εννοούμε ότι αλλάζει χαρακτήρα: γίνεται πιο νατριούχο-χλωριούχο, που είναι ακριβώς ο τύπος αλατούχου νερού που κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες.

Πώς σε χτυπάει στα φυτά

Η αλατότητα κάνει ζημιά με δύο τρόπους που τρέχουν ταυτόχρονα. Καλό είναι να τους ξέρεις χωριστά, γιατί χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση.

Ο πρώτος είναι ωσμωτικός — μια «ξηρασία μέσα στο νερό». Όταν το έδαφος γύρω από τη ρίζα είναι γεμάτο άλατα, το φυτό δυσκολεύεται να τραβήξει νερό από εκεί. Είναι σαν να ρουφάει από ένα όλο και πιο στενό καλαμάκι: όσο περισσότερα άλατα, τόσο μεγαλύτερη «δύναμη» χρειάζεται για να τραβήξει νερό. Το αποτέλεσμα είναι μαραμένα φύλλα τη μέρα ακόμα και σε χωράφια που μόλις ποτίστηκαν — η λεγόμενη «φυσιολογική ξηρασία». Δεν φταίει η συχνότητα ποτίσματος, φταίει η ποιότητα του νερού.

Η επίπτωση είναι μετρήσιμη και δραματική. Σε πειράματα του Schwarz & Kuchenbuch (1998) σε ντομάτα, η παραγωγή έπεσε 50% όταν η EC του διαλύματος έφτασε στα 6 dS/m — απλά γιατί το φυτό δεν μπορούσε να τραβήξει το νερό. Σε αντίστοιχη μελέτη της Reina-Sánchez και των συνεργατών της (2005), φυτά ντομάτας που αρδεύτηκαν με αλατούχο νερό κατανάλωσαν 40% λιγότερο νερό από τα φυτά ελέγχου. Δεν ήταν θέμα ποσότητας που τους έδωσαν — δεν μπορούσαν να το προσλάβουν.

Ο δεύτερος τρόπος είναι ιοντικός — το νάτριο που «ξεγελάει» τους μηχανισμούς πρόσληψης της ρίζας. Εδώ είναι το πιο σημαντικό κομμάτι, γιατί επηρεάζει άμεσα τη λίπανσή σου.

Σκέψου τη ρίζα ως ένα ταμείο που δέχεται πελάτες-ιόντα. Έχει ξεχωριστές «θυρίδες» που υποτίθεται ότι περνούν κάλιο, ασβέστιο, μαγνήσιο. Οι θυρίδες όμως δεν ελέγχουν πιστοποιητικά — αναγνωρίζουν φορτίο και μέγεθος. Αν στην ουρά υπάρχουν 45 πελάτες-νάτριο για κάθε 1 πελάτη-κάλιο, και το νάτριο μοιάζει αρκετά με το κάλιο, τι θα περάσει από τη θυρίδα; Κυρίως νάτριο — ακόμα και αν η θυρίδα «θέλει» κάλιο.

Τα νούμερα στο φράγμα δείχνουν ακριβώς αυτή την εικόνα. Στις 12 αναλύσεις του τελευταίου δωδεκαμήνου (Μάιος 2025 – Απρίλιος 2026), το νάτριο κυριαρχεί συντριπτικά στο νερό. Για κάθε ιόν καλίου που φτάνει στη ρίζα μέσω του νερού άρδευσης, υπάρχουν περίπου 45 ιόντα νατρίου. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι όσο κάλιο και να βάλεις στη λίπανση, ένα μεγάλο μέρος του «εκτοπίζεται» στη ρίζα από το νάτριο που κουβαλάει το νερό σου.

Όταν το νερό άρδευσης αλλάζει τους κανόνες της θρέψης

Γράφημα 1. Σχηματική απεικόνιση του ανταγωνισμού ιόντων στη ρίζα. Όταν το νάτριο υπερτερεί αριθμητικά του καλίου και του ασβεστίου στο νερό άρδευσης, περνά μέσω των μεταφορέων που προορίζονται για αυτά — με αποτέλεσμα λειτουργικές ελλείψεις στο φυτό, ακόμα και όταν η λίπανση είναι επαρκής.

Το ίδιο ισχύει και για το ασβέστιο. Όταν το νάτριο βρίσκεται σε πολύ υψηλή συγκέντρωση, εκτοπίζει το ασβέστιο στα σημεία πρόσληψης. Αυτό εξηγεί γιατί η ξηρή σήψη κορυφής (blossom end rot) εμφανίζεται με κακό νερό ακόμα κι όταν προσθέτεις περισσότερο ασβέστιο στη λίπανση. Πρόσφατη μελέτη του Al Hosni και συνεργατών (2025) στο Irrigation Science το έδειξε πειραματικά: όσο ανέβαζαν το ασβέστιο στο διάλυμα (από 6 σε 18 mM), τόσο λιγότερο νάτριο κατέληγε στους ιστούς της ντομάτας και η σταθερότητα του περικαρπίου βελτιωνόταν.

Όταν το νερό άρδευσης αλλάζει τους κανόνες της θρέψης

Γράφημα 2. Σύσταση των κατιόντων στο νερό για το τελευταίο δωδεκάμηνο (Μάιος 2025 – Απρίλιος 2026). Το νάτριο αποτελεί σταθερά το 65–70% του συνόλου, ενώ το κάλιο μόλις 1–2%. Για κάθε ιόν καλίου που φτάνει στη ρίζα μέσω του νερού άρδευσης, υπάρχουν 45 ιόντα νατρίου.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι ελλείψεις που βλέπεις είναι «λειτουργικές», όχι πραγματικές. Δίνεις τα θρεπτικά, αλλά το φυτό δεν τα παίρνει — γιατί το νάτριο προηγείται στη σειρά. Στην πράξη μεταφράζεται σε μικρότερους καρπούς, πτώση ανθέων στην πιπεριά, μαλακούς καρπούς αγγουριού, ανομοιόμορφη ωρίμανση στην ντομάτα, ξηρή σήψη.

Ο ανταγωνισμός όμως δεν περιορίζεται στο νάτριο. Τα ίδια τα θρεπτικά ανταγωνίζονται μεταξύ τους όταν οι αναλογίες τους ξεφύγουν. Ασβέστιο, μαγνήσιο και κάλιο μοιράζονται μεταφορείς στη ρίζα — αν δώσεις πολύ μαγνήσιο, εκτοπίζεται κάλιο και ασβέστιο· αν δώσεις υπερβολικό κάλιο, εκτοπίζεται μαγνήσιο. Στο τελικό διάλυμα εφαρμογής στοχεύεις να κρατήσεις την αναλογία Ca:Mg:K σε ισορροπία της τάξης 2-3 : 1 : 2-4 (ανάλογα με στάδιο και υπόστρωμα). Σε σκληρά μεσογειακά νερά, που συχνά κουβαλούν περίσσεια μαγνησίου, αυτή η αναλογία βγαίνει εύκολα εκτός — και τότε εμφανίζονται «ελλείψεις» καλίου ή ασβεστίου ακόμα και όταν τα δίνεις σε επαρκείς ποσότητες.

Υπάρχει και μια τρίτη επίπτωση που συχνά παραβλέπεται: τα διτανθρακικά του νερού. Στο φράγμα κινούνται γύρω στα 150 ppm — μέσα στη ζώνη ελαφρού περιορισμού του FAO. Όταν τα διτανθρακικά είναι υψηλά, ανεβάζουν το pH στη ριζόσφαιρα, και σε υψηλό pH ιχνοστοιχεία όπως ο σίδηρος, το μαγγάνιο, ο ψευδάργυρος και το βόριο γίνονται λιγότερο διαθέσιμα — «δεσμεύονται» χημικά σε μορφές που η ρίζα δεν παίρνει. Το βλέπεις σαν χλώρωση μεταξύ των νεύρων του φύλλου, ιδίως σε υδροπονικές καλλιέργειες, μέσα σε λίγες εβδομάδες αν δεν προσθέτεις συστηματικά νιτρικό οξύ για εξουδετέρωση.

Τι θα δεις στην καλλιέργειά σου

Με μέση EC νερού του τελευταίου δωδεκαμήνου τα 2,55 mS/cm, οι αναμενόμενες απώλειες ανά καλλιέργεια — με βάση τα κατώφλια ανοχής Maas-Hoffman (1977), που είναι η αναφορά παγκοσμίως — είναι οι εξής:

Ντομάτα (κατώφλι ECw 1,7). Αναμενόμενη απώλεια από αλατότητα: 8–10%. Η ντομάτα είναι σχετικά ανθεκτική στο νάτριο, αλλά πιο ευαίσθητη στο χλώριο. Με κακό νερό θα δεις αυξημένη ξηρή σήψη κορυφής, ανομοιόμορφη ωρίμανση, μικρότερο μέγεθος καρπών. Συχνά οι παραγωγοί το αποδίδουν σε «ζέστη», «κακή σοδειά» ή ιώσεις — ενώ είναι το νερό.

Αγγούρι (κατώφλι ECw 1,7). Παρόμοια EC ανοχή με την ντομάτα, αλλά πιο ευαίσθητο στο χλώριο. Οι απώλειες σε ποσότητα συν ποιότητα φτάνουν εύκολα 15–20%: μαλακοί καρποί, πικρή γεύση, μειωμένη διάρκεια συντήρησης μετά τη συγκομιδή.

Πιπεριά (κατώφλι ECw 1,0). Εδώ μιλάμε για 20–25% αναμενόμενη απώλεια παραγωγής, με συχνά ποιοτικά προβλήματα: μικροί καρποί, πτώση ανθέων, ξηρή σήψη.

Μελιτζάνα (κατώφλι ECw ~0,7). Η μεγάλη έκπληξη. Παρότι παραδοσιακά τη θεωρούμε «ανθεκτική», το πραγματικό κατώφλι είναι μόλις 0,7 — πιο χαμηλά από την πιπεριά. Με την τρέχουσα EC του φράγματος, οι απώλειες είναι παρόμοιες ή και υψηλότερες από αυτές της πιπεριάς.

Όταν το νερό άρδευσης αλλάζει τους κανόνες της θρέψης

Γράφημα 3. Σύγκριση της μέσης EC του νερού (≈2,55 mS/cm) με τα κατώφλια ανοχής Maas-Hoffman για τις τέσσερις κύριες θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Η μαύρη γραμμή (πραγματική EC) βρίσκεται πάνω από το όριο μηδενικής απώλειας και για τις τέσσερις, και βαθιά μέσα στη ζώνη απωλειών για πιπεριά και μελιτζάνα.

Ένας αστερίσκος εδώ: τα κατώφλια Maas-Hoffman υπολογίστηκαν για υπαίθριες καλλιέργειες. Στο θερμοκήπιο, και ειδικά σε καλλιέργειες σε υπόστρωμα, η ανοχή είναι λίγο υψηλότερη επειδή ελέγχεις καλύτερα τη ριζόσφαιρα. Η λογική όμως είναι ίδια: όσο μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ κατωφλιού και πραγματικής EC, τόσο μεγαλώνει και η απώλεια.

Πιο πρακτική παρατήρηση: αν δουλεύεις με τέτοιο νερό χωρίς προσαρμογές, θα βλέπεις «ανεξήγητες» πτώσεις σε συγκομιδή, ποιοτικά θέματα που τα αποδίδεις σε «ζέστη», «ίωση», «κακή σοδειά». Συχνά δεν είναι τίποτα από αυτά. Είναι το νερό σου που έχει αλλάξει.

Άλλη μια διαπίστωση που αξίζει να γνωρίζεις: ένα μικρό ποσοστό του νατρίου του νερού φτάνει πραγματικά μέσα στους ιστούς του φυτού — στη ντομάτα μόνο 2–3% του νατρίου που της προσφέρουμε καταλήγει στους ιστούς. Ακούγεται λίγο. Όμως όταν το νερό σου έχει 300–400 ppm νατρίου, και αυτό το 3% πολλαπλασιάζεται μέρα με τη μέρα μέσα σε μια σεζόν, αρκεί για να κάνει όλη τη ζημιά που βλέπεις στους καρπούς.

Υπάρχει αντιμετώπιση;

Η κατάσταση είναι σοβαρή αλλά διαχειρίσιμη. Έξι κινήσεις δουλεύουν στην πράξη — και δουλεύουν καλύτερα συνδυασμένες.

1. Προσαρμόζεις τη λίπανση. Η συνταγή που έδινες με νερό EC 1,0–1,2 δεν δουλεύει με 2,5–3,0. Συγκεκριμένα:

  • Αύξηση καλίου 20–30% σε σχέση με τις τυπικές συνταγές, για να αντισταθμιστεί η «κλοπή» από το νάτριο
  • Ενίσχυση ασβεστίου από το δέσιμο των καρπών και μετά, μέσω νιτρικού ασβεστίου. Αυτή η μία κίνηση μπορεί να μειώσει σημαντικά το νάτριο που καταλήγει στους καρπούς
  • Ισορροπία Ca:Mg:K στο τελικό διάλυμα εφαρμογής (ενδεικτικά της τάξης 2-3 : 1 : 2-4), ελεγχόμενη μετά τη μίξη με το νερό — όχι μόνο στις ποσότητες λιπασμάτων που βάζεις στις δεξαμενές
  • Εξουδετέρωση διτανθρακικών με νιτρικό οξύ. Στόχος pH διαλύματος 5,8–6,0. Διαφορετικά, στη ριζόσφαιρα δεσμεύονται σίδηρος, μαγγάνιο, ψευδάργυρος και βόριο — και βλέπεις χλώρωση μεταξύ των νεύρων

2. Ξεπλένεις περισσότερο (αυξάνεις το leaching fraction). Το LF είναι το ποσοστό του εφαρμοζόμενου νερού που φεύγει με την αποστράγγιση και ξεπλένει τα άλατα κάτω από τη ρίζα. Με καλό νερό αρκεί 15–20%. Με νερό σαν του φράγματος, το ανεβάζεις σε 30–40%. Πρακτικά, για κάθε 100 λίτρα που χρειάζεται το φυτό, εφαρμόζεις 143–167. Ακούγεται σπατάλη σε εποχή λειψυδρίας — είναι όμως η μόνη εναλλακτική στη σταδιακή αλάτωση της ρίζας. Έλεγχος πάντα με μέτρηση EC αποστράγγισης: αν αυτή είναι 1,5–2 φορές την EC εφαρμογής, το LF σου είναι σωστό.

3. Εμβολιάζεις σε ανθεκτικό υποκείμενο. Αν υπάρχει μία επένδυση με δοκιμασμένη απόδοση σε αλατούχο νερό, είναι αυτή. Στην ντομάτα τα ανθεκτικά υποκείμενα μειώνουν δραστικά τη μεταφορά νατρίου προς τους ιστούς και βελτιώνουν την πρόσληψη K, Ca, Mg σε αλατούχες συνθήκες. Στο αγγούρι λειτουργεί εξαιρετικά. Στην πιπεριά και τη μελιτζάνα οι εμπορικές επιλογές είναι πιο περιορισμένες — αλλά αξίζει σοβαρή αξιολόγηση σε αυτές τις συνθήκες.

4. Αναμειγνύεις πηγές νερού όπου γίνεται. Αν έχεις δεύτερη πηγή καλύτερης ποιότητας (ομβροδεξαμενή, γεώτρηση χαμηλότερου SAR), η ανάμειξη μπορεί να δώσει πραγματική ανακούφιση. Ακόμα και αναλογία 70:30 (κακό : καλό) μειώνει την EC κατά περίπου 0,5 μονάδα — αρκετή για να βγάλει μια καλλιέργεια από τη ζώνη βαριών απωλειών σε ζώνη ελέγξιμου stress.

5. Μετράς συστηματικά. Τίποτα από τα παραπάνω δεν λειτουργεί χωρίς νούμερα. Ένας αξιοπρεπής μετρητής EC κοστίζει 40–60 ευρώ και σου δίνει καθημερινά τρεις τιμές που πρέπει να ξέρεις: EC νερού άρδευσης, EC διαλύματος εφαρμογής, EC αποστράγγισης (υδροπονίες). Με αυτές βλέπεις τα προβλήματα πριν εκδηλωθούν στο φυτό, όχι μετά.

Πρακτικά τι σημαίνει αυτό: αν δίνεις διάλυμα EC 3,5 και η αποστράγγιση μετράει 4,2, το LF σου είναι κοντά στο σωστό. Αν η αποστράγγιση είναι 6,0 ή πάνω, τα άλατα συσσωρεύονται στη ρίζα — πρέπει να αυξήσεις τον όγκο εφαρμογής. Αν είναι κάτω από 3,5, υπερξεπλένεις και χάνεις λιπάσματα. Σε δύσκολο νερό αυτή η μέτρηση είναι ο καλύτερος δείκτης που έχεις.

Πέρα από τη συχνή μέτρηση της EC, μια πλήρης ανάλυση νερού δύο φορές τον χρόνο είναι το ελάχιστο. Η EC σου λέει αν αλλάζει η ποσότητα. Η ανάλυση σου λέει αν αλλάζει η σύσταση — όπως άλλαξε στο φράγμα μέσα σε τρία χρόνια. Αν είχες μόνο EC, θα είχες δει το συνολικό νούμερο να ανεβαίνει· δεν θα είχες δει ότι αυτό που πραγματικά εκτινάχθηκε είναι το νάτριο και το χλώριο, ενώ τα θειικά και τα διτανθρακικά κινήθηκαν πολύ λιγότερο. Και αυτή η διάκριση είναι όλη η διαφορά μεταξύ μιας λίπανσης που δουλεύει και μιας που σπαταλιέται.

Κλείσιμο

Δεν πρόκειται για ένα τοπικό φαινόμενο που θα περάσει. Στη Μεσόγειο, η συνύπαρξη λειψυδρίας και υπεράντλησης οδηγεί σταθερά σε νερά υψηλότερης αλατότητας. Το Φράγμα των Μπραμιανών είναι μια συγκεκριμένη περίπτωση που, λόγω των πυκνών αναλύσεων, μας επιτρέπει να δούμε με αριθμητική ακρίβεια τι σημαίνει να αλλάζει το νερό σου σε λίγους μήνες — και τι κοστίζει αν δεν προσαρμοστείς εγκαίρως.

Η ουσία είναι ότι η υψηλή αγωγιμότητα δεν είναι απλώς ένας μεγαλύτερος αριθμός σε μια ανάλυση. Είναι ένα σύστημα προβλημάτων που αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε τη θρέψη και την άρδευση. Όλα ξεκινούν στους μηχανισμούς πρόσληψης της ρίζας, εκεί όπου το νάτριο εκτοπίζει το κάλιο και το ασβέστιο, και διαταράσσει τις αναλογίες που περιμένει το φυτό. Όλα αυτά συμβαίνουν αθόρυβα, πολύ πριν δεις τα πρώτα συμπτώματα στα φύλλα ή στους καρπούς.

Για τον παραγωγό που θα προσαρμόσει εγκαίρως την πρακτική του — επιλογή υποκειμένων, σύνθεση διαλύματος, leaching, παλμική άρδευση, συστηματική παρακολούθηση — οι απώλειες είναι διαχειρίσιμες. Για εκείνον που θα συνεχίσει όπως πριν, οι απώλειες θα κρυφτούν στις «ιώσεις», στις «κακές σοδειές», στις «ανεξήγητες» πτώσεις στρεμματικής απόδοσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο δεν είναι θέμα κόστους ή τεχνολογίας — οι περισσότερες προσαρμογές είναι σχετικά φθηνές. Είναι θέμα κατανόησης τού τι κουβαλάει πραγματικά το νερό, και ετοιμότητας να αλλάξεις τη συνταγή που δούλευε δέκα χρόνια, όταν αλλάξει η πρώτη ύλη.

Στις συνθήκες της Ιεράπετρας τον Νοέμβριο του 2025, με EC 2,92 — αυτό που έπρεπε να είχε γίνει ήταν να ξεκινήσει η προσαρμογή ήδη από το 2024, όταν η EC άρχισε να ανεβαίνει συστηματικά. Όποιος το έκανε, μπήκε στη χειμερινή σεζόν 2025/26 με μειωμένο ρίσκο. Όποιος δεν το έκανε, βλέπει τώρα τις απώλειες — και πιο σημαντικό, χάνει χρόνο μάθησης. Γιατί το νερό δεν θα ξαναγίνει αυτό που ήταν.

Πηγές

  1. Rijk Zwaan Hellas. Τιμές ανάλυσης νερού. Πλήρες αρχείο μετρήσεων νερού άρδευσης από εδαφολογικό εργαστήριο. Διαθέσιμο στο: https://www.rijkzwaan.gr/news/τιμές-ανάλυσης-νερού-0
  2. Ayers RS, Westcot DW. Water Quality for Agriculture. FAO Irrigation and Drainage Paper No. 29 (rev. 1). Ρώμη: FAO, 1985.
  3. Maas EV, Hoffman GJ. Crop salt tolerance — current assessment. Journal of the Irrigation and Drainage Division, ASCE 1977;103(IR2):115–134.
  4. United States Salinity Laboratory Staff. Diagnosis and Improvement of Saline and Alkali Soils. USDA Agriculture Handbook No. 60. Riverside, CA: USDA, 1954.
  5. Schwarz D, Kuchenbuch R. Water uptake by tomato plants grown in closed hydroponic systems dependent on the EC-level. Acta Horticulturae 1998;458:323–328.
  6. Al Hosni A, Joyce DC, Hunter M, Perkins ML, Al Yahyai R. Altered calcium and potassium distribution maps in tomato tissues cultivated under salinity: studies using X-ray fluorescence (XFM) microscopy. Irrigation Science 2025;43:613–636. doi:10.1007/s00271-025-01012-1

Συγγραφέας: Γιώργος Ψαρολογάκης, Γεωπόνος
https://www.linkedin.com/in/george-psarologakis/

Υπαίθριο καρπούζι: Η εξέλιξη της καλλιέργειας και οι βασικές επισημάνσεις από το χωράφι Κηπευτικά Υπαίθριο καρπούζι: Η εξέλιξη της καλλιέργειας και οι βασικές επισημάνσεις από το χωράφι

Η φετινή καλλιεργητική περίοδος για το υπαίθριο καρπούζι εξελίσσεται με ιδιαιτερότητες, που αναδεικνύουν πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος των καιρικών συνθηκών και της διαχείρισης στο χωράφι για την πορεία της καλλιέργειας.

Με βάση την εικόνα από την Τριφυλία — μια από τις βασικές ζώνες παραγωγής καρπουζιού στη χώρα με έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα — ο γεωπόνος και πρώην Διευθυντής της ΔΑΟΚ Τριφυλίας, κ. Αντώνης Παρασκευόπουλος, καταθέτει μια σειρά από επισημάνσεις για τη φετινή εξέλιξη της καλλιέργειας, όπως αυτή διαμορφώνεται στο πεδίο. 

Από τις βροχοπτώσεις στη διαφοροποίηση των φυτεύσεων και της καρπόδεσης

Ο κ. Παρασκευόπουλος αναφέρει ότι «η καλλιεργούμενη έκταση παραμένει σταθερή σε σχέση με πέρυσι, γύρω στα 3.500 στρέμματα, με μια αναμενόμενη παραγωγή περίπου στους 30.000 τόνους». Ωστόσο, «φέτος είχαμε μια διαφορετική χρονιά», κυρίως λόγω των αυξημένων βροχοπτώσεων, που διαφοροποίησαν πλήρως την εξέλιξη της καλλιέργειας.

«Λόγω των πολλών βροχοπτώσεων είχαμε πρώιμες, μεσοπρώιμες και όψιμες φυτεύσεις», επισημαίνει, καθώς «οι παραγωγοί δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τις φυτεύσεις σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η καλλιέργεια να εξελιχθεί με διαφορετικές “ταχύτητες”, κάτι που αποτυπώθηκε κυρίως στις πρώιμες φυτεύσεις, όπου «προέκυψαν προβλήματα στην ανθοφορία και την καρπόδεση».

Στις συνθήκες αυτές, «παρατηρήθηκε υπερβολική ανάπτυξη της βλάστησης», ενώ οι συνεχείς βροχοπτώσεις «δημιούργησαν δυσκολίες στην καρπόδεση». Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι «η ποιότητα της γύρης δεν ήταν πολύ καλή».

Παράλληλα, ακόμη και η προσπάθεια ενίσχυσης της επικονίασης δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, καθώς «παρότι οι παραγωγοί είχαν εγκαταστήσει κυψέλες με μέλισσες, δεν επιτεύχθηκε ικανοποιητική γονιμοποίηση», οδηγώντας τελικά σε «διορθωτικές ενέργειες μέσα στην καλλιέργεια».

Αντίθετα, στις όψιμες φυτεύσεις «δεν υπήρξαν προβλήματα», καθώς «ο καιρός ήταν καλύτερος και υπήρχε ηλιοφάνεια», με αποτέλεσμα «η καρπόδεση να είναι πάρα πολύ καλή».

Διαχείριση καλλιέργειας και πρακτικές στο χωράφι

Στο στάδιο που βρίσκεται σήμερα η καλλιέργεια, η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, ωστόσο απαιτείται συνεχής και προσεκτική διαχείριση. «Η θερμοκρασία είναι καλή, υπάρχει ηλιοφάνεια και τα καρπούζια αναπτύσσονται κανονικά», αναφέρει ο κ. Παρασκευόπουλος, διευκρινίζοντας ότι «δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η καρπόδεση», γεγονός που καθιστά κρίσιμη την προσοχή των παραγωγών.

Ιδιαίτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στην άρδευση, καθώς «θα πρέπει να χορηγούνται μόνο οι αναγκαίες ποσότητες νερού», δεδομένου ότι «υπάρχει ήδη υγρασία στο έδαφος». Η συνθήκη αυτή συνδέεται τόσο με τις προηγούμενες βροχοπτώσεις όσο και με την τεχνική της καλλιέργειας. Συγκεκριμένα, «εκτός από το αρχικό μαύρο πλαστικό, τοποθετείται και πλαστικό αριστερά-δεξιά της γραμμής φύτευσης», ενώ μετά το ξεσκέπασμα «διατηρείται υψηλή υγρασία στο έδαφος».

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η θρέψη, με την ανάγκη για «ισορροπημένη λίπανση ώστε να μην έχουμε υπερβολική βλαστική ανάπτυξη και να βοηθηθεί η ανθοφορία», ενώ εφαρμόζονται «υδρολιπάνσεις με αμινοξέα ή βιοδιεγέρτες», που συμβάλλουν στην καλή θρέψη και κατ’ επέκταση στην καρπόδεση.

Ταυτόχρονα, οι συνθήκες υγρασίας αυξάνουν την ανάγκη για συστηματική παρακολούθηση, καθώς «οι παραγωγοί πρέπει να επισκέπτονται συχνά τα χωράφια» και, σε περίπτωση που εντοπιστούν προσβολές «είτε από μύκητες είτε από εχθρούς όπως αφίδες και τετράνυχο», να προχωρούν «έγκαιρα σε τοπικές επεμβάσεις με εγκεκριμένα σκευάσματα». Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ωίδιο, «από αυτό το στάδιο και μετά», στο πλαίσιο μιας συνολικής καθημερινής διαχείρισης.

Στο επίπεδο των καλλιεργητικών πρακτικών, μετά το ξεσκέπασμα των φυτών, «οι παραγωγοί χρησιμοποιούν δίχτυα για προστασία από χαλαζόπτωση και κυρίως από τον άνεμο», καθώς ο άνεμος «δημιουργεί προβλήματα στους μικρούς καρπούς όταν έρχονται σε επαφή με το έδαφος και εμφανίζονται εσχαρώσεις». Ωστόσο, η πρακτική αυτή φαίνεται ότι «δημιούργησε και το θέμα με την όχι και τόσο καλή καρπόδεση», προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα στη φετινή εικόνα, κυρίως για τις πρώιμες φυτεύσεις.

Κόστος παραγωγής, αγορές και προβληματισμός για τη βιωσιμότητα

Η φετινή καλλιεργητική περίοδος δεν επηρεάζει μόνο την εξέλιξη της καλλιέργειας, αλλά και το οικονομικό της αποτύπωμα για τους παραγωγούς. Όπως αναφέρει ο κ. Παρασκευόπουλος, «οι διορθωτικές ενέργειες και η συνεχής παρακολούθηση αυξάνουν το κόστος», ενώ ταυτόχρονα «υπάρχει δυσκολία στην εύρεση εργατικών χεριών», κάτι που επιβαρύνει περαιτέρω την παραγωγική διαδικασία. Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες της χρονιάς και τις αυξημένες απαιτήσεις που αυτές δημιουργούν στο χωράφι.

Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται και στο χρονοδιάγραμμα, ιδιαίτερα λόγω της πρωιμότητας της περιοχής. «Ενώ τα προηγούμενα χρόνια η συγκομιδή ξεκινούσε γύρω στις 15–20 Μαΐου, φέτος αναμένεται προς το τέλος Μαΐου» για το πρώιμο υπαίθριο καρπούζι χαμηλής κάλυψης, επιβεβαιώνοντας τη μετατόπιση που προκάλεσαν οι καιρικές συνθήκες.

Ταυτόχρονα, η καλλιέργεια του καρπουζιού στην περιοχή έχει έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα, γεγονός που αυξάνει την εξάρτηση από τις εξελίξεις στις αγορές. «Το προϊόν είναι σχεδόν στο σύνολό του εξαγώγιμο και κατευθύνεται στις χώρες της Ευρώπης», τονίζεται, με τους παραγωγούς να εκφράζουν αγωνία για τις συνθήκες που θα επικρατήσουν κατά τη συγκομιδή και μέχρι την ολοκλήρωση της καλλιέργειας, καθώς αυτές επηρεάζουν την ανάπτυξη των καρπών, την παραγωγή και την ποιότητα.

Η παραγωγή πραγματοποιείται με βάση «πιστοποιημένα πρωτόκολλα που απαιτούν οι αγορές», με στόχο προϊόντα με ταυτότητα, ασφαλή και με φιλοπεριβαλλοντική προσέγγιση, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καταναλωτών και να διατηρούν την ανταγωνιστικότητά τους.

Ωστόσο, όλα τα παραπάνω εξελίσσονται μέσα σε ένα δύσκολο και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, εντείνοντας την ανησυχία για την πορεία της χρονιάς. Όπως επισημαίνει, οι παραγωγοί καλούνται να διαπιστώσουν στο τέλος «αν η εκμετάλλευση είναι βιώσιμη και αν υπάρχει προοπτική», ενώ ήδη καταγράφεται μείωση στον αριθμό των καρπουζοπαραγωγών στην περιοχή.

Παρά τις δυσκολίες, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. «Ο καιρός βελτιώνεται, οι παραγωγοί είναι έμπειροι και παρακολουθούν τις καλλιέργειες», αναφέρει χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η παραγωγή μπορεί να εξελιχθεί ομαλά και να κλείσει η χρονιά με όσο το δυνατόν πιο ομαλό τρόπο.

Ψαθά Παναγιώτα
Φρέσκο κρεμμύδι: Σταθερή ζήτηση, αλλά υψηλό κόστος και περιορισμένα περιθώρια Κηπευτικά Φρέσκο κρεμμύδι: Σταθερή ζήτηση, αλλά υψηλό κόστος και περιορισμένα περιθώρια

Σε μια περίοδο όπου πολλοί παραγωγοί στρέφονται ή προετοιμάζονται να ασχοληθούν με την υπαίθρια καλλιέργεια κηπευτικών, το φρέσκο κρεμμύδι εξακολουθεί να δεσπόζει, αποτελώντας βασικό προϊόν της ελληνικής διατροφής, με σταθερή ζήτηση αλλά αυξανόμενες προκλήσεις για τους παραγωγούς.
Στο πλαίσιο αυτό, μιλώντας με τον κ. Δημήτρη Δάλλα, πρόεδρο του Α.Σ. Φυλλωδών Λαχανικών Μεγάρων «Mega Leaves Coop», επιχειρήσαμε να καταγράψουμε την πραγματική εικόνα της καλλιέργειας: από τη σπορά και τις απαιτήσεις, μέχρι τα έξοδα, τις τιμές και το τελικό εισόδημα του παραγωγού.

Σπορά και καλλιεργητικές συνθήκες

Ο πρόεδρος και παραγωγός του συνεταιρισμού, κ. Δημήτρης Δάλλας, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι το φρέσκο (χλωρό) κρεμμύδι μπορεί να καλλιεργηθεί σχεδόν όλο το χρόνο, με τους παραγωγούς –ιδίως σε επίπεδο οργανωμένων σχημάτων– να προχωρούν σε διαδοχικές σπορές, ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς. Η καλλιέργεια εντάσσεται σε ένα συνεχές πρόγραμμα παραγωγής στο συνεταιρισμό, χωρίς συγκεκριμένες περιόδους σποράς. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «οι σπορές γίνονται καθημερινά ανάλογα με τις ανάγκες που έχουμε».

Το κρεμμύδι μπορεί να εγκατασταθεί είτε με σπόρο είτε με κοκκάρι (μικρούς βολβούς), ωστόσο στην περίπτωση του φρέσκου κρεμμυδιού, όπως εφαρμόζεται στον συνεταιρισμό, επιλέγεται η σπορά με σπόρο. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται διαφορετικές ποικιλίες, με έμφαση σε εκείνες που δίνουν πιο πλούσιο φύλλωμα, σε αντίθεση με τις ποικιλίες που προορίζονται για παραγωγή ξηρού κρεμμυδιού.

Η ανάπτυξη του φυτού διαρκεί περίπου 2,5 έως 3 μήνες, με την καλλιέργεια να ευνοείται από ήπιες συνθήκες: ούτε υψηλές θερμοκρασίες, ούτε έντονο ψύχος, ενώ και η υγρασία πρέπει να διατηρείται σε μέτρια επίπεδα. Στην περίπτωση του συνεταιρισμού, αξίζει να σημειωθεί ότι η καλλιέργεια δεν πραγματοποιείται στην περιοχή των Μεγάρων, λόγω κλιματικών περιορισμών, αλλά μεταφέρεται σε περιοχές με πιο ήπιες συνθήκες, όπως η Κορινθία. Παρά το γεγονός ότι θεωρείται μια σχετικά εύκολη καλλιέργεια για έμπειρους παραγωγούς, η επιτυχία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σωστή διαχείριση των εισροών και των συνθηκών.

Φροντίδες, θρέψη και φυτοπροστασία

Η καλλιέργεια του φρέσκου κρεμμυδιού απαιτεί συστηματική φροντίδα σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της, με ιδιαίτερη έμφαση στην άρδευση, τη θρέψη και τη φυτοπροστασία. Όπως επισημαίνει ο κ. Δάλλας, πρόκειται για μια καλλιέργεια ιδιαίτερα απαιτητική σε νερό, με ποτίσματα που πραγματοποιούνται ανά τρεις έως τέσσερις ημέρες, γεγονός που καθιστά καθοριστικό παράγοντα την ύπαρξη επαρκών αρδευτικών υποδομών, καθώς, όπως αναφέρει, «χρειάζεται συχνό πότισμα».

Στο κομμάτι της λίπανσης, απαιτείται συστηματική θρέψη, τόσο με βασική όσο και με συμπληρωματική λίπανση, ανάλογα με τις ανάγκες του φυτού. Η εφαρμογή της λίπανσης θα πρέπει να βασίζεται σε εδαφολογική ανάλυση, ώστε να είναι γνωστές οι πραγματικές ανάγκες του αγροτεμαχίου και να αποφεύγονται αστοχίες. Πέρα από τα βασικά μακροθρεπτικά στοιχεία (Ν-Ρ-Κ) που χορηγούνται, έχουν παρατηρηθεί σε αρκετές περιπτώσεις ελλείψεις σε ασβέστιο, όπως αναφέρει και ο πρόεδρος, επισημαίνοντας ότι «είναι από τις πιο συνηθισμένες ελλείψεις». Σε κάθε περίπτωση, η καθοδήγηση από γεωπόνο θεωρείται απαραίτητη, καθώς κάθε αγροτεμάχιο και κάθε περιοχή παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Όσον αφορά τη φυτοπροστασία, η καλλιέργεια μπορεί να προσβληθεί από ασθένειες όπως ο περονόσπορος και ο βοτρύτης, ενώ σημαντικά προβλήματα προκαλούν και εχθροί όπως οι θρίπες και έντομα εδάφους. Η αντιμετώπιση γίνεται με τη χρήση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες χρήσης και τη συνταγή γεωπόνου, «όπως προβλέπεται και με τη συμβουλή του γεωπόνου».

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαχείριση των ζιζανίων. Η αντιμετώπιση γίνεται είτε με τη χρήση εγκεκριμένων ζιζανιοκτόνων (προφυτρωτικών και μεταφυτρωτικών), είτε με χειρωνακτικό ξεβοτάνισμα, αυξάνοντας σημαντικά τις ανάγκες σε εργατικά. Σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμόζεται και συνδυασμός των δύο μεθόδων, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της καλλιέργειας, καθώς «όπου δεν υπάρχουν εγκεκριμένα σκευάσματα, αναγκαστικά μπαίνει ανθρώπινο χέρι».

Κόστος, τιμές και πραγματικό εισόδημα: μια δύσκολη εξίσωση

Όλες αυτές οι καλλιεργητικές φροντίδες, ωστόσο, μεταφράζονται σε ένα σημαντικό κόστος παραγωγής, το οποίο επηρεάζει άμεσα το τελικό εισόδημα του παραγωγού, με το συνολικό κόστος ανά στρέμμα να διαμορφώνεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Με βάση την εμπειρία του συνεταιρισμού, ένα ενδεικτικό κόστος ανά στρέμμα διαμορφώνεται ως εξής:

Φυτοπροστασία: ~80 €
Λιπάσματα: ~50–60 €
Ρεύμα (άρδευση): ~70 €
Σπόρος: ~40 € (με τιμές που κυμαίνονται από 10 έως 80 €/κιλό, ανάλογα με την ποικιλία)
Εργατικά: ~50 €
Καύσιμα: ~80 €

Συνολικά, το κόστος εγκατάστασης και βασικών αναλώσιμων της καλλιέργειας φτάνει «περίπου τα 450 ευρώ/στρέμμα», ποσό που θεωρείται «ιδιαίτερα υψηλό» σε σύγκριση με άλλες καλλιέργειες. Στο ποσό αυτό, ωστόσο, δεν περιλαμβάνεται το κόστος συγκομιδής, το οποίο αποτελεί ξεχωριστό και σημαντικό έξοδο, διαφοροποιούμενο ανάλογα με τα εργατικά και τις συνθήκες κάθε χρονιάς.

Όπως επισημαίνει ο κ. Δάλλας, τα πιο ακριβά αναλώσιμα είναι τα λιπάσματα και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, ενώ σημαντική επιβάρυνση προκύπτει και από το κόστος ενέργειας και εργασίας, τα οποία, όπως αναφέρει, «έχουν ανέβει πολύ τα τελευταία χρόνια».

Την ίδια στιγμή, η τιμή πώλησης στο χωράφι για το φρέσκο κρεμμύδι κυμαίνεται περίπου στα «0,80 – 1,00 €/κιλό (ή 8–10 € ανά τελάρο 10 κιλών)», χωρίς ωστόσο να αφήνει σημαντικά περιθώρια κέρδους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πρόεδρος, «αν θα μείνουν 20 λεπτά για τον παραγωγό, καλά θα είναι».

Παρά τη σταθερή ζήτηση στην αγορά, τα τελευταία χρόνια το περιθώριο κέρδους έχει μειωθεί αισθητά, «πέφτοντας από περίπου 30% σε λιγότερο από 15%, κυρίως λόγω της αύξησης του κόστους παραγωγής – με το ενεργειακό κόστος να παίζει καθοριστικό ρόλο».

Ρίσκο, μειωμένες εκτάσεις και η πραγματικότητα της καλλιέργειας

Η καλλιέργεια του κρεμμυδιού, παρά τη σταθερή ζήτηση, χαρακτηρίζεται από υψηλό ρίσκο, με τους ίδιους τους παραγωγούς να επισημαίνουν ότι «το περιθώριο είναι πολύ μικρό για να αντέξει απώλειες». Το μικρό περιθώριο κέρδους, περίπου 50–60 €/στρέμμα, μπορεί εύκολα να μηδενιστεί από μια ζημιά, όπως μια κακοκαιρία ή χαλαζόπτωση, ενώ ακόμη και μια βλάβη σε αγροτικό εξοπλισμό μπορεί να επιφέρει κόστος από 1.000 έως και 5.000 ευρώ, «ποσά που μπορούν να χαθούν από τη μια στιγμή στην άλλη».

Στο επίπεδο του συνεταιρισμού, η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Ο κ. Δάλλας αναφέρει ότι, «τα προηγούμενα χρόνια καλλιεργούνταν έως και 300 στρέμματα με κρεμμύδι, ενώ πλέον η έκταση έχει περιοριστεί περίπου στο μισό».

Η κατάσταση αυτή αποτυπώνει τη σημερινή πραγματικότητα της καλλιέργειας. Παρά το γεγονός ότι το φρέσκο κρεμμύδι διατηρεί τη θέση του ως βασικό προϊόν της ελληνικής διατροφής, πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική και κοστοβόρα επιλογή, με περιορισμένα περιθώρια κέρδους και αυξημένο βαθμό αβεβαιότητας.

Όπως τονίζει και ο πρόεδρος του συνεταιρισμού, πρόκειται για μια επιλογή που «απαιτεί κεφάλαιο και γνώση», ενώ για νέους παραγωγούς η είσοδος στην καλλιέργεια χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και σωστή εκτίμηση των δεδομένων — σε ένα περιβάλλον όπου το ρίσκο παραμένει υψηλό και τα περιθώρια για λάθη είναι περιορισμένα.

Ψαθά Παναγιώτα
Πτώση στις τιμές των κηπευτικών της Κρήτης στην Λαχαναγορά της Αθήνας Εμπόριο, Τυποποίηση Πτώση στις τιμές των κηπευτικών της Κρήτης στην Λαχαναγορά της Αθήνας

Ο Σύνδεσμος Εμπόρων Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών (ΣΕΚΛΑ) μέσω ανακοίνωσής του αναφέρει πως οι τιμές των κηπευτικών προϊόντων κατά την τρέχουσα εβδομάδα που παράγονται στην Κρήτη παρουσιάζουν κατακόρυφη πτώση.

Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις  καιρικές συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν σε αυξημένη παραγωγή, στην παραγωγή προϊόντων και από άλλες περιοχές της Ελλάδας καθώς και στον περιορισμό της εξαγωγικής δραστηριότητας.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι καλλιεργούμενες εκτάσεις κατά την τρέχουσα χρονιά είναι μειωμένες κατά 30%, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει την πορεία της αγοράς στο άμεσο μέλλον.

Την περίοδο του Πάσχα παρουσιάσθηκε μια διακύμανση των τιμών η οποία οφειλόταν στις υψηλές τιμές παραγωγού στα δημοπρατήρια, στην έλλειψη προϊόντων στη Ευρώπη και στη συνακόλουθη μεγάλη ζήτηση και εξαγωγική δραστηριότητα.

Από την πλευρά μας, σημειώνει ο Σύνδεσμος, «εντείνουμε τις ενέργειες μας για την συγκράτηση των τιμών και συνεχίζουμε να προτρέπουμε τα μέλη μας να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να διασφαλίζεται η επάρκεια και η διάθεση ποιοτικών και προσιτών προϊόντων στην αγορά, ανεξαρτήτως προέλευσης.

Εύλογα τίθεται το ερώτημα: πόσο υψηλότερες θα ήταν οι τιμές για τον καταναλωτή εάν οι επιχειρήσεις του κλάδου μας δεν αναλάμβαναν το υψηλό ρίσκο που συνεπάγεται η διακίνηση ευπαθών προϊόντων; Το ίδιο ισχύει και για προϊόντα που εισάγονται, όταν η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για την κάλυψη της ζήτησης.

Τέλος, είναι απαραίτητο οι αρμόδιες υπηρεσίες να διασφαλίσουν την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας, ιδίως όσον αφορά την έκδοση παραστατικών και τη σωστή σήμανση των προϊόντων, με στόχο τον περιορισμό του παρεμπορίου. Η ενίσχυση της νομιμότητας θα συμβάλει στη διαμόρφωση υγιούς ανταγωνισμού, προς όφελος τόσο του καταναλωτή όσο και του παραγωγού.

Σε μια ελεύθερη αγορά, οι τιμές διαμορφώνονται από τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Καμία νομοθετική παρέμβαση δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτούς τους μηχανισμούς ούτε να επιτύχει τον επιδιωκόμενο στόχο της συγκράτησης των τιμών. Η προμήθεια του καταναλωτικού κοινού με ποιοτικά προϊόντα σε λογικές τιμές είναι προτεραιότητα των επιχειρήσεων μας».

Οι τιμές στα καρπούζια θερμοκηπίου που βγήκαν στην αγορά, προβλήματα λόγω βροχών έχουν τα χαμηλής κάλυψης Κηπευτικά Οι τιμές στα καρπούζια θερμοκηπίου που βγήκαν στην αγορά, προβλήματα λόγω βροχών έχουν τα χαμηλής κάλυψης

Έχει ξεκινήσει η συγκομιδή για τα στρογγυλά καρπούζια θερμοκηπίου στην Κρήτη και στην Τριφυλλία, ενώ αυτές τις ημέρες ξεκινούν και τα καρπούζια της Ηλείας.

Η ζήτηση από την αγορά είναι σε καλά επίπεδα, το ίδιο και οι τιμές παραγωγού μιας και οι ποσότητες δεν είναι μεγάλες.

Όσον αφορά το καρπούζι χαμηλής κάλυψης έχει ολοκληρωθεί το ξεσκέπασμα για τα πρώιμα της Τριφυλλίας και ακολουθούν τώρα οι υπόλοιπες περιοχές.

Ωστόσο οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις, που είχαμε το προηγούμενο διάστημα, έχουν προκαλέσει ζημιές στην παραγωγή.

Ο κ. Αντώνης Παρασκευόπουλος, Γεωπόνος από την περιοχή της Τριφυλίας, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι στην περιοχή έχει ξεκινήσει η συγκομιδή στα καρπούζια θερμοκηπίου, ενώ έχει ολοκληρωθεί το ξεσκέπασμα στα υπαίθρια χαμηλής κάλυψης. Μόνο κάποιες όψιμες φυτεύσεις ακόμη δεν έχουν ξεσκεπαστεί. Οι πολλές βροχοπτώσεις έφεραν υπερβολική ανάπτυξη της βλάστησης, με αποτέλεσμα να μην έχουμε καλή καρπόδεση. Μόνο στα όψιμα καρπούζια φαίνεται να έχουμε μια καλή καρπόδεση. Επίσης λόγω των καιρικών συνθηκών θα υπάρξει μια μικρή οψίμιση στην καλλιέργεια και θα πάνε πίσω οι κοπές.

Ο κ. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, έμπειρος παραγωγός από την Τερψιθέα, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι οι καιρικές συνθήκες και οι βροχοπτώσεις δημιούργησαν προβλήματα στην καλλιέργεια. Οι πρώιμες φυτεύσεις που ξεσκεπάστηκαν πρώτες έχουν προβλήματα στην καπρόδεση. Στις όψιμες φυτεύσεις φαίνεται να τα πράγματα να είναι καλύτερη όσον αφορά την καρπόδεση αλλά ακόμη δεν γνωρίζουμε το μέγεθος της παραγωγής. Πάντως η συγκομιδή δεν πρόκειται φέτος να ξεκινήσει πριν από τις 20 Μαΐου, δηλαδή έχουμε μια οψίμιση κατά περίπου 10 ημέρες. 

Ο κ. Βασίλης Σαράντος, παραγωγός καρπουζιού από τον Αγρίλη στα Φιλιατρά, ανέφερε στον ΑγροΤύπο ότι όσον αφορά το καρπούζι θερμοκηπίου φέτος φαίνεται ότι έχουμε μια καλή χρονιά όσον αφορά την παραγωγή. Οι αποδόσεις κυμαίνονται στους 6 τόνους το στρέμμα. Οι φυτεύσεις στο θερμοκήπιο έγιναν στις 29 Δεκεμβρίου και αναμέναμε τις πρώτες κοπές από τις 10 Απριλίου. Όμως οι καιρικές συνθήκες έφεραν πιο πίσω την παραγωγή με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν κοπές από τις 20 Απριλίου.

Πάντως η αγορά έχει καλή ζήτηση για καρπούζι και οι τιμές παραγωγού κυμαίνονται στα 0,90 ευρώ το κιλό.

Για το υπαίρθιο καρπούζι χαμηλής κάλυψης, τα πρώιμα φαίνεται να έχουν κάποια προβλήματα από τις συνεχόμενες βροχοπτώσεις, ενώ σε καλύτερη κατάσταση βρίσκονται οι όψιμες φυτεύσεις. Αυτή την εποχή έχουμε κάνει το ξεσκέπασμα. Προβλήματα πάντως με την φυτοπροστασία δεν είχαμε φέτος.

Ο κ. Κώστας Μαλάμος, μεγάλος παραγωγός από τα Φιλιατρά, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι έχει ολοκληρωθεί το ξεσκέπασμα για τα καρπούζια  πρώιμο καρπούζι χαμηλής κάλυψης. Τα πρώιμα καρπούζια έχουν μεγάλα προβλήματα λόγω των βροχοπτώσεων. Όσον αφορά τα όψιμα όσα δεν βράχηκαν φαίνεται ότι έχουν μια καλή καρπόδεση. Πάντως οι βροχοπτώσεις μας δημιούργησαν προβλήματα στις φυτεύσεις και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να πάει πίσω η καλλιέργεια. Φέτος κοπές στο πρώιμο καρπούζι χαμηλής κάλυψης θα γίνουν μετά τις 20 Μαΐου.

Ο κ. Ηλίας Χρυσόστομος, παραγωγός θερμοκηπιακού καρπουζιού από την Αμαλιάδα, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι αυτές τις ημέρες ξεκίνησαν οι κοπές των καρπουζιών. Η παραγωγή είναι μειωμένη λόγω των καιρικών συνθηκών. Η ζήτηση πάντως είναι σε καλά επίπεδα μιας και οι ποσότητες είναι μικρές.

Όπως δηλώνει στον Αγροτύπο ο κ. Αντώνης Πετρόπουλος, παραγωγός καρπουζιών από τα Λεχαινά, είχαμε κάποια προβλήματα φέτος με τις ακιρικές συνθήκες και την φυτοπροστασία. Από το ερχόμενο Σαββατοκύριακό αναμένεται να ξεκινήσουν οι κοπές καρπουζιών θερμοκηπίου στην περιοχή μας.

Ο έμπορος από το Τυμπάκι κ. Μανόλης Χαριστάκης, δηλώνει στον ΑγροΤύπο ότι από τις αρχές Απριλίου έχει ξεκινήσει η συγκομιδή καρπουζιών θερμοκηπίου στην Κρήτη. Η ζήτηση είναι σε καλά επίπεδα και οι τιμές στα τέλη Απριλίου κυμαίνονταν από 80 έως 90 λεπτά το κιλό στο χωράφι.

Όπως αναφέρει στον ΑγροΤύπο ο παραγωγός από την Κρήτη κ. Γιώργος Τσικνάκης, καλλιεργώ υπαίθρια με χαμηλή κάλυψη καρπούζια. Τώρα είμαστε στην φάση που έχουμε αρχίσει να ξεσκεπάζουμε τις καλλιέργειες. Υπήρξαν κάποιες ζημιές λόγω των καιρικών συνθηκών αλλά στην συνέχεια η καλλιέργεια φαίνεται να εξελίσσεται κανονικά. Οι κοπές στην περιοχή θα ξεκινήσουν σε περίπου δύο μήνες. 

Παϊσιάδης Σταύρος
Αγορά σαλατικών ενόψει Πάσχα: Αυξημένο ενδιαφέρον, αλλά και αυξημένο κόστος για τους παραγωγούς Κηπευτικά Αγορά σαλατικών ενόψει Πάσχα: Αυξημένο ενδιαφέρον, αλλά και αυξημένο κόστος για τους παραγωγούς

Η αγορά των σαλατικών ενόψει Πάσχα κινείται με αυξημένο ενδιαφέρον, όπως είναι αναμενόμενο λόγω της Σαρακοστής και της εποχικής κατανάλωσης. Παραγωγοί από διαφορετικές περιοχές της χώρας περιγράφουν στον ΑγροΤύπο την εικόνα που καταγράφεται αυτή την περίοδο, αναφερόμενοι τόσο στη ζήτηση όσο και στο κόστος παραγωγής και τις τιμές διάθεσης των προϊόντων.

Η φωνή των παραγωγών

Ο κ. Δημήτρης Δάλλας, πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φυλλωδών Λαχανικών Μεγάρων «Mega Leaves Coop», με καλλιέργεια σε έκταση περίπου 2.500 στρεμμάτων, περιγράφει στον ΑγροΤύπο την εικόνα της αγοράς λαχανικών και σαλατών ενόψει Πάσχα.  Όπως αναφέρει, η ζήτηση φέτος παρουσιάζει ανοδική πορεία ήδη από την έναρξη της Σαρακοστής: «η ζήτηση έχει αυξηθεί από όταν ξεκίνησε η Σαρακοστή», ωστόσο η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε και από άνοδο των τιμών, καθώς «λόγω πολέμου επηρεάστηκαν πετρέλαιο, φυτοφάρμακα και λιπάσματα», γεγονός που «αναγκαστικά ανέβασε τις τιμές των λαχανικών».

Παρά την αύξηση των τιμών, το περιθώριο για τον παραγωγό παραμένει περιορισμένο. Όπως σημειώνει, «η τιμή του παραγωγού φέτος είναι περίπου στο 15% επί του τζίρου, ενώ παλιότερα ήταν στο 30-35%». Δίνοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, εξηγεί πως «αν το μαρούλι αυτή τη στιγμή το δίνουμε 0,60 λεπτά από το χωράφι, ο παραγωγός καθαρά θα πάρει 12-15 λεπτά». Σημαντικό βάρος στο κόστος παραγωγής αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, η ενέργεια: «το μεγαλύτερο έξοδο είναι το ηλεκτρικό ρεύμα», γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων.

Σε επίπεδο αγοράς, αυτή την περίοδο καταγράφεται αυξημένη ζήτηση για βασικά φυλλώδη προϊόντα, όπως «μαρούλια, φρέσκο κρεμμυδάκι, άνηθο, σπανάκι, πράσο και σέσκουλο», κάτι που συνδέεται άμεσα με τη διατροφική περίοδο της Σαρακοστής. Ειδικότερα, αναφέρει ότι σε ορισμένα προϊόντα, όπως «άνηθος, μαϊντανός και κρεμμύδι», οι τιμές για τον παραγωγό παραμένουν σχετικά σταθερές, «με μια απόκλιση της τάξης των 5 λεπτών».

Με βάση την εμπειρία του, ο κ. Δάλλας εκτιμά ότι η ζήτηση θα παραμείνει αυξημένη καθ’ όλη την πασχαλινή περίοδο: «η ζήτηση είναι αυξημένη όλη την περίοδο του Πάσχα», ενώ προβλέπει μια μικρή κάμψη «για 2-3 μέρες» και στη συνέχεια νέα άνοδο «για ένα διάστημα περίπου 10 ημερών», καθώς «ο κόσμος το έχει συνδέσει και με την έννοια της αποτοξίνωσης μετά την κατανάλωση κρέατος».


Η κα Γιάννα Τράκα, παραγωγός σαλατικών που καλλιεργεί περίπου 250 στρέμματα με δύο καλλιέργειες ετησίως λόγω του βιολογικού κύκλου των φυτών, περιγράφει μια αγορά που κινείται μεν, αλλά με εμφανή σημάδια κόπωσης. Όπως αναφέρει, «φεύγουν μαρούλια λόγω μαγειρίτσας», ενώ παράλληλα υπάρχει ζήτηση για «πράσινες, κόκκινες σαλάτες και iceberg για σαλάτες σε συνθέσεις στα τραπέζια». Η εποχικότητα λειτουργεί υπέρ της κατανάλωσης, ωστόσο η εμπορική εικόνα δεν είναι αντίστοιχη των προηγούμενων ετών. Η ίδια επισημαίνει πως «οι τιμές πέφτουν» και ότι «οι παραγγελίες όσο πλησιάζουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα θα αυξάνονται», διευκρινίζοντας όμως ότι «σε καμία σχέση δεν θα είναι σαν τα προηγούμενα χρόνια, γιατί αυτό φαίνεται από τώρα». 

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη διαφορά τιμών μεταξύ παραγωγού και αγοράς, σημειώνοντας πως «μια σαλάτα κομμένη κάνει 3,50 ευρώ, ενώ από εμάς φεύγουν τα iceberg 0,90 λεπτά και τα σούπερ μάρκετ πουλάνε 2,50 ευρώ». Παράλληλα, αναδεικνύει την πίεση που δέχεται ο παραγωγός στο επίπεδο του κόστους και του περιθωρίου κέρδους: «εδώ και 20 ημέρες διοχετεύουμε iceberg συσκευασμένα από το χωράφι, με τιμή πώλησης περίπου 0,40 λεπτά», ενώ «αν αναλογιστούμε και τα φυτά και την καλλιέργεια, γεωπόνο κ.λπ., θα έχουμε γύρω στα 15 λεπτά κέρδος το κιλό».

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αγοράς παίζει και ο ανταγωνισμός από άλλες περιοχές. Όπως τονίζει, «δεν υπάρχουν πολλά ελληνικά iceberg σε ποσότητα, έχουν μπει στην αγορά αιγυπτιακά, οπότε έχουν πέσει οι τιμές σε εμάς κατακόρυφα», προσθέτοντας ότι «εμείς δεν μπορούμε να τους ανταγωνιστούμε, καθώς έχουμε πολύ πιο υψηλά έξοδα».


Η κα Άννα Καραμιχάλη, βιολογική παραγωγός και μέλος της Ένωσης Αγροτών Βιοκαλλιεργητών Βόρειας Ελλάδας, μεταφέρει την εικόνα μιας πιο συγκρατημένης αγοράς, με έντονη πίεση τόσο στους καταναλωτές όσο και στους παραγωγούς. Όπως αναφέρει, «ο κόσμος ζορίζεται, μετράει τι θα αγοράσει, όπως και εμείς μετράμε τι θα καλλιεργήσουμε», επισημαίνοντας ότι «η κίνηση στην αγορά είναι υποτονική».

Αυτή την περίοδο, σύμφωνα με την ίδια, «έχει ζήτηση αρκετή το μαρούλι», ωστόσο η διάθεση του προϊόντος διαφοροποιείται σε σχέση με άλλες περιοχές. Όπως εξηγεί, «στη Βόρεια Ελλάδα δεν πουλάμε με το κομμάτι», ενώ «τα μαρούλια μας δεν είναι και πολύ μεγάλα σε μέγεθος, είναι μικρά, οπότε πουλάμε στο κιλό». Αυτό σημαίνει ότι «ένα κιλό μπορεί να περιέχει και 7-8 μαρούλια, ανάλογα πάντα με το μέγεθος». Σε ό,τι αφορά τις τιμές, σημειώνει ότι αυτές «κυμαίνονται ενδεικτικά περίπου στα 3,00–3,50 ευρώ», διευκρινίζοντας πως «εξαρτάται από το πόσα μαρούλια υπάρχουν στην αγορά και επομένως από το αγοραστικό δυναμικό».

Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής: «το κόστος του παραγωγού έχει ανέβει πάρα πολύ, ειδικά της ενέργειας», κάτι που οδηγεί, όπως λέει, στο να «λιγοστεύουμε τις εκτάσεις και τις ποσότητες που βγάζουμε όλοι οι παραγωγοί». Τέλος, εκτιμά ότι «η ζήτηση σταδιακά θα αυξάνεται όσο πλησιάζουμε στο Πάσχα», ενώ «μετά θα κρατήσει λίγο και θα υποχωρήσει».

Ψαθά Παναγιώτα
Που κυμαίνονται οι τιμές παραγωγού στα κηπευτικά θερμοκηπίου, η τιμή καθορίζεται από προσφορά και ζήτηση Κηπευτικά Που κυμαίνονται οι τιμές παραγωγού στα κηπευτικά θερμοκηπίου, η τιμή καθορίζεται από προσφορά και ζήτηση

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, μέσα σε έναν χρόνο ακριβότερα πωλούνται τα κηπευτικά κατά 16,7%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν μια ανοδική πορεία των τιμών στην αγορά, που οφείλεται κυρίως στην προσφορά και την ζήτηση που υπάρχει για κάθε προϊόν.

Αυτό που πρέπει να ξέρουν οι Έλληνες καταναλωτές είναι ότι στα κηπευτικά του θερμοκηπίου όταν έχουμε μείωση των ποσοτήτων έχουμε εκτόξευση των τιμών παραγωγού. Αντίθετα όταν έχουμε μια αύξηση των ποσοτήτων υπάρχει μια κατάρρευση των τιμών.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε μεγάλη μείωση των στρεμμάτων καλλιέργειας σε ντομάτες και πιπεριές λόγω του μεγάλου κόστους καλλιέργειας, ενώ αντίθετα έχουμε μια αύξηση των στρεμμάτων στα αγγούρια. Όσο τα αγγούρια εξάγονται οι τιμές είναι σε καλά επίπεδα αλλά όταν μειωθούν οι εξαγωγές τότε πέφτουν απότομα.

Από την άλλη οι εισαγωγές των νωπών κηπευτικών γίνονται από συγκεκριμένες χώρες. Για παράδειγμα εισάγουμε ντομάτες αυτή την εποχή κυρίως από Τουρκία. Αντίστοιχα οι χώρες του Περσικού Κόλπου εισάγουν ντομάτες από το Ιράν. Με τον πόλεμο το Ιράν έπαψε να κάνει εξαγωγές, με αποτέλεσμα να στραφούν οι αγορές προς την Τουρκία. Αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένη ζήτηση για ντομάτες στην Τουρκία, με τις τιμές να έχουν φτάσει μέχρι και τα 2 ευρώ το κιλό τιμή στο χωράφι. Αυτό όμως έχει σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν εισαγωγές ντομάτας από Τουρκία στην χώρα μας.    

Ο κ. Φώντας Δουλούμης, από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ανατολή στην Ιεράπετρα της Κρήτης, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι αυτή την εποχή στην Κρήτη κάνουμε κοπές αγγουριού, ντομάτας και πιπεριάς. Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί θερμοκηπίων της Κρήτης έχουν στραφεί στην καλλιέργεια αγγουριών και έχουν εγκαταλείψη τις ντομάτες και τις πιπεριές. Αυτό έγινε γιατί τα αγγούρια έχουν μικρό κύκλο ζωής και λιγότερο ρίσκο.

Στα αγγούρια η διεθνής συγκυρία φέτος βοήθησε και το προηγούμενο διάστημα είχαμε μεγάλη ζήτηση για εξαγωγή, με αποτέλεσμα οι τιμές να κυμαίνονταν σε υψηλά επίπεδα (πάνω από 2 ευρώ το κιλό). Σήμερα όμως οι τιμές έχουν μειωθεί και είναι στα 40 λεπτά το κιλό. Οι λόγοι αυτής της πτώσης των τιμών είναι πολλοί. Βασικός λόγος είναι ότι είναι στα τελειώματα τα αγγούρια αυτή την εποχή και οι ποιότητες δεν είναι καλές.

Επίσης έχουν μειωθεί οι εξαγωγές με αποτέλεσμα να πέφτουν μεγάλες ποσότητες στην εγχώρια αγορά. Η Βουλγαρία άρχισε να βγάζει ντόπια παραγωγή αγγουρίων με αποτέλεσμα να βγαίνουμε εμείς εκτός αγοράς. Επίσης περιοχές της Ισπανίας που δεν έχουν προβλήματα από την κακοκαιρία έχουν αρχίσει να δίνουν παραγωγές, με αποτέλεσμα τα ισπανικά αγγούρια να βγαίνουν στις αγορές της Ευρώπης.

Για τις ντομάτες αυτή την εποχή υπάρχει πολύ αυξημένη ζήτηση από την αγορά. Αποτέλεσμα οι τιμές στα δημοπρατήρια να κυμαίνονται από 1,60 έως και 2,01 ευρώ το κιλό, ενώ για η ντομάτα βελανίδι άγγιξε τα 5 ευρώ το κιλό. Το υψηλό κόστος και τα προβλήματα φυτοπροστασίας, όπως η καστανή ρυτίδωση ντομάτας ToBRFV (Tomato brown rugose fruit virus), έχουν δημιουργήσει πολλά προβλήματα στους παραγωγούς σε όλη την χώρα. Αυτό φέρνει μείωση των αποδόσεων και μικρές ποσότητες. Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα να έχουμε μεγάλη μείωση στρεμμάτων καλλιέργειας θερμοκηπιακής ντομάτας σε όλη την χώρα. Επειδή αυτή την περίοδο δεν γίνονται εισαγωγές η μειωμένη προσφορά έχει φέρει την αυξημένη ζήτηση στην αγορά.

Λιγότερα στρέμματα έχουμε και στις πιπεριές επειδή ο κύκλος της καλλιέργειας είναι 10 έως 11 μήνες. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει η άρδευση, που αν δεν έχει καλής ποιότητας νερό φέρνει μείωση των αποδόσεων. Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα η παραγωγή στις πιπεριές να είναι μειωμένη φέτος κατά 50% σε σχέση με πέρσι. Οι μειωμένες ποσότητες έχουν σαν αποτέλεσμα να έχουμε μια αύξηση στις τιμές. Αυτή την εποχή κυμαίνονται οι τιμές για τις πιπεριές κέρατο είναι στα 2,52 ευρώ, για τις πράσινες στα 3,60 ευρώ και για τις φλωρίνης στα 3,30 ευρώ.

Τελικά βλέπουμε ότι πολύ λίγο επηρεάζει τις τιμές των κηπευτικών του θερμοκηπίου ο πόλεμος. Αντίθετα οι τιμές επηρεάζονται άμεσα από τις ποσότητες παραγωγής, δηλαδή την προσφορά και την ζήτηση.

Από την πλευρά του ο κ. Ασημάκης Ντεμερούκας, παραγωγός από τους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι δεν επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό αυτή την περίοδο η τιμή των κηπευτικών θερμοκηπίου από τον πόλεμο αλλά κυρίως από την προσφορά και ζήτηση που έχει η αγορά. Κάθε παραγωγός έχει φροντίσει να στοκάρει το λίπασμα που χρειάζεται για την καλλιεργητική περίοδο.

Αυτή την περίοδο γίνονται κοπές αγγουριών στην περιοχή. Όσο είχαμε βροχές και συννεφιά οι αποδόσεις ήταν μειωμένες και είχαμε λίγα κιλά. Τώρα με την ηλιοφάνεια έχουμε καλές αποδόσεις και μεγάλες ποσότητες, που έχουν σαν αποτέλεσμα την πτώση τιμών. Έτσι η τιμή παραγωγού από τα 2,10 έως 2,20 ευρώ το κιλό τα αγγούρια τώρα έχει φτάσει στο 1 ευρώ το κιλό. Οι εξαγωγές δεν μπορούν να απορροφήσουν την αυξημένη παραγωγή. Από την άλλη η εγχώρια αγορά έχει μια υποτονική ζήτηση. 

Μεγάλη ζήτηση υπάρχει αυτή την περίοδο για ντομάτες, με τις τιμές να έχουν ξεπεράσει το 1,5 ευρώ το κιλό. Όμως δεν έχουμε προσφορά λόγω μείωσης των στρεμμάτων καλλιέργειας. Αναγκαστικά την ζήτηση θα πρέπει να την καλύψουν οι εισαγωγές.

Οι μελιτζάνες έχουν τιμή πάνω από 2,5 ευρώ το κιλό στο χωράφι. Υπάρχει μείωση των στρεμμάτων καλλιέργειας και δεν είναι εύκολο να γίνουν εισαγωγές.

Και οι πιπεριές είναι πάνω από 2 ευρώ το κιλό. Αυτό οφείλεται στο αυξημένο κόστος καλλιέργειας που έχουν επειδή θέλουν τρεις μήνες για να γίνουν συγκομιδές, όταν τα αγγούρια θέλουν μόλις 40 ημέρες την άνοιξη και 50 ημέρες τον χειμώνα. Αποτέλεσμα να έχουμε εγκατάλειψη της καλλιέργειας από τους παραγωγούς και στροφή στην παραγωγή αγγουριών.

Παϊσιάδης Σταύρος
Ιταλικό ραδίκι: Ανθεκτική και εύκολη καλλιέργεια, το θέλουν οι καταναλωτές για την πικρή του γεύση Κηπευτικά Ιταλικό ραδίκι: Ανθεκτική και εύκολη καλλιέργεια, το θέλουν οι καταναλωτές για την πικρή του γεύση

Το ιταλικό κόκκινο ραδίκι είναι μια ποικιλία ραδικιού με έντονο κόκκινο χρώμα και ελαφρώς πικρή γεύση.

Βασικά χαρακτηριστικά του είναι:

  • Ταχύρυθμη ανάπτυξη, έτοιμο για συγκομιδή 40-60 ημέρες μετά τη σπορά.
  • Προτιμά καλά στραγγιζόμενα εδάφη με ουδέτερο pH.
  • Κατάλληλο για σπορά τέλος καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου.
  • Διατροφική Αξία: Πλούσιο σε βιταμίνη C, καροτίνη και βιταμίνες του συμπλέγματος Β.

Ο παραγωγός από τα Σπάτα κ. Γιώργος Κιμπεζής, που καλλιεργεί βιολογικά ιταλικό ραδίκι σε μικρή έκταση, με διάθεση αποκλειστικά μέσω λαϊκών αγορών, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι είναι ένα χειμερινό κηπευτικό. Μια εύκολη καλλιέργεια χωρίς πολλές απαιτήσεις. Σπόρους είναι πολύ εύκολο να βρεις στα μαγαζιά εφοδίων.

Τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου κάνω τις φυτεύσεις. Στην αρχή σε δίσκους και στην συνέχεια κάνω μεταφύτευση σε γραμμική μορφή (γραμμές/σειρές) στο έδαφος.

Είναι μια υπαίθρια ανθεκτική καλλιέργεια, που αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα αλλά και στα ζιζάνια.

Οι κοπές ξεκινούν μετά 40 ημέρες από την φύτευση. Κόβουμε τα εξωτερικά φύλλα, επιτρέποντας στο φυτό να συνεχίσει την παραγωγή. Από το κάθε φυτό μπορείς να κάνεις έως και τρεις κοπές. Εγώ κάνω κοπές μέχρι τα τέλη Απριλίου.

Οι τιμές λιανικής ξεκινούν από 3 και φτάνουν έως και τα 3,35 ευρώ το κιλό για τα βιολογικά.

Η παραγωγή που βγάζω είναι ανάλογη με την κατανάλωση που έχω. Οι καταναλωτές πάντως το γνωρίζουν για την πικρή γεύση του. Πολλοί το προτιμούν τις ημέρες της νηστείας. Το κόκκινο ιταλικό ραδίκι μπορεί να καταναλωθεί φρέσκο σε σαλάτες, ή βρασμένο ως συνοδευτικό σε διάφορα πιάτα. Επίσης πολλοί το βράζουν και πίνουν το χυμό του.

Παϊσιάδης Σταύρος
Οριστική παράταση έως 13 Μαρτίου για ανανέωση στο Μητρώο Εμπόρων Νωπών Οπωροκηπευτικών (ΜΕΝΟ) Εμπόριο, Τυποποίηση Οριστική παράταση έως 13 Μαρτίου για ανανέωση στο Μητρώο Εμπόρων Νωπών Οπωροκηπευτικών (ΜΕΝΟ)

Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ανακοινώνει τελική παράταση της προθεσμίας για την ανανέωση εγγραφής στο «Μητρώο Εμπόρων Νωπών Οπωροκηπευτικών» (ΜΕΝΟ), έως και την 13η Μαρτίου 2026.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, η εγγραφή στο ΜΕΝΟ είναι υποχρεωτική για όλους τους εμπόρους, συμπεριλαμβανομένων και των παραγωγών που τυποποιούν-συσκευάζουν και εμπορεύονται τα προϊόντα τους. Η διάρκεια ισχύος της εγγραφής είναι για 3 έτη, με υποχρέωση ανανέωσης.

Οι επιχειρήσεις με μία τριετία εγγραφής έως και τις 30 Ιουνίου 2025 είχαν υποχρέωση να υποβάλλουν αίτηση ανανέωσης έως 31.12.2025, σύμφωνα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΥΠΑΑΤ (207269/30.7.2025). Λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό των υπόχρεων, αποφασίσθηκε η παρούσα νέα παράταση των αιτήσεων ανανέωσης.

Το ΥΠΑΑΤ έχει αποστείλει μήνυμα σε όλους τους εγγεγραμμένους στο ΜΕΝΟ και η διαδικασία ανανέωσης έχει ήδη ξεκινήσει για όσους υπέβαλαν αίτηση εμπρόθεσμα.

Πού υποβάλλεται η αίτηση και ποια είναι τα δικαιολογητικά

Υπενθυμίζεται ότι η υποβολή της σχετικής αίτησης γίνεται στη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) της Περιφερειακής Ενότητας στην οποία βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης.

Η αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του ΥΠΑΑΤ εδώ.

Συγκεκριμένα, το υπόδειγμα της αίτησης βρίσκεται στο σημείο «2.2.1. Ποιοτικός Έλεγχος-Κατάρτιση ΜΕΝΟ», στο Παράρτημα Ι της εγκυκλίου 304160/2004 «Λεπτομέρειες για την εφαρμογή της τυποποίησης και άσκησης του ποιοτικού ελέγχου κατάρτιση της Βάσης Δεδομένων», ενώ τα δικαιολογητικά αναζητούνται στην υποπερίπτωση «Δικαιολογητικά για Εγγραφή/Ανανέωση στο ΜΕΝΟ».

Τι ισχύει σε περίπτωση μη ανανέωσης

Σημειώνεται ότι σε περίπτωση μη υποβολής της σχετικής αίτησης, η εγγραφή στο ΜΕΝΟ θα απενεργοποιηθεί, με συνέπεια τη μη δυνατότητα εμπορίας προϊόντων και κατ’ επέκταση την επιβολή κυρώσεων στην περίπτωση διαπίστωσης εμπορίας τους.

Ειδικότερα, οι εγγεγραμμένοι στους κλάδους «ΕΞΑΓΩΓΕΑΣ/ΑΠΟΣΤΟΛΕΑΣ» και «ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ/ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ» δεν θα μπορούν να υποβάλλουν ψηφιακές αναγγελίες μέσω της ψηφιακής υπηρεσίας «ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ» που λειτουργεί στην ιστοσελίδα του Υπουργείου.

Σπαράγγι: Μειωμένες ποσότητες, καθυστερήσεις και πίεση στο κόστος παραγωγής Κηπευτικά Σπαράγγι: Μειωμένες ποσότητες, καθυστερήσεις και πίεση στο κόστος παραγωγής

Η φετινή καλλιεργητική περίοδος για το σπαράγγι εξελίσσεται με διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, τόσο στο πράσινο όσο και στο λευκό προϊόν. Σε ορισμένες ζώνες η συγκομιδή έχει ξεκινήσει διστακτικά, με μειωμένες ποσότητες σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές, ενώ σε άλλες οι συνεχείς βροχοπτώσεις μεταθέτουν την έναρξη κατά αρκετές ημέρες. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος παραγωγής, η έλλειψη εργατικών χεριών και οι πιέσεις στις τιμές διαμορφώνουν ένα απαιτητικό πλαίσιο για τους παραγωγούς, με ορισμένους να συνεχίζουν υπό πίεση και άλλους να επανεξετάζουν τη θέση της καλλιέργειας στο χαρτοφυλάκιό τους.

Ηλεία: Έναρξη συγκομιδής πράσινου σπαραγγιού με μειωμένη παραγωγή

Στη Γαστούνη δραστηριοποιείται ο κ. Διονύσης Μπίλιας, παραγωγός και έμπορος πράσινου σπαραγγιού, καλλιεργώντας σήμερα περίπου 200 στρέμματα, ενώ στο παρελθόν η έκταση είχε φτάσει τα 300 στρέμματα. Όπως ανέφερε, είναι ο μοναδικός καλλιεργητής πράσινου σπαραγγιού στον νομό. Η οικογένεια Μπίλια ασχολείται εδώ και χρόνια με τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, διαθέτοντας δύο επιχειρήσεις συσκευασίας και εξαγωγών χονδρικής, την Olympia Farm και την Olympia Star, τις οποίες διαχειρίζονται πλέον τα παιδιά της οικογένειας. Συγκεκριμένα για το σπαράγγι, η επιχείρηση λειτουργεί με καθετοποιημένο σύστημα, αναλαμβάνοντας παραγωγή, συσκευασία, εμπορία και εξαγωγή. Καλλιεργούνται πρώιμες ποικιλίες πράσινου σπαραγγιού υπό χαμηλή κάλυψη, καθώς και όψιμες υπαίθριες ποικιλίες. Το σπαράγγι, όπως εξήγησε, είναι πολυετές φυτό που ξεκινά να αποδίδει από τον δεύτερο χρόνο και μπορεί να παραμείνει παραγωγικό έως και 8 έτη, ανάλογα με τη διαχείριση.

Η μείωση των στρεμμάτων από 300 σε 200 αποδίδεται, σύμφωνα με τον ίδιο, κυρίως στο αυξημένο εργατικό κόστος. Όπως ανέφερε, η εγκατάσταση της καλλιέργειας απαιτεί επένδυση της τάξης των 3.000 ευρώ ανά στρέμμα, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα υψηλό το συνολικό κόστος όσο αυξάνεται η καλλιεργούμενη έκταση. Τόνισε ότι δεν έχει λάβει επιδοτήσεις ή δανειοδότηση για την ανάπτυξη της μονάδας. Παράλληλα, ανέφερε ότι η φορολογία φτάνει, όπως είπε, το 49%. Ο κ. Μπίλιας χαρακτήρισε την καλλιέργεια απαιτητική, με ανάγκες σε φυτοπροστασία, λίπανση και άρδευση. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της έλλειψης εργατικών χεριών. Όπως σημείωσε, η συγκομιδή γίνεται καθημερινά και απαιτεί σημαντικό αριθμό εργατών, ενώ μεγάλο μέρος της διαχείρισης, ιδιαίτερα στη ζιζανιοκτονία, γίνεται χειρωνακτικά. Αναφέρθηκε ειδικά στο πρόβλημα της περικοκλάδας, την οποία χαρακτήρισε βασικό κίνδυνο για την καλλιέργεια, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα εγκεκριμένα σκευάσματα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της, με αποτέλεσμα να απαιτείται χειρωνακτική καταπολέμηση. Όπως είπε, η κατάργηση παλαιότερων δραστικών ουσιών έχει αυξήσει την ανάγκη για βοτάνισμα, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος.

Σε ό,τι αφορά τη φετινή χρονιά, ανέφερε ότι η συγκομιδή ξεκίνησε νωρίς, ωστόσο καταγράφεται μείωση παραγωγής που, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρεί, φτάνει περίπου το 60% σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές. Τη μείωση απέδωσε σε καιρικές συνθήκες και διακυμάνσεις θερμοκρασίας. Όπως ανέφερε, παρότι βρισκόμαστε στα μέσα Φεβρουαρίου, η συγκομιδή εξελίσσεται ακόμη διστακτικά λόγω καιρού.

Η διάθεση του προϊόντος γίνεται τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στο εξωτερικό, με εξαγωγικό προσανατολισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τιμές παραγωγού για το πράσινο σπαράγγι κυμαίνονται ανάλογα με την περίοδο και τη διαθεσιμότητα, ενώ η μέση τιμή χονδρικής διαμορφώνεται περίπου στα 5–6 ευρώ το κιλό για τυποποιημένο προϊόν. Συγκρίνοντας το πράσινο με το λευκό σπαράγγι, σημείωσε ότι οι αποδόσεις διαφέρουν σημαντικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, το λευκό μπορεί να φτάσει έως και τα 800 κιλά ανά στρέμμα, ενώ το πράσινο κυμαίνεται περίπου στα 200 κιλά ανά στρέμμα. Όπως εξήγησε, η διαφορά αυτή επηρεάζει και τη διαμόρφωση της τιμής, καθώς το πράσινο έχει χαμηλότερη στρεμματική απόδοση.

Καβάλα: Καθυστέρηση συγκομιδής στο λευκό σπαράγγι λόγω βροχοπτώσεων

Στην περιοχή της Καβάλας, ο κ. Παπαγεωργίου δραστηριοποιείται ως παραγωγός και έμπορος λευκού σπαραγγιού, διαθέτοντας δική του επιχείρηση. Καλλιεργεί περίπου 40 στρέμματα και συνεργάζεται με μικρότερους παραγωγούς. Όπως ανέφερε, η συγκομιδή δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, καθώς οι συνεχείς βροχοπτώσεις δεν επέτρεψαν την έγκαιρη προετοιμασία των χωραφιών. Εκτίμησε ότι η έναρξη της συγκομιδής θα καθυστερήσει κατά 15 έως 20 ημέρες, επισημαίνοντας ότι «σίγουρα θα πάει πίσω» σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό.

Σε ό,τι αφορά την καλλιεργητική πορεία, ανέφερε ότι το καλοκαίρι εξελίχθηκε ομαλά, ενώ τα φυτοπροστατευτικά ζητήματα αντιμετωπίζονται με τους προβλεπόμενους ψεκασμούς. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η περίοδος της συγκομιδής είναι κρίσιμη και η αυξημένη υγρασία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, καθώς «όπου υπάρχει υγρασία, υπάρχουν ασθένειες». Η συγκομιδή, όπως σημείωσε, διαρκεί συνήθως 60 έως 70 ημέρες. Όσον αφορά τη διάθεση, ανέφερε ότι το προϊόν κατευθύνεται αποκλειστικά σε εξαγωγές, με κύριες αγορές τη Γερμανία, τη Μιλάνο και την Ολλανδία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ζήτηση υπάρχει, ωστόσο το ζήτημα αφορά το κατά πόσο ο καταναλωτής μπορεί να πληρώσει την τιμή, καθώς πρόκειται για κοστοβόρα καλλιέργεια. Παράλληλα, έκανε λόγο για έλλειψη εργατικών χεριών και αυξημένο κόστος εργασίας, επισημαίνοντας ότι πολλοί παραγωγοί έχουν στραφεί σε άλλες καλλιέργειες με καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα.

Αχαΐα: Στροφή σε άλλες καλλιέργειες λόγω μειωμένης παραγωγής

Ο κ. Γιώργος Δρακόπουλος, παραγωγός και έμπορος με την εταιρεία «Φάρμα Αχαΐας», καλλιεργούσε μέχρι και πέρυσι περίπου 35 στρέμματα πράσινου σπαραγγιού, αποτελώντας, όπως ανέφερε, τον μοναδικό καλλιεργητή της συγκεκριμένης καλλιέργειας στην περιοχή. Φέτος, ωστόσο, δεν έχει καθόλου σπαράγγι. Όπως εξήγησε, η απόφαση ελήφθη λόγω της σημαντικά μειωμένης παραγωγής των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με τις καιρικές συνθήκες. Όπως ανέφερε, η καλλιέργεια είχε καταστεί ασύμφορη, καθώς «δεν υπήρχαν έσοδα» και «δεν ήταν παραγωγική». Σύμφωνα με τον ίδιο, μια κανονική παραγωγή θα έπρεπε να κυμαίνεται στα 800–900 κιλά ανά στρέμμα, με μέση τιμή πώλησης 3–4 ευρώ το κιλό. Ωστόσο, όπως σημείωσε, τα τελευταία χρόνια η παραγωγή είχε περιοριστεί σημαντικά, φτάνοντας στα 400–500 κιλά ανά στρέμμα, γεγονός που, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος, δεν επέτρεπε τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας.

Όπως ανέφερε, «ο πρώτος τρόπος για να μειώσεις το κόστος είναι να αυξήσεις την παραγωγή». Από τη στιγμή που η παραγωγή μειωνόταν, ενώ παράλληλα αυξανόταν το κόστος, δεν υπήρχε, όπως είπε, περιθώριο συνέχισης. Η επιχείρηση στράφηκε σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες, ακολουθώντας, σύμφωνα με τον ίδιο, τη γενικότερη κατεύθυνση της ευρύτερης περιοχής Αχαΐας και Ηλείας, όπου πλέον επικρατούν καλλιέργειες όπως καρπούζι, πατάτα και φράουλα υπό κάλυψη. Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής στο σπαράγγι, ανέφερε ότι δεν το θεωρεί πιθανό με τα σημερινά δεδομένα.

Ψαθά Παναγιώτα
Παραμένουν υψηλές οι τιμές αγγουριών, τι να προσέξουν οι παραγωγοί λόγω της υγρασίας, τι συμβαίνει στην αγορά της ΕΕ Κηπευτικά Παραμένουν υψηλές οι τιμές αγγουριών, τι να προσέξουν οι παραγωγοί λόγω της υγρασίας, τι συμβαίνει στην αγορά της ΕΕ

Ξεκίνησαν από αρχές Φεβρουαρίου δυναμικά οι κοπές αγγουριών στην Μεσσηνία, ενώ συνεχίζονται οι κοπές στην Κρήτη. Η ζήτηση παραμένει αυξημένη από τις αγορές της Ευρώπης λόγω προβλημάτων στην παραγωγή που αντιμετωπίζουν οι Ισπανοί.

Ο γεωπόνος και πρώην προϊστάμενος της ΔΑΟΚ Τριφυλίας, Αντώνης Παρασκευόπουλος, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι στην περιοχή φέτος κυριαρχεί η καλλιέργεια αγγουριού. Στην περιοχή της Τριφυλίας καλλιεργούνται περίπου 1.800 στρέμματα με αγγούρια, που με μια μέση απόδοση 22 - 24 τόνοι/στρέμμα, δίνουν μια παραγωγή πάνω από 24.000 τόνους.

Το 100% των φυτών που καλλιεργούνται στην περιοχή είναι εμβολιασμένα με ανθεκτικά υποκείμενα. Παρόλα αυτά οι καιρικές συνθήκες με τα αυξημένα επίπεδα βροχοπτώσεων έχουν σαν αποτέλεσμα να έχουμε στα θερμοκήπια αυξημένες υγρασίες. Αυτό δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη σοβαρών ασθενειών και προσβολών στην καλλιέργεια αγγουριού (Περονόσπορο, Γωνιώδης κηλίδωση κ.α.).

Χρειάζεται προσοχή τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο. Θα πρέπει ο παραγωγός να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες για να ρίξει την υγρασία στο θερμοκήπιο κάτω από 80%. Επίσης να προχωρά στις απαραίτητες καλλιεργητικές επεμβάσεις και εφαρμογές φυτοπροστασίας (προληπτικοί ψεκασμοί, βελτίωση αερισμού, κ.α.), ενώ η άρδευση θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή. Πάντως τα αγγούρια είναι πολύ καλής ποιότητας, με τις κοπές να έχουν αρχίσει από τις αρχές Φεβρουαρίου.

Ο κ. Κώστας Κόκκαλης, νέος παραγωγός αγγουριών από την Μαραθούπολη της Τριφυλίας, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι οι κοπές στην περθιοχή έχουν ξεκινήσει από τις αρχές Φεβρουαρίου και θα συνεχιστούν μέχρι τέλη Ιουνίου. Οι υγρασίες και οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις έχουν δημιουργήσει κάποια προβλήματα που θα πρέπει να τα αντιμετωπίσει ο παραγωγός. Το θετικό είναι ότι ξεκινήσαμε με καλή ζήτηση για εξαγωγή, με αποτέλεσμα οι τιμές παραγωγού να είναι σε καλά επίπεδα 2 ευρώ το κιλό.

Ο κ. Γιώργος Αλεξανδρόπουλος, παραγωγός από τα Φιλιατρά, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι οι συνεχόμενες βροχές και η περιορισμένη ηλιοφάνεια έχουν ταλαιπωρήσει την καλλιέργεια και έχουν φέρει μειωμένες αποδόσεις. Οι κοπές έχουν ξεκινήσει με τα κιλά να είναι λίγα αλλά υπάρχει αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές (γύρω στο 90% της παραγγωγής) και αυτό κρατά σε καλά επίπεδα τις τιμές. Τα μεγέθη αυτή την περίοδο είναι κατάλληλα για εξαγωγές κυρίως προς βαλκανικές χώρες. Ελπίζουμε να βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες για να έχουμε μια ομαλή εξέλιξη στην παραγωγή.  

Ο κ. Ασημάκης Ντεμερούκας, παραγωγός από τους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι φέτος η τιμή του αγγουριού έχει διατηρηθεί σε ιστορικά καλά επίπεδα για μεγαλο χρονικό διάστημα. Αυτή την περίοδο στην περιοχή κάνουμε κοπές αγγουριών με τιμές 60 λεπτά ανά τεμάχιο και στην εξαγωγή πάνε στα 2,10 έως 2,20 ευρώ το κιλό. Υπάρχει αυξημένη ζήτηση από τις αγορές στην Ευρώπη.

Ο κ. Δημήτρης Πλακονούρης, παραγωγός από τα Φιλιατρά, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι ξεκίνησαν οι κοπές αγγουριών στην περιοχή μας. Η εγχώρια αγορά δεν δίνει τιμές στο προϊόν. Η ζήτηση για εξαγωγές δίνει τιμή στα αγγούρια, που φέτος οι τιμές φαίνεται να έχουν καλό ξεκίνημα πάνω από 2 ευρώ το κιλό. Οι παραγωγοί ελπίζουν να συνεχιστεί αυτή η εικόνα με τις τιμές και τους επόμενους μήνες.

Ο κ. Φώντας Δουλούμης, από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ανατολή στην Κρήτη, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι συνεχίζουμε την συγκομιδή των αγγουριών. Στην περιοχή της Ιεράπετρας υπολογίζουμε να κόβουμε αγγούρια μέχρι τον Απρίλιο. Η διεθνής συγκυρία έχει βοηθήσει και ακόμη έχουμε μεγάλη ζήτηση για εξαγωγή με αποτέλεσμα οι τιμές να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Μέχρι στιγμής οι καιρικές συνθήκες δεν έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην καλλιέργεια.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί της Κρήτης έχουν στραφεί στην καλλιέργεια αγγουριών. Αυτό έγινε γιατί έχουν μικρό κύκλο ζωής και λιγότερο ρίσκο σε σχέση με την πιπεριά που θέλει 3 μήνες και πολλούς σπόρους και την ντομάτα που θέλει 90 ημέρες. Επίσης η καστανή ρυτίδωση ντομάτας ToBRFV (Tomato brown rugose fruit virus) έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα στους παραγωγούς, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός να έχει εγκαταλείψει την καλλιέργεια και να έχει στραφεί στο αγγούρι. Περίπου τα μισά θερμοκήπια της Ιεράπετρας σήμερα να καλλιεργούν αγγούρια.

Προβλήματα στην Ευρώπη

Η Ισπανία δεν έχει επαρκείς όγκους αγγουριών για να καλύψουν τη ζήτηση στην Ευρώπη. Αυτό σε συνδυασμό με την περιορισμένη ηλιοφάνεια στο Βέλγιο και την Ολλανδία, δεν αναμένεται να φέρει σημαντική αύξηση της παραγωγής το επόμενο διάστημα.

Οι καιρικές συνθήκες, που για μεγάλο χρονικό διάστημα επικρατούν κυρίως στη νότια Ισπανία, έχουν σταματήσει εντελώς την προσφορά αγγουριών από την χώρα για εξαγωγή στις ευρωπαϊκές αγορές. Από την άλλη οι ελλείψεις στην Ευρώπη έχουν οδηγήσει Βέλγους και Ολλανδούς παραγωγούς θερμοκηπίου να προχωρήσουν σε πρώιμες καλλιέργειες αγγουριού, αρκετά νωρίτερα σε σχέση με το παρελθόν.

Ωστόσο, σύμφωνα με κύκλους του διεθνούς εμπορίου, οι ποσότητες αγγουριών δεν θα είναι αρκετές το επόμενο διάστημα. Φέτος το Πάσχα πέφτει νωρίς (5 Απριλίου το Καθολικό Πάσχα και 12 Απριλίου το Ορθόδοξο) και η αγορά θα έχει μειωμένη προσφορά, με αποτέλεσμα να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα οι τιμές. Μετά το Πάσχα αναμένεται να ομαλοποιηθεί η αγορά.

Παϊσιάδης Σταύρος
Αγκινάρα: από «βασίλισσα» του κάμπου σε καλλιέργεια δεύτερου ρόλου Κηπευτικά Αγκινάρα: από «βασίλισσα» του κάμπου σε καλλιέργεια δεύτερου ρόλου

Η αγκινάρα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά λαχανικά της ελληνικής γεωργίας, με μακρά παρουσία στον πρωτογενή τομέα. Υπήρξε εποχή που η αγκινάρα ήταν σχεδόν ταυτότητα ολόκληρων καλλιεργητικών ζωνών. Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική: λιγότερα στρέμματα, υψηλά έξοδα και μια κατανάλωση που δεν είναι πια αυτονόητη. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στα Ίρια, μία από τις πλέον γνωστές περιοχές καλλιέργειας αγκινάρας, όπου για δεκαετίες η καλλιέργεια ήταν σχεδόν αποκλειστική. Από περίπου 7.000 στρέμματα αγκινάρας, σήμερα καλλιεργούνται μόλις 700–800, σύμφωνα με όσα γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν από κοντά την πορεία της. Μιλώντας με ανθρώπους του κλάδου από την περιοχή –γεωπόνους και παραγωγούς– καταγράφουμε την εικόνα μιας καλλιέργειας που από βασίλισσα του κάμπου έχασε την κυρίαρχη θέση της, μέσα από τις συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα στο χωράφι και στην αγορά.

Η καλλιέργεια της αγκινάρας 

Η αγκινάρα είναι μια καλλιέργεια με ιδιαιτερότητες, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές του παραγωγού. Πρόκειται για πολυετές φυτό, το οποίο παραμένει στο ίδιο χωράφι για δύο έως τρία χρόνια, αναβλαστάνοντας από το ίδιο ριζικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι η έκταση δεσμεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς τη δυνατότητα εύκολης εναλλαγής με άλλες καλλιέργειες. Στην πράξη, όπως περιγράφει ο γεωπόνος κ. Κώστας Τράκας, σε κάθε ρίζα εμφανίζονται πολλοί βλαστοί, τόσο ήμεροι όσο και άγριοι, «γεγονός που καθιστά αναγκαίο το αραίωμα». Η σωστή επιλογή των βλαστών επηρεάζει την πρωιμότητα, την ποιότητα και τελικά την εμπορική αξία της παραγωγής. Παράλληλα, η αγκινάρα είναι απαιτητική σε θρεπτικά στοιχεία και, αν δεν υποστηριχθεί με σωστή λίπανση, δεν μπορεί να δώσει ποιοτικά πλήρες αποτέλεσμα. Όλες αυτές οι καλλιεργητικές φροντίδες μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος.

Σημαντικό βάρος στην καλλιέργεια αποτελεί και η φυτοπροστασία. Όπως αναφέρουν, έντομα και εχθροί όπως τετράνυχος, αφίδες και άλλα παράσιτα που επηρεάζουν την εικόνα και την ποιότητα της ανθοκεφαλής απαιτούν παρεμβάσεις με συγκεκριμένα σκευάσματα, τα οποία επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, η αγκινάρα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις χαμηλές θερμοκρασίες, καθώς «πτώση της θερμοκρασίας στους –1 έως –2 βαθμούς Κελσίου μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές», με κίνδυνο να χαθεί μεγάλο μέρος ή και το σύνολο της παραγωγής. Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, μετά από πολυετή καλλιέργεια αγκινάρας «το χωράφι χρειάζεται ανανέωση», είτε με ηλιοαπολύμανση είτε με επαναλαμβανόμενες καλοκαιρινές οργώσεις, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία του εδάφους πριν την εγκατάσταση της επόμενης καλλιέργειας. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν την εικόνα μιας ιδιαίτερης και απαιτητικής καλλιέργειας, που χρειάζεται συνεχή φροντίδα, εμπειρία και αυξημένο κόστος για να αποδώσει.

Η αλλαγή του τοπίου στα Ίρια

Σύμφωνα με τους γεωπόνους κ. Γεώργιο Δορύ και κ. Κώστα Τράκα, για πολλά χρόνια η αγκινάρα κυριαρχούσε στα Ίρια όχι επειδή ήταν απαραίτητα η πιο αποδοτική καλλιέργεια, αλλά επειδή οι επιλογές ήταν περιορισμένες. Η ποιότητα του νερού και η απουσία εγγειοβελτιωτικών έργων δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη άλλων καλλιεργειών, με αποτέλεσμα η περιοχή να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αγκινάρα. Η εικόνα αυτή αποτυπωνόταν και στην έκταση της καλλιέργειας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο γεωπόνος κ. Τράκας, στα Ίρια καλλιεργούνταν έως και 7.000 στρέμματα αγκινάρας, όταν η περιοχή λειτουργούσε σχεδόν μονοκαλλιεργητικά. Σήμερα, η εικόνα αυτή έχει αλλάξει δραστικά, καθώς καλλιεργούνται μόλις 700–800 στρέμματα, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη υποχώρηση της καλλιέργειας στον κάμπο.

Η αλλαγή αυτή επιταχύνθηκε όταν ολοκληρώθηκαν τα εγγειοβελτιωτικά έργα και βελτιώθηκε η δυνατότητα άρδευσης. Από εκείνο το σημείο και μετά, όπως εξηγούν οι γεωπόνοι, «άνοιξε η γκάμα των καλλιεργητικών επιλογών». Οι παραγωγοί μπόρεσαν να στραφούν σε μπρόκολο, κουνουπίδι, λάχανο, μαρούλια και άλλα σαλατικά, αλλά και σε δενδροκομικές καλλιέργειες, αλλάζοντας σταδιακά τον χαρακτήρα του κάμπου. Παράλληλα, οι γεωπόνοι συνδέουν τη μετατόπιση αυτή και με την πλευρά της κατανάλωσης. Η αγκινάρα είναι προϊόν που απαιτεί χρόνο, «καθάρισμα και εξοικείωση, στοιχεία που δεν ταιριάζουν εύκολα με τον σύγχρονο τρόπο ζωής». Αντίθετα, τα σαλατικά έχουν μικρότερο καλλιεργητικό κύκλο, περισσότερες κοπές μέσα στη χρονιά και, σε αρκετές περιπτώσεις, εξασφαλισμένη διάθεση, προσφέροντας μεγαλύτερη αίσθηση σταθερότητας στον παραγωγό.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες –η δέσμευση του χωραφιού για χρόνια, οι αυξημένες καλλιεργητικές απαιτήσεις, το υψηλό κόστος, μια αγορά που δεν απορροφά εύκολα μεγάλες ποσότητες, αλλά και η βελτίωση των υποδομών και της άρδευσης που άνοιξε τη γκάμα των καλλιεργητικών επιλογών– συνθέτουν, σύμφωνα με τους γεωπόνους, τη σημερινή εικόνα της αγκινάρας και εξηγούν γιατί στα Ίρια η άλλοτε κυρίαρχη καλλιέργεια έχει περιοριστεί τόσο έντονα, ενισχύοντας τη στροφή των παραγωγών σε εναλλακτικές επιλογές.

Όταν η καλλιέργεια δεν ισοσκελίζει πια

Η κα Γιάννα Τράκα καλλιεργούσε αγκινάρα για δεκαετίες στα Ίρια, συνεχίζοντας μια δραστηριότητα που είχε ξεκινήσει από τους γονείς της. Μέχρι και την τελευταία χρονιά που ασχολήθηκε με την καλλιέργεια, διατηρούσε περίπου 20 στρέμματα αγκινάρας, αποτελώντας ένα από τα ενεργά παραδείγματα παραγωγών που γνώριζαν την καλλιέργεια σε βάθος και στην πράξη. Όπως περιγράφει, τα τελευταία χρόνια η εικόνα της καλλιέργειας άρχισε να «αλλάζει αισθητά». Η βασική διαφορά εντοπίζεται στην παραγωγή, η οποία, σύμφωνα με την εμπειρία της, έχει μειωθεί σημαντικά. «Δεν έχουμε την απόδοση που είχαμε άλλα χρόνια», αναφέρει χαρακτηριστικά, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή τόσο στις καιρικές συνθήκες όσο και στην ποιότητα του νερού, που –όπως σημειώνει– έχει επιβαρυνθεί, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται άμεσα η ποσότητα που δίνει κάθε φυτό.

Παράλληλα, εξηγεί ότι η αγκινάρα δεσμεύει το χωράφι για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου τρία χρόνια, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να καλλιεργηθεί κάτι άλλο τους θερινούς μήνες ώστε να καλυφθούν λειτουργικά έξοδα. Σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής, η ισορροπία μεταξύ εξόδων και εσόδων γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Όπως λέει, σε μια τέτοια καλλιέργεια «πρέπει να μελετάς ακόμα και το ένα σεντ», καθώς πρόκειται για χιλιάδες φυτά και συνεχείς δαπάνες. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη διάθεση του προϊόντος. Στην αρχή της σεζόν, όταν η παραγωγή είναι περιορισμένη, η ζήτηση είναι αυξημένη και οι τιμές κινούνται σε υψηλά επίπεδα. Όμως, όσο αυξάνεται η παραγωγή και «πετυχαίνει» το χωράφι, η τιμή πιέζεται έντονα. Η ίδια περιγράφει μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στη χρονιά, με την τιμή να ξεκινά υψηλά και στη συνέχεια να υποχωρεί σημαντικά, όταν η προσφορά μεγαλώνει και το ενδιαφέρον μειώνεται.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η κα Γιάννα Τράκα αναφέρει ότι αποφάσισε να σταματήσει πλήρως την καλλιέργεια της αγκινάρας. Όπως εξηγεί, στράφηκε στα σαλατικά, τα οποία έχουν μικρότερο καλλιεργητικό κύκλο και της δίνουν τη δυνατότητα να καλλιεργεί και να συγκομίζει περισσότερες φορές μέσα στη χρονιά, επιτρέποντας καλύτερο προγραμματισμό και μια πιο σταθερή εικόνα σε σχέση με την αγκινάρα.

Η αγκινάρα ως συνειδητή επιλογή

Ο κ. Κώστας Κακουριώτης είναι από τους λίγους παραγωγούς που συνεχίζουν να καλλιεργούν αγκινάρα στα Ίρια, σε μια περιοχή όπου η καλλιέργεια έχει περιοριστεί δραστικά τα τελευταία χρόνια. Καλλιεργεί περίπου 50 στρέμματα αγκινάρας και αυτοχαρακτηρίζεται «ρομαντικός», περιγράφοντας μια σχέση με την αγκινάρα που κρατά εδώ και δεκαετίες.

Σε καλλιεργητικό επίπεδο, περιγράφει την αγκινάρα ως μια απαιτητική και δύσκολη καλλιέργεια. Η εγκατάσταση ξεκινά το καλοκαίρι, ενώ η συγκομιδή αρχίζει από τον χειμώνα και συνεχίζεται έως την άνοιξη. Από κάθε «κούτσουρο» αναπτύσσονται πολλοί βλαστοί, οι οποίοι πρέπει να αραιωθούν, καθώς σε κάθε φυτό αφήνονται ένας ή δύο, ώστε να μπορεί να θρέψει σωστά την παραγωγή. Η καλλιέργεια απαιτεί συνεχείς εργασίες, όπως σκάλισμα, βοτάνισμα και γενική φροντίδα, ενώ τα εργατικά και τα λειτουργικά έξοδα παραμένουν υψηλά.Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο κόστος της φυτοπροστασίας, το οποίο χαρακτηρίζει ως το πιο «βαρύ» κομμάτι της καλλιέργειας. Όπως εξηγεί, οι επεμβάσεις για εχθρούς όπως τετράνυχος, αφίδα, βρούχος και άλλα έντομα της κεφαλής απαιτούν συγκεκριμένα σκευάσματα, τα οποία είναι ακριβά και περιορισμένα. Παράλληλα, αναφέρει προβλήματα όπως τα σαλιγκάρια, που μπορεί να μην επηρεάζουν τη γεύση, αλλά υποβαθμίζουν την εμπορική εικόνα του προϊόντος.

Σε επίπεδο απόδοσης, ο κ. Κακουριώτης αναφέρει ότι ένα στρέμμα μπορεί «να δώσει περίπου 1.600 έως 2.000 κεφάλια», ανάλογα με τη χρονιά και τις συνθήκες. Ωστόσο, οι αποδόσεις αυτές δεν μεταφράζονται πάντα σε αντίστοιχο εισόδημα, καθώς οι τιμές παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στη σεζόν. Όπως λέει, στην αρχή της συγκομιδής η τιμή μπορεί να ξεκινά από περίπου «1 ευρώ ανά κεφάλι, ενώ προς το τέλος της περιόδου, όταν μειώνεται το μέγεθος και η ποιότητα, μπορεί να πέσει ακόμη και στα 0,10 λεπτά».

Η διάθεση του προϊόντος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη συνέχιση της καλλιέργειας. Ο ίδιος διοχετεύει αγκινάρα τόσο στην κεντρική λαχαναγορά όσο και σε εμπόρους που τροφοδοτούν αγορές σε όλη την Ελλάδα, όπως τη Θεσσαλονίκη και τον Βόλο. Όπως τονίζει, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τιμή, αλλά το να «φεύγει το προϊόν». «Έχω βρει άκρες, έχω βρει ανθρώπους να τη διαθέτω, γιατί μ’ αρέσει αυτό που κάνω», αναφέρει, υπογραμμίζοντας τη σημασία των συνεργασιών.  Σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, σημειώνει ότι αυτή κορυφώνεται από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο, όταν οι καιρικές συνθήκες ευνοούν και η ποιότητα είναι καλύτερη, ενώ συμπίπτει και με την περίοδο νηστείας του κόσμου. Παρότι η αγκινάρα είναι θρεπτικό και ιδιαίτερο λαχανικό, παραμένει δύσκολο προϊόν για τον καταναλωτή, καθώς απαιτεί χρόνο για καθάρισμα και προετοιμασία, γεγονός που περιορίζει το κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Ψαθά Παναγιώτα
Ξερό κρεμμύδι: Πολλή παραγωγή, χαμηλές τιμές και πίεση στην αγορά Κηπευτικά Ξερό κρεμμύδι: Πολλή παραγωγή, χαμηλές τιμές και πίεση στην αγορά

Το κρεμμύδι παραμένει μια από τις πιο σταθερές και διαδεδομένες καλλιέργειες στη χώρα, με παρουσία σχεδόν σε κάθε αγροτική περιοχή και με ρόλο-κλειδί τόσο στη διατροφή όσο και στην εγχώρια αγορά οπωροκηπευτικών. Πίσω όμως από τη σταθερή κατανάλωση, η φετινή εικόνα της καλλιέργειας και της διάθεσης αποτυπώνει μια πραγματικότητα με έντονες διαφοροποιήσεις, ανάλογα με την περιοχή, το μοντέλο παραγωγής και το κανάλι διάθεσης. Ο ΑγροΤύπος μίλησε με παραγωγούς, εμπόρους, συνεταιρισμούς, καταγράφοντας την εικόνα της αγοράς όπως διαμορφώνεται σήμερα, μέσα από τις εμπειρίες και τα δεδομένα που μεταφέρουν οι ίδιοι οι άνθρωποι του κλάδου.

Βοιωτία: Πίεση τιμών και αυξημένες ποσότητες στην αγορά

Ο κ. Στάθης Μπόβαλης, με παρουσία 75 ετών στο εμπόριο κρεμμυδιού, δραστηριοποιείται στη Βοιωτία αποκλειστικά στη συγκέντρωση, αποθήκευση και διάθεση του προϊόντος, συνεργαζόμενος με 5–6 παραγωγούς. Διαθέτει συσκευαστήριο και ψυκτικούς χώρους και διοχετεύει το κρεμμύδι κυρίως στις εγχώριες λαχαναγορές, με περιορισμένες εξαγωγές την άνοιξη. Η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται ζημιογόνα για το εμπόριο, καθώς τα κρεμμύδια αγοράστηκαν περίπου στα 40 λεπτά το κιλό και διατίθενται σήμερα από 35 έως 40 λεπτά, χωρίς ουσιαστικό περιθώριο κέρδους. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «φέτος δεν υπάρχει κέρδος στο εμπόριο», επισημαίνοντας ότι το αυξημένο κόστος ρεύματος, μεροκάματων και υλικών συσκευασίας επιβαρύνει σημαντικά τη λειτουργία.

Παράλληλα, η αυξημένη παραγωγή από περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Κοζάνη, έχει εντείνει τον ανταγωνισμό, δημιουργώντας πιέσεις στη διάθεση, ενώ στη Βοιωτία υπάρχουν σήμερα σημαντικά αποθέματα. Όπως αναφέρει, αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη ή ξεκινούν οι νέες σπορές, κυρίως μέσα στον Φεβρουάριο, στοιχείο που θα επηρεάσει τη διαμόρφωση της αγοράς τους επόμενους μήνες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αγορά κρεμμυδιού παρουσιάζει έντονη εποχικότητα, με τη ζήτηση να αυξάνεται μετά τα μέσα Φεβρουαρίου. «Το κρεμμύδι τέσσερις μήνες είναι μπαχαρικό και μετά γίνεται σαλατικό», αναφέρει, εξηγώντας ότι παράγοντες όπως το Πάσχα, ο τουρισμός και η είσοδος της νέας παραγωγής καθορίζουν την πορεία της αγοράς.

Ο κ.  Μπάκας Αθανάσιος δραστηριοποιείται στη Βοιωτία τόσο ως παραγωγός όσο και ως έμπορος–τυποποιητής κρεμμυδιού, με καλλιέργεια που ξεπερνά τα 1.000 στρέμματα. Η διάθεση γίνεται κυρίως μέσω λαχαναγορών, με περιορισμένες εξαγωγές την άνοιξη. Η φετινή χρονιά εξελίσσεται δύσκολα, καθώς τα περιθώρια στο εμπορικό σκέλος παραμένουν ιδιαίτερα περιορισμένα. Παρότι η τιμή παραγωγού κινήθηκε στα 25–30 λεπτά το κιλό, το αυξημένο κόστος ρεύματος, εργατικών και υλικών συσκευασίας επιβαρύνει καθοριστικά τη δραστηριότητα. Παράλληλα, η είσοδος νέων περιοχών στο κρεμμύδι, όπως η Κοζάνη και η Ορεστιάδα, έχει αυξήσει τις διαθέσιμες ποσότητες και τα αποθέματα στη Βοιωτία. «Η ποσότητα μας έχει καβαλήσει», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη της αγοράς. Ακόμα αναφέρει ότι οι σπορές βρίσκονται σε εξέλιξη, ξεκίνησαν καλά και θα συνεχιστούν, με κορύφωση αυτόν τον μήνα. 

Άλλος παραγωγός κρεμμυδιού από τη Βοιωτία, καλλιεργεί περίπου 110 στρέμματα και δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην παραγωγή, σε συνεργασία με οικογενειακό συσκευαστήριο. Όπως εξηγεί, η καλλιέργεια πραγματοποιείται σε δύο βασικές περιόδους, ωστόσο φέτος επέλεξε να καλλιεργήσει μόνο τη δεύτερη, με σπορές που ξεκινούν από τον Ιανουάριο, αποφεύγοντας την πρώιμη καλλιέργεια μικρής ημέρας. «Τα τελευταία χρόνια οι καιρικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και δεν ευνοούν στην περιοχή μου την καλή πορεία των κρεμμυδιών μικρής ημέρας», σημειώνει.

Η τελευταία συγκομιδή έγινε τον Αύγουστο και, χάρη στη δυνατότητα αποθήκευσης, το προϊόν εξακολουθεί να διατίθεται στην αγορά. Τον Μάιο καταγράφηκαν ζημιές από καιρικά φαινόμενα σε μέρος της καλλιέργειας, χωρίς όμως να χαθεί το σύνολο της παραγωγής. Η διάθεση γίνεται κυρίως στην εγχώρια αγορά, σε επαρχιακές αγορές και στην Αθήνα, χωρίς συνεργασία με αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιούνται και εξαγωγές. Η τιμή πώλησης στο συσκευαστήριο κυμαίνεται φέτος από 35 έως 40 λεπτά το κιλό, με τάση υποχώρησης τους τελευταίους μήνες. «Εκεί που δίναμε τα πιο καλά προϊόντα με 40 λεπτά, πλέον έχουμε πάει έωσ 35», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι τα κόστη αποθήκευσης και οι απώλειες βάρους περιορίζουν το τελικό όφελος. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν προβλέπει άνοδο τιμών το επόμενο διάστημα, καθώς οι αυξημένες ποσότητες από περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Κοζάνη και η Ορεστιάδα, συνεχίζουν να πιέζουν την αγορά.

Έβρος: Χαμηλές τιμές και οριακή βιωσιμότητα για τους παραγωγούς

Στον Έβρο, ο Α.Σ. Παραγωγής Επεξεργασίας Εμπορίας Σκόρδου Βύσσας δραστηριοποιείται και στην καλλιέργεια κρεμμυδιού, με ανοιξιάτικες φυτεύσεις και συγκομιδή από τα τέλη Αυγούστου έως τον Σεπτέμβριο. Όπως εξηγεί ο υπεύθυνος του συνεταιρισμού, Τ. Γιαγκμογλίδης, στην περιοχή δεν επιλέγεται χειμερινή σπορά, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών και του αυξημένου ρίσκου, με τις φυτεύσεις να πραγματοποιούνται τον Μάρτιο, όταν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν. Η φετινή χρονιά εξελίχθηκε δύσκολα, με μέσες αποδόσεις 5–5,5 τόνους ανά στρέμμα και μέση τιμή παραγωγού 27–28 λεπτά το κιλό, επίπεδα που δεν επιτρέπουν κερδοφορία. Οι περισσότερες ποσότητες έχουν ήδη συγκομιστεί και αποθηκευτεί, με μικρά αποθέματα να παραμένουν αυτή την περίοδο. Σύμφωνα με τον ίδιο, «με αυτές τις τιμές και αυτές τις αποδόσεις, κέρδος δεν υπάρχει για τον παραγωγό», καθώς το κόστος καλλιέργειας ξεπερνά τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα, λόγω άρδευσης, φυτοπροστασίας και αυξημένων εργατικών.

Η εικόνα της αγοράς επιβαρύνεται επιπλέον από τη γενικευμένη στροφή πολλών παραγωγών σε εναλλακτικές καλλιέργειες, όπως το κρεμμύδι, εξαιτίας της υποχώρησης άλλων προϊόντων. Αυτό έχει οδηγήσει σε φαινόμενα υπερπαραγωγής σε εθνικό επίπεδο. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά, «σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν κρεμμύδια», ενώ οι κλιματικές πιέσεις, οι απώλειες ποιότητας και η φύρα καθιστούν τη συγκεκριμένη καλλιέργεια ιδιαίτερα απαιτητική και οικονομικά επισφαλή.

Βιολογικό κρεμμύδι: Υψηλό κόστος και σταθερή ζήτηση στη λιανική

Η Γκουτζαμπασούλη Μαρία, παραγωγός βιολογικών κρεμμυδιών απο την Λάρισα, δραστηριοποιείται με χειμερινές και ανοιξιάτικες φυτεύσεις, με τελευταία συγκομιδή τον Σεπτέμβριο. Το προϊόν αποθηκεύεται σε κατάλληλους χώρους και ψυκτικά μέσα, ενώ αυτή την περίοδο υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα αποθέματα, παράλληλα με την εξέλιξη της επόμενης καλλιεργητικής σκάλας. Η διάθεση γίνεται αποκλειστικά μέσω Λαϊκής Αγοράς, με τιμή πώλησης 2 ευρώ το κιλό για το βιολογικό κρεμμύδι. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά, «είναι προϊόν πρώτης ανάγκης, δεν μπορεί ο κόσμος χωρίς κρεμμύδι», σημειώνοντας ότι η ζήτηση παραμένει σταθερή, παρά την υψηλότερη τιμή σε σχέση με το συμβατικό.

Σε επίπεδο καλλιέργειας, οι δυσκολίες είναι έντονες, καθώς η βιολογική παραγωγή δεν επιτρέπει χημικές παρεμβάσεις. «Δεν μπορούμε να έχουμε φάρμακα στις καλλιέργειές μας», αναφέρει, επισημαίνοντας προβλήματα από ζιζάνια, ασθένειες και αυξημένα εργατικά, λόγω της ανάγκης για χειρωνακτικές επεμβάσεις. Παρά τη χρήση εγκεκριμένων βιολογικών σκευασμάτων, οι απώλειες και η φύρα παραμένουν σημαντικός παράγοντας επιβάρυνσης της παραγωγής. 

Ψαθά Παναγιώτα
Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις δημιουργούν προβλήματα στις φυτεύσεις του πρώιμου καρπουζιού Κηπευτικά Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις δημιουργούν προβλήματα στις φυτεύσεις του πρώιμου καρπουζιού

Αυτή την εποχή γίνεται η κατεργασία του εδάφους και ξεκινούν οι φυτεύσεις για το υπαίθριο καρπούζι χαμηλής κάλυψης στην περιοχή της Τριφυλίας.

Συνήθως οι προετοιμασίες για την κατεργασία του εδάφους ξεκινούν από αρχές Φεβρουαρίου και στην συνέχεια από 5 έως 10 του μήνα ξεκινούν οι φυτεύσεις.

Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις στην περιοχή όμως έχουν δημιουργήσει προβλήματα και σε πολλά χωράφια με τους παραγωγούς να περιμένουν να στραγγίξει το έδαφος για να καταφέρουν να ξεκινήσουν τις εργασίες τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΑΟΚ Τριφυλίας, στην περιοχή καλλιεργείται υπαίθριο καρπούζι χαμηλής κάλυψης σε περίπου 3.500 στρέμματα. Από αυτή την έκταση το 75% αφορά το πρώιμο καρπούζι και το υπόλοιπο καλοκαιρινή καλλιέργεια. Οι κυριότερες περιοχές καλλιέργειας καρπουζιού στην Τριφυλία είναι ο Αγρίλης και ο Λαγκουβάρδος στα Φιλιατρά και το Καλό Νερό στην Κυπαρισσία.

Ο κ. Κώστας Μαλάμος, μεγάλος παραγωγός και έμπορος καρπουζιών από τα Φιλιατρά, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι φέτος είναι από τις πιο δύσκολες χρονιές στην φύτευση του καρπουζιού. Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις έχουν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την κατεργασία του εδάφους. Είμαι από τους λίγους παραγωγούς που κατάφερα να ολοκληρώσω της κατεργασία και έχω ήδη ξεκινήσει να κάνω την φύτευση. Αυτό που ελπίζουμε είναι να μην έχουμε φέτος χαμηλές θερμοκρασίες που θα δημιουργήσουν προβλήματα στην εξέλιξη της καλλιέργειας. Η πρωιμότητα της καλλιέργειας πάντως θα εξαρτηθεί από τις καιρικές συνθήκες που θα έχουμε μετά το ξεσκέπασμα της καλλιέργειας.

Να θυμίσουμε ότι πέρσι είχαμε καλές αποδόσεις και καταφέραμε να έχουμε ένα καλό ξεκίνημα στο πρώιμο καρπούζι όσον αφορά τις τιμές, που κυμάνθηκαν από 60 έως 50 λεπτά το κιλό. Στην συνέχεια όμως και όταν αυξήθηκαν οι ποσότητες υπήρξε μια μεγάλη πτώση στις τιμές που έφτασαν ακόμη και στα 25 λεπτά.

Από την πλευρά του ο παραγωγός και πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Φιλιατρών, Αγγελής Κοροβίλας, αναφέρει στον Αγροτύπο ότι υπάρχουν προβλήματα και καθυστερήσεις στην κατεργασία του εδάφους λόγω των συνεχόμενων βροχοτώσεων. Άλλες χρονιές είχαμε τέτοια εποχή κάναμε κανονικά την κατεργασία στο χωράφι και στην συνέχεια προχωρούσαμε στις φυτεύσεις των καρπουζιών. Τώρα αν δεν έχουμε νέες βροχοπτώσεις θα πάνε πιο πίσω οι φυτεύσεις για μια εβδομάδα. Πάντως η πρωιμότητα του καρπουζιού εξαρτάται από τις ακιρικές συνθήκες που θα έχουμε μετά το ξεσκέπασμα. Οπότε τότε θα δείξει πως θα εξελιχθεί η φετινή καλλιέργεια. 

Παϊσιάδης Σταύρος
Σαλάτες: ποικιλίες, διαθεσιμότητα και τιμές στην αγορά Κηπευτικά Σαλάτες: ποικιλίες, διαθεσιμότητα και τιμές στην αγορά

Οι σαλάτες αποτελούν βασικό προϊόν της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής, με παρουσία σχεδόν όλο τον χρόνο και έντονη διαφοροποίηση ως προς τις ποικιλίες, τη διαθεσιμότητα και τις τιμές. Πίσω από το τελικό προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή, διαμορφώνεται ένα σύνθετο τοπίο καλλιεργητικών επιλογών, καιρικών προκλήσεων, κόστους παραγωγής και μεταβαλλόμενης ζήτησης, το οποίο επηρεάζει άμεσα τόσο τους παραγωγούς όσο και την αγορά.

Η εικόνα της καλλιέργειας 

Για τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην καλλιέργεια και εμπορία σαλατών μίλησε στο ρεπορτάζ ο κ. Κατσίγιαννης Αποστόλης, από την εταιρεία παραγωγής και εμπορίας φρούτων και λαχανικών Απόστολος Κατσίγιαννης ΕΕ, με έδρα την Αργολίδα. Όπως εξηγεί, η καλλιέργεια σαλατών στην περιοχή αφορά αποκλειστικά υπαίθριες καλλιέργειες, σε εκτάσεις που συνολικά φτάνουν τα 300–350 στρέμματα, μαζί με συνεργαζόμενους παραγωγούς. Η παραγωγή βασίζεται στη διαδοχική φύτευση, ώστε να υπάρχει συνεχής παρουσία προϊόντος στην αγορά από το φθινόπωρο έως και τα τέλη της άνοιξης. Ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι Iceberg, Ρωμαίν (παραδοσιακό μαρούλι), Lolla (κόκκινες και πράσινες), Batavia (σγουρό μαρούλι)

Όπως σημειώνει ο ίδιος, η Batavia –το σγουρό μαρούλι– καταναλώνεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ το ρωμαίν προτιμάται περισσότερο στη Νότια. «Η Βόρεια Ελλάδα τρώει το σγουρό μαρούλι, δεν τρώει το ρωμαίν», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η καλλιέργεια Iceberg συνεχίζεται ακόμη και μέσα στον Ιούνιο, με αυξημένο όμως ρίσκο, λόγω θερμοκρασιών και καιρικών συνθηκών. Οι πλημμύρες και οι συνεχείς βροχοπτώσεις της φετινής περιόδου επηρέασαν όλες τις ποικιλίες, προκαλώντας καθυστερήσεις στην ανάπτυξη και μείωση των συγκομιζόμενων ποσοτήτων. «Όταν έχεις βροχή κάθε μέρα, το φυτό σοκάρεται και πάει πίσω», τονίζει, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν κόβονται οι αναμενόμενες ποσότητες.

Σύμφωνα με τον κ. Κατσίγιαννη, οι τιμές παραγωγού για τις σαλάτες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα εδώ και μήνες. Από τον Σεπτέμβριο και μετά, οι τιμές στο χωράφι δεν έχουν πέσει κάτω από τα 30–40 λεπτά το τεμάχιο. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις τιμές παραγωγού στο χωράφι, ο κ. Κατσίγιαννης επισημαίνει ότι τα μαρούλια και η Batavia κινούνται αυτή την περίοδο περίπου στα 50 λεπτά το τεμάχιο, ενώ το Iceberg σε προηγούμενη φάση της σεζόν είχε φτάσει ακόμη και τα 70–80 λεπτά στο χωράφι, πριν αυξηθούν οι εισαγωγές και πιεστεί η αγορά. Για τις Lollo, οι τιμές παραγωγού κυμάνθηκαν περίπου κοντα στο iceberg το τεμάχιο, με ανοδικές τάσεις σε περιόδους αυξημένης ζήτησης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «αν υπήρχε μεγάλη ποσότητα, θα ήταν τζάμπα· αν δεν υπάρχει προϊόν, ανεβαίνει η τιμή», περιγράφοντας με απλό τρόπο τη σχέση προσφοράς και ζήτησης που διαμορφώνει την αγορά.

Σε επίπεδο παράδοσης, μετά τη συγκομιδή και τη συσκευασία, οι τιμές διαμορφώνονται σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με το χωράφι. Για τα μαρούλια, iceberg και τη Batavia, οι τιμές παράδοσης σε οργανωμένα σημεία διάθεσης κυμαίνονται από 60 έως και 90 λεπτά το τεμάχιο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάλογα με την περίοδο και τη ζήτηση, έφτασαν ακόμη και το 1,59 ευρώ. Παρά τη γενικότερη πίεση που καταγράφεται στην αγορά λαχανικών, τα μαρουλοειδή παραμένουν από τα λίγα προϊόντα που διατηρούν σταθερά υψηλή τιμή παραγωγού, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στις περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες. «Ακόμα και τώρα που άλλα προϊόντα πέφτουν, οι σαλάτες κρατάνε», σημειώνει.

Παραγωγός από τον Μαραθώνα, περιγράφει στον ΑγροΤύπο με την σειρά του την καλλιέργεια σαλατών ως «δύσκολη και απαιτητική», κυρίως λόγω της ευαισθησίας του φυλλώματος και της αυξημένης πιθανότητας να χαθεί η εμπορευσιμότητα αν παρουσιαστεί πρόβλημα στο προϊόν. Στην εκμετάλλευσή του καλλιεργούνται περίπου 40 στρέμματα, με κύρια προϊόντα το μαρούλι και την πράσινη λόλα. Όπως αναφέρει, το κόστος παραγωγής παραμένει αυξημένο, με τους σπόρους και τα εργατικά να αποτελούν τις βασικότερες δαπάνες. Η διάθεση γίνεται μέσω συνεργασιών με σούπερ μάρκετ, χωρίς συμβολαιακή δέσμευση, και οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται ανάλογα με την εποχή. «Μπορεί να πάει από 30 μέχρι και 45 λεπτά το τεμάχιο», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το μαρούλι κινείται συνήθως υψηλότερα από τη λόλα. Η ζήτηση εμφανίζεται αυξημένη τους χειμερινούς μήνες, ενώ από την άνοιξη και μετά παρουσιάζει πτώση, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα τον προγραμματισμό της καλλιέργειας και τις διαθέσιμες ποσότητες. 

Βιολογική καλλιέργεια σαλατών: μικρή κλίμακα, υψηλές απαιτήσεις

Στο ρεπορτάζ μίλησε και ο βιολογικός παραγωγός κ. Γιώργος Κιμπεζής, ο οποίος καλλιεργεί σαλάτες σε μικρή έκταση, περίπου 8 στρεμμάτων, με διάθεση αποκλειστικά μέσω λαϊκών αγορών. Όπως περιγράφει, η παραγωγή του περιλαμβάνει κυρίως μαρούλι, κατσαρή σαλάτα πράσινη και κόκκινη, Iceberg, καθώς και σε μικρότερη κλίμακα Butterhead και Oak Leaf, με συνεχείς σπορές ώστε να υπάρχει προϊόν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα μέσα στο έτος. 

Η καλλιέργεια πραγματοποιείται τόσο σε χαμηλής κάλυψης τούνελ όσο και υπαίθρια, με τις υπαίθριες φυτεύσεις να ξεκινούν όταν το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες. Όπως εξηγεί, φέτος οι συνεχείς βροχοπτώσεις και οι λάσπες καθυστέρησαν τις σπορές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χάθηκαν φυτά λόγω έντονης ανάπτυξης ζιζανίων. «Στη βιολογική καλλιέργεια το μεγαλύτερο θέμα είναι το χορτάρι», σημειώνει, τονίζοντας ότι το ξεχορτάριασμα απαιτεί πολλές εργατοώρες και αυξάνει σημαντικά το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σαλάτες δεν αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ασθενειών, ωστόσο ο ανταγωνισμός με τα ζιζάνια και η ανάγκη για καθαρό και καλά αεριζόμενο χωράφι καθιστούν την καλλιέργεια απαιτητική. Το κόστος επιβαρύνεται περαιτέρω από τα ακριβότερα βιολογικά λιπάσματα και σκευάσματα, με τα εργατικά να αποτελούν τη μεγαλύτερη δαπάνη.

Σε ό,τι αφορά τη διάθεση, οι βιολογικές σαλάτες πωλούνται στη λαϊκή αγορά περίπου στο 1 ευρώ το τεμάχιο, ανεξαρτήτως είδους. Όπως αναφέρει, η ζήτηση εξαρτάται κυρίως από τη φρεσκάδα και τη διαθεσιμότητα της αγοράς, ενώ οι καταναλωτικές προτιμήσεις διαφοροποιούνται: άλλοι επιλέγουν Iceberg για την ευκολία στη χρήση, άλλοι το παραδοσιακό μαρούλι ή τις κατσαρές σαλάτες. «Είναι καθαρά θέμα γούστου», τονίζει, προσθέτοντας ότι στη μικρή κλίμακα παραγωγής που διατηρεί, η άμεση διάθεση του προϊόντος μειώνει τον κίνδυνο απωλειών.

Η οπτική της εταιρείας σπόρων

Για την εικόνα της αγοράς από την πλευρά των σπόρων μίλησε στον ΑγροΤύπο εκπρόσωπος της ΓΑΙΩΓΝΩΣΗ Ε.Π.Ε., επισημαίνοντας ότι η εταιρεία αντιπροσωπεύει την Ολλανδική εταιρεία BEJO ZADEN  με δραστηριότητα και στον τομέα των σαλατών τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε, το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει ποικιλίες Batavia, Iceberg, Butterhead, Lollo πράσινη και κόκκινη, καθώς και Oak Leaf, με έμφαση στην ανθεκτικότητα στον περονόσπορο και στη σταθερή ποιότητα και παραγωγή. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ενίσχυση του Iceberg και της Batavia έναντι των λόλων, ενώ συνολικά οι ποσότητες σαλάτας εμφανίζονται σχετικά σταθερές, με την αγορά να έχει φτάσει «στο ταβάνι της». Παράλληλα, σημείωσε ότι καταγράφεται στροφή προς τις κομμένες σαλάτες και τα κοπτήρια, γεγονός που περιορίζει την κατανάλωση ολόκληρης κεφαλής σαλάτας από τον τελικό καταναλωτή. 

Παναγιώτα Ψαθά
Καρότα: Υψηλό μηχανολογικό κόστος καλλιέργειας αλλά και ζήτηση όλο τον χρόνο, που κυμαίνονται οι τιμές Κηπευτικά Καρότα: Υψηλό μηχανολογικό κόστος καλλιέργειας αλλά και ζήτηση όλο τον χρόνο, που κυμαίνονται οι τιμές

Η καλλιέργεια καρότου γίνεται σε όλη τη διάρκεια του έτους, με σπορές και συγκομιδές που διαδέχονται η μία την άλλη.

Είναι μία πολύ απαιτητική καλλιέργεια από την άποψη του μηχανολογικού εξοπλισμού που πρέπει να διαθέτει ο παραγωγός σε όλη τη διάρκεια της καλλιέργειάς του από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή και τη μετέπειτα επεξεργασία του. Επίσης, η ποιότητα του τελικού προϊόντος καθορίζεται τόσο από το χρώμα όσο και από το μέγεθος και το σχήμα ενώ η μετασυλλεκτική του διάρκεια είναι μικρή.

Αυτή την περίοδο οι αποδόσεις της παραγωγής είναι σε μέτρια επίπεδα, ενώ και οι τιμές κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα.

Οι σπορές γίνονται 3 φορές τον χρόνο, τον Ιούνιο, τον Οκτώβριο και τον Φεβρουάριο και οι συγκομιδές αντίστοιχα Δεκέμβριο - Ιανουάριο, τον Μάιο και Ιούλιο - Αύγουστο.

Ο κ. Στυλιανός Πανάγαινας, Διευθυντής Αγροτικός Συνεταιρισμός Θήβας «Ένωση Θηβών», ανέφερε στον ΑγροΤύπο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών καρότου βρίσκεται στην Βοιωτία, ενώ λίγοι υπάρχουν στην Εύβοια. Η καλλιέργεια του καρότου εξελίσσεται σε ετήσιο κύκλο, με συνεχείς σπορές και συγκομιδές. Οι παραγωγοί καρότου είναι παράλληλα τυποποιητές αλλά και έμποροι του προϊόντος τους.

Από την πλευρά του ο κ. Σωτήρης Προκοπίου, παραγωγός και έμπορος, που καλλιεργεί στον Άγιο Θωμά και στην Θήβα, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές το προηγούμενο διάστημα με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να είναι σε μέτρια επίπεδα. Η παραγωγή έχει καλή ποιότητα όμως αλλά η ζήτηση είναι περιορισμένη και οι τιμές κυμαίνονται αυτή την εποχή σε χαμηλά επίπεδα. Μιλάμε για τιμή στα 0,40 ευρώ το κιλό, όταν για να έχει εισόδημα ο παραγωγός θα πρέπει να είναι πάνω από 0,50 ευρώ. Από την άλλη έχουμε υψηλό κόστος για νερό άρδευσης, ρεύμα και εργατικά. Εξαγωγές καρότων γίνονται όταν υπάρχει ζήτηση, κυρίως την Άνοιξη, προς τις αγορές των βαλκανικών χωρών αλλά και της Ευρώπης. Μεγάλο ανταγωνισμό στις διεθνείς αγορές έχουμε από την Τουρκία, που έχει πολύ μειωμένο κόστος παραγωγής και βγαίνει στις αγορές με τιμές που δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε οι Έλληνες.

Ο κ. Ιωάννης Χρόνης, που ασχολείται με την παραγωγή, την μεταποίηση και εμπορία του καρότου από την Βοιωτία, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι η καλλιέργεια έχει 365 ημέρες συγκομιδή και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα για την χώρα μας.
Πρόκειται για μια υπαίθρια καλλιέργεια που επηρεάζεται σημαντικά από τις καιρικές συνθήκες. Μια καλή απόδοση για τον παραγωγό είναι στους 5 τόνους το στρέμμα. Στην χώρα μας το καρότο καλλιεργείται κυρίως στην Βοιωτία και αυτό οφείλεται στο μικροκλίμα της περιοχής το οποίο βοηθάει να έχουμε παραγωγή όλο το έτος. Όλοι οι παραγωγοί που καλλιεργούν καρότα είναι και έμποροι αλλά και εξαγωγείς του προϊόντος τους. Στα καρότα κάνουμε και εξαγωγές κάποιους μήνες (Απρίλιο, Μάιο κ.α.) που υπάρχει ζήτηση από τις αγορές.

Για να έχει ένα εισόδημα ο παραγωγός θα πρέπει το καρότο να το δίνει με τιμή πάνω από 0,50 ευρώ το κιλό. Αυτή την εποχή όμως οι τιμές είναι σε μειωμένα επίπεδα. Από την άλλη όμως βλέπουμε στην λιανική τα καρότα να πωλούνται πάνω από 1 ευρώ το κιλό (χύμα). Μιλάμε για μεγάλη διαφορά τιμών που θα πρέπει να το ελέγξει η πολιτεία.

Απαιτητική καλλιέργεια 

Το καρότο είναι απαιτητική καλλιέργεια από την άποψη του μηχανολογικού εξοπλισμού. Οι μονάδες είναι καθετοποιημένες και με μηχανοποποιημένη παραγωγή. Κάθε παραγωγός θα πρέπει να έχει τουλάχιστον πέντε διαφορετικά είδη τρακτέρ.
Σύμφωνα με τις σύγχρονες καλλιεργητικές πρακτικές, το καρότο σπέρνεται σε σαμάρια για αυτό χρειάζονται μηχανές κατεργασίας του εδάφους. Η σπορά επίσης γίνεται με σπαρτικές μηχανές, ενώ μηχανικά γίνεται και η συγκομιδή. Ακολουθεί το πλύσιμο του καρότου, η διαλογή του, όπου απορρίπτονται τα στραβά ή σπασμένα καρότα και η συσκευασία με μηχανές συσκευασίας.

Επίσης έχουμε υψηλό κόστος σπόρου, λιπασμάτων και φυτοπροστατευτικών. Για αυτό έχουμε ένα υψηλό κόστος καλλιέργειας και εξοπλισμού που είναι αποτρεπτικό για την μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών της χώρας μας.   

Από την άλλη το καρότο έχει ζήτηση όλο το έτος. Αυτό που θα πρέπει να γνωρίζουν οι καταναλωτές είναι ότι τα ελληνικά καρότα είναι ελεγμένα. Έχουν συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά και οι παραγωγοί χρησιμοποιούν φυτοπροστατευτικά που επιτρέπονται στην ΕΕ.

Παϊσιάδης Σταύρος