Σε πρόσφατο ρεπορτάζ του ΑγροΤύπου για την πορεία της θερμοκηπιακής τομάτας, μέσα από συζητήσεις με παραγωγούς και γεωπόνους σε βασικές ζώνες καλλιέργειας, καταγράφηκε μια ήπια αλλά υπαρκτή ανησυχία για τη φετινή χρονιά. Η εικόνα δεν παραπέμπει σε γενικευμένη κρίση, ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις διαφαίνεται διαφοροποίηση σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Κοινός παρονομαστής στις συζητήσεις αυτές είναι η ανησυχία για την καστανή ρυτίδωση της τομάτας, μια ιολογική ασθένεια που τα τελευταία χρόνια επανέρχεται στο προσκήνιο και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγοί προσεγγίζουν τη θερμοκηπιακή καλλιέργεια. Αν και δεν εμφανίζεται παντού με την ίδια ένταση, η παρουσία της αρκεί για να αλλάξει επιλογές και να επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα πρόληψης και διαχείρισης. Με βάση τις εμπειρίες από το πεδίο και τις τοποθετήσεις ειδικών, το παρόν άρθρο επιχειρεί να φωτίσει την καστανή ρυτίδωση: τι είναι, πώς επηρεάζει τη θερμοκηπιακή τομάτα και ποια είναι σήμερα τα πραγματικά περιθώρια αντιμετώπισής της.
Τι είναι η καστανή ρυτίδωση και γιατί θεωρείται απειλή για την τομάτα
Η καστανή ρυτίδωση των καρπών της τομάτας είναι μια ιολογική ασθένεια που τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε σοβαρή απειλή για τις καλλιέργειες τομάτας και πιπεριάς, ιδιαίτερα σε θερμοκηπιακές συνθήκες. Ο ιός ταυτοποιήθηκε για πρώτη φορά διεθνώς το 2014, ενώ στην Ελλάδα εμφανίστηκε το φθινόπωρο του 2019, προκαλώντας έντονα προβλήματα σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Πρόκειται για έναν νεοφανή και αναδυόμενο οργανισμό καραντίνας, ο οποίος εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Η επικινδυνότητά του δεν σχετίζεται μόνο με την ένταση των συμπτωμάτων που προκαλεί, αλλά κυρίως με το γεγονός ότι μπορεί να προσβάλλει ποικιλίες τομάτας που μέχρι πρότινος θεωρούνταν προστατευμένες, καθώς υπερνικά υπάρχοντα γονίδια ανθεκτικότητας σε άλλους συγγενικούς ιούς. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σε περιπτώσεις έντονης προσβολής, το ποσοστό των μολυσμένων φυτών μπορεί να φτάσει ακόμη και το σύνολο της καλλιέργειας, ενώ οι καρποί καθίστανται μη εμπορεύσιμοι. Για τον λόγο αυτό, η καστανή ρυτίδωση θεωρείται πλέον μια από τις σημαντικότερες φυτοϋγειονομικές προκλήσεις για τη θερμοκηπιακή τομάτα.
Πώς προσβάλλει την καλλιέργεια και ποια συμπτώματα εμφανίζονται
Η ασθένεια εκδηλώνεται με διαφορετική ένταση, ανάλογα με την ποικιλία, τις περιβαλλοντικές συνθήκες και τη φυσιολογική κατάσταση των φυτών. Τα συμπτώματα είναι συνήθως εντονότερα κατά τη θερινή περίοδο και όταν τα φυτά βρίσκονται υπό στρες, γεγονός που εξηγεί γιατί σε πολλές περιπτώσεις η προσβολή γίνεται πιο εμφανής σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Στα φύλλα παρατηρούνται χλωρώσεις, μωσαϊκό, ποικιλοχλώρωση, κατσάρωμα και παραμορφώσεις του ελάσματος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται και νεκρωτικές κηλίδες σε μίσχους και κάλυκες. Οι καρποί παρουσιάζουν χαρακτηριστικές κίτρινες ή καστανές κηλίδες, δακτυλίους, ανομοιόμορφη ωρίμανση και έντονη ρυτίδωση, στοιχεία που υποβαθμίζουν πλήρως την εμπορική τους αξία.
Η καστανή ρυτίδωση δεν περιορίζεται μόνο στην τομάτα. Προσβάλλει επίσης την πιπεριά, όπου προκαλεί παραμορφώσεις φύλλων και καρπών, καθώς και ανομοιόμορφο χρωματισμό. Επιπλέον, ο ιός μπορεί να επιβιώσει και να διατηρηθεί σε ζιζάνια και άλλα φυτικά είδη, τα οποία λειτουργούν ως δεξαμενές μόλυνσης στο περιβάλλον. Η μετάδοση γίνεται κυρίως μηχανικά, μέσω της επαφής μεταξύ φυτών και των καλλιεργητικών εργασιών, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζουν ο μολυσμένος σπόρος, τα φυτάρια και τα φυτικά υπολείμματα στο έδαφος. Η υψηλή αντοχή του ιού στο περιβάλλον και η μεγάλη μολυσματικότητά του εξηγούν γιατί η εξάπλωσή του είναι τόσο δύσκολο να περιοριστεί και γιατί η πρόληψη παραμένει το μοναδικό αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης.
Αντιμετώπιση της καστανής ρυτίδωσης: τι μπορεί και τι δεν μπορεί να γίνει
Η καστανή ρυτίδωση δεν αντιμετωπίζεται με χημικά ή θεραπευτικά μέσα, καθώς πρόκειται για ιολογική ασθένεια. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει διαθέσιμο φυτοπροστατευτικό προϊόν που να μπορεί να εξαλείψει τον ιό από το φυτό, γεγονός που καθιστά αναγκαία την έμφαση στην πρόληψη και στη σωστή διαχείριση της καλλιέργειας. Η εμπειρία από τις περιοχές όπου εμφανίστηκε έντονα δείχνει ότι ο περιορισμός της διασποράς βασίζεται αποκλειστικά στην πειθαρχημένη εφαρμογή μέτρων υγιεινής και στην έγκαιρη αντίδραση μέσα στο θερμοκήπιο.
Μέτρα πρόληψης και διαχείρισης που προτείνονται:
- Χρήση υγιούς και πιστοποιημένου σπόρου.
- Συστηματικός έλεγχος σπορείων και άμεση απομάκρυνση ή καταστροφή φυταρίων που εμφανίζουν ύποπτα συμπτώματα.
- Χρήση υγιών φυταρίων κατά τη φύτευση.
- Τακτικός έλεγχος των φυτών στο θερμοκήπιο και απομάκρυνση όσων εμφανίζουν συμπτώματα ίωσης, με σύσταση για εργαστηριακή επιβεβαίωση της παρουσίας του ιού.
- Αυστηρή εφαρμογή μέτρων ατομικής υγιεινής, όπως χρήση γαντιών, φόρμας και υποδημάτων μίας χρήσης και αλλαγή τους μεταξύ διαφορετικών εγκαταστάσεων.
- Συχνή απολύμανση εργαλείων και επιφανειών που έρχονται σε επαφή με τα φυτά.
- Περιορισμός της μετακίνησης εργατών μεταξύ διαφορετικών τομέων της επιχείρησης.
- Απομάκρυνση ζιζανίων εντός και γύρω από τα θερμοκήπια και αποφυγή εισόδου ζώων στους χώρους καλλιέργειας.
- Σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένης μόλυνσης, προτείνεται η απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων, καθώς και η απολύμανση των χώρων.
- Εφαρμογή αμειψισποράς με μη ευπαθή φυτικά είδη, όπου αυτό είναι εφικτό.
- Χρήση ανθεκτικών υποκειμένων στο πλαίσιο του εμβολιασμού, ως συμπληρωματικό μέτρο διαχείρισης.
Θερμοκηπιακή τομάτα: η καστανή ρυτίδωση ως παράγοντας αβεβαιότητας
Όπως εξηγεί στον ΑγροΤύπο ο κ. Κωνσταντίνος Νικολούδης, γεωπόνος του Αγροτικού Οπωροκηπευτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Τυμπακίου, η καστανή ρυτίδωση αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη θερμοκηπιακή καλλιέργεια τομάτας στην περιοχή του Τυμπακίου. Αν και ο ιός υπήρχε γενικότερα στον ελλαδικό χώρο τα προηγούμενα χρόνια, στην περιοχή δεν είχε εμφανιστεί αρχικά με την ένταση που καταγράφηκε την τελευταία περίοδο, γεγονός που αιφνιδίασε πολλούς παραγωγούς. Η εικόνα αυτή άλλαξε κυρίως στις πρώιμες φυτεύσεις, όπου σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και το αβιοτικό στρες, η ασθένεια εκδηλώθηκε πιο έντονα. Όπως σημειώνει, σε ορισμένα θερμοκήπια η ζημιά περιορίστηκε σε χαμηλά ποσοστά, ενώ σε άλλα έφτασε ακόμη και το 20–25% της παραγωγής, δείχνοντας ότι η εξέλιξη της καστανής ρυτίδωσης δεν είναι ίδια σε όλες τις περιπτώσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο γεγονός ότι τα διαθέσιμα υβρίδια δεν προσφέρουν πλήρη προστασία. «Μιλάμε για ανεκτικά και όχι για ανθεκτικά υβρίδια», τονίζει, εξηγώντας ότι η ανεκτικότητα μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη λύση. Υπό συνθήκες έντονου αβιοτικού στρες, όπως παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι, η ανεκτικότητα αυτή μπορεί να «σπάσει», με αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων ακόμη και σε γενετικό υλικό που θεωρείται βελτιωμένο.
Ο παράγοντας του κόστους εντείνει τον προβληματισμό των παραγωγών. Τα ανεκτικά υβρίδια είναι «ακριβότερα και, σε μια περιοχή όπως το Τυμπάκι όπου καλλιεργούνται δύο κύκλοι τομάτας τον χρόνο, το ρίσκο πολλαπλασιάζεται». Όπως επισημαίνει, όταν μια ακριβή καλλιέργεια πληγεί από την καστανή ρυτίδωση, η οικονομική απώλεια είναι ιδιαίτερα βαριά, γεγονός που οδηγεί αρκετούς παραγωγούς σε «δεύτερες σκέψεις για το αν θα συνεχίσουν με τομάτα».
Σε θερμοκήπια με ιστορικό προσβολών, ο κ. Νικολούδης παρατηρεί ότι αρκετοί παραγωγοί εξετάζουν ακόμη και την προσωρινή απομάκρυνση από την καλλιέργεια τομάτας, επιλέγοντας άλλα κηπευτικά που δεν προσβάλλονται από τον συγκεκριμένο ιό. Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της έγκαιρης απομόνωσης προσβεβλημένων φυτών, ώστε να καθυστερήσει η εξάπλωση της ασθένειας στο υπόλοιπο θερμοκήπιο και να διασωθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής. Κλείνοντας, επισημαίνει ότι η καστανή ρυτίδωση δεν αποτελεί ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια πραγματικότητα που θα συνεχίσει να απασχολεί παραγωγούς και γεωπόνους. Η διαχείρισή της απαιτεί συνδυασμό μέτρων, συνεχή παρακολούθηση και ρεαλιστικές αποφάσεις, καθώς –όπως τονίζει– «δεν είναι ένα πρόβλημα που φεύγει εύκολα».
Η προσέγγιση του εμπορίου στα υβρίδια τομάτας απέναντι στον ιό
Όπως εξηγεί ο κ. Βαγγέλης Πελεκάνης, Customer Experience Specialist της Syngenta, η εμφάνιση του Tomato brown rugose fruit virus (ToBRFV – ιός καστανής ρυτίδωσης της τομάτας) αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια σημείο καμπής για τη θερμοκηπιακή καλλιέργεια τομάτας, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής έντασης όπως η Κρήτη. Στα πρώτα στάδια της έξαρσης, οι απώλειες ήταν σημαντικές, γεγονός που οδήγησε όλες τις εταιρείες γενετικού υλικού – και τη Syngenta ειδικότερα – σε εντατική αναζήτηση λύσεων μέσω υβριδίων με ανεκτικότητα στον ιό.
Στην κατηγορία της μεγαλόκαρπης τομάτας, ο κ. Πελεκάνης αναφέρεται στο υβρίδιο Ibeth, το οποίο διαθέτει IR (Intermediate Resistance – ενδιάμεση ανθεκτικότητα) στον ToBRFV (ιός καστανής ρυτίδωσης), ενώ, όπως σημειώνει, εμφανίζει και ανεκτικότητα στον TYLCV – Tomato yellow leaf curl virus (ιός κίτρινου καρουλιάσματος των φύλλων της τομάτας). Το συγκεκριμένο υβρίδιο καλλιεργείται ήδη σε απαιτητικές περιοχές, όπως τα Χανιά, το Τυμπάκι, με πολύ καλά αποτελέσματα. Πρόκειται για φυτό ιδιαίτερα δυνατό και εύρωστο, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και υπερβολικά ζωηρό, γεγονός που απαιτεί σωστή καλλιεργητική διαχείριση. Παράλληλα, προσφέρει πολύ καλή ποιότητα καρπών, χωρίς εμφάνιση συμπτωμάτων της καστανής ρυτίδωσης.
Στην κατηγορία τοματίνι (cherry tomato), η Syngenta εισάγει ένα νέο υβρίδιο, το Corsaro, το οποίο εμφανίζει ανεκτικότητα στον ToBRFV (καφέ/καστανή ρυτίδωση), με βασικό πλεονέκτημα τη συνδυασμένη ανεκτικότητα σε περισσότερους ιούς. Όπως τονίζει ο κ. Πελεκάνης, το Corsaro παρουσιάζει ανεκτικότητα τόσο στον TYLCV (ιός κίτρινου καρουλιάσματος) – μια ιολογική ασθένεια που ενυπάρχει εδώ και χρόνια στην Κρήτη και συχνά υποτιμάται – όσο και στον TSWV – Tomato spotted wilt virus (ιός κηλιδωτού μαρασμού της τομάτας). Με τον τρόπο αυτό, το φυτό προστατεύεται ουσιαστικά από ένα «τριπλό» ιολογικό σύμπλεγμα, γεγονός ιδιαίτερα κρίσιμο σε περιοχές με ιστορικό πολλαπλών ιώσεων.
Η φιλοσοφία της Syngenta, όπως επισημαίνει, δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη υβριδίων με ανεκτικότητα σε έναν μόνο παθογόνο παράγοντα. Στόχος είναι η δημιουργία υβριδίων που συνδυάζουν αντοχές με ποιοτικά χαρακτηριστικά ανώτερα ή τουλάχιστον ισάξια των συμβατικών ποικιλιών. Παρότι τα πρώτα χρόνια υπήρξε έντονη δυσπιστία από την πλευρά των παραγωγών απέναντι στα νέα υβρίδια, αυτή σταδιακά μειώνεται, καθώς τα αποτελέσματα στην πράξη γίνονται ορατά. Ενδεικτικά, η Ibeth καταγράφει αυξανόμενη αποδοχή, ιδιαίτερα σε προβληματικές περιοχές, ενώ το Corsaro αναμένεται να εισέλθει εμπορικά στην αγορά τους επόμενους μήνες.
Παράλληλα, η εταιρεία έχει αναπτύξει μια εναλλακτική προσέγγιση στη διαχείριση της καστανής ρυτίδωσης, δίνοντας έμφαση στα υποκείμενα εμβολιασμού με ανεκτικότητα στον ToBRFV. Η στρατηγική αυτή απευθύνεται κυρίως σε παραγωγούς που παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στα νέα υβρίδια. Μέσω της χρήσης ανθεκτικού υποκειμένου, προστατεύεται το εμβολιασμένο υβρίδιο στο επίπεδο του εδάφους, όπου ενδέχεται να υπάρχουν μολυσμένα φυτικά υπολείμματα από προηγούμενες καλλιέργειες. Το υποκείμενο που αναφέρει ο κ. Πελεκάνης είναι το Aronosor, το οποίο χρησιμοποιείται ήδη από αρκετούς παραγωγούς. Διαθέτει πολύ ισχυρό ριζικό σύστημα, συμβάλλει σε ισορροπημένα δεσίματα και εξασφαλίζει σταθερή και καλή καρπόδεση από την αρχή έως το τέλος της καλλιέργειας. Πέρα από την ανεκτικότητά του στον ιό, το Aronosor αποτελεί ένα υποκείμενο που στηρίζει συνολικά την απόδοση και τη σταθερότητα της καλλιέργειας, ακόμη και σε συνθήκες αυξημένου στρες.
Κλείνοντας, ο κ. Πελεκάνης επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση της καστανής ρυτίδωσης δεν μπορεί να βασιστεί σε ένα μόνο μέτρο. Η επιλογή κατάλληλου υβριδίου, η προσαρμογή των καλλιεργητικών πρακτικών και η συνεχής επαγρύπνηση μέσα στο θερμοκήπιο αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης, χωρίς το οποίο ακόμη και τα πιο ανεκτικά γενετικά υλικά δεν μπορούν να αποδώσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 3/2020, Δρ Χ. Βαρβέρη «Ο ιός της καστανής ρυτίδωσης των καρπών τομάτας», σελ. 34–38