Η πατάτα συγκαταλέγεται στις καλλιέργειες με τις υψηλότερες απαιτήσεις σε νερό, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, όταν εντείνονται οι ανάγκες του φυτού. Ωστόσο, η επιτυχία της άρδευσης δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα του νερού, αλλά κυρίως από τη διατήρηση σταθερής εδαφικής υγρασίας, καθώς τόσο η έλλειψη όσο και η υπερβολή μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη, την ποιότητα και την υγεία των κονδύλων.
Την περίοδο αυτή, στις περισσότερες περιοχές της χώρας, η ανοιξιάτικη πατάτα βρίσκεται -ανάλογα με την πρωιμότητα της καλλιέργειας και τις τοπικές κλιματικές συνθήκες- κυρίως στο στάδιο της μεγέθυνσης των κονδύλων, μία από τις πιο απαιτητικές φάσεις ως προς την παροχή νερού. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον πολύπειρο γεωπόνο κ. Ηλία Ελευθεριάδη, τέως μέλος του Τμήματος Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Δράμας, ο οποίος ανέλυσε τις βασικές αρχές της σωστής άρδευσης και τα σημεία που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από τους παραγωγούς.
Σταθερή εδαφική υγρασία και όχι υπερβολές ή ελλείψεις
Όπως επισημαίνει ο κ. Ελευθεριάδης, η πατάτα έχει υψηλές απαιτήσεις σε νερό λόγω της μεγάλης παραγωγής ξηρής ουσίας, γεγονός που συνεπάγεται αυξημένη κατανάλωση νερού κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι το ζητούμενο δεν είναι η χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων νερού, αλλά η διατήρηση σταθερής εδαφικής υγρασίας. «Αυτό που θέλει η πατάτα είναι σταθερή εδαφική υγρασία, ούτε πλεονασματική ούτε ελλειμματική», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η έλλειψη νερού περιορίζει τη βιοσύνθεση και τη φωτοσύνθεση του φυτού, ενώ η υπερβολική άρδευση δημιουργεί διαφορετικού τύπου προβλήματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διόγκωση των φακιδίων των κονδύλων, που ευνοεί την είσοδο παθογόνων, καθώς και προσβολές από περονόσπορο των κονδύλων, βακτηριώσεις και ριζοκτονίες. Επιπλέον, στα πρώτα στάδια της καλλιέργειας μπορεί να προκληθεί ακόμη και καταστροφή των στολώνων.
Όπως εξηγεί, ο στόχος είναι η διατήρηση της υγρασίας στον λεγόμενο «ρώγο» ή, όπως συχνά αναφέρουν οι παραγωγοί, στο «τάβι», δηλαδή στο επίπεδο εκείνο της υγρασίας που θεωρείται ιδανικό για κάθε τύπο εδάφους. Ένας απλός πρακτικός τρόπος ελέγχου είναι να λαμβάνεται μια μικρή ποσότητα χώματος στο χέρι και να σχηματίζεται μια μπάλα. Εφόσον αυτή συγκρατείται, αλλά διαλύεται εύκολα όταν πέσει στο έδαφος χωρίς να αφήνει αίσθηση υγρασίας στην παλάμη, τότε η εδαφική υγρασία βρίσκεται στο επιθυμητό επίπεδο.
Η εικόνα των φυτών δεν αρκεί για να αποφασιστεί το πότισμα
Η εκτίμηση των αναγκών άρδευσης δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην εικόνα της φυτείας, ιδιαίτερα τις θερμές ώρες της ημέρας. «Αν πάμε το μεσημέρι με 35 βαθμούς και δούμε τα φυτά μαραμένα, δεν σημαίνει ότι έχουν ανάγκη από άρδευση. Απλώς παρουσιάζουν συμπτώματα θερμοπληξίας», σημειώνει ο κ. Ελευθεριάδης.
Όπως εξηγεί, η πατάτα φωτοσυνθέτει ιδανικά έως περίπου τους 28°C. Σε υψηλότερες θερμοκρασίες, ακόμη και όταν το έδαφος διαθέτει επαρκή υγρασία, τα φυτά μπορεί να εμφανίζονται προσωρινά μαραμένα. Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση της σπαργής των φύλλων και της πραγματικής κατάστασης της φυτείας θα πρέπει να γίνεται όταν η θερμοκρασία κυμαίνεται περίπου μεταξύ 28 και 30°C.
Αναφορικά με τη συχνότητα των ποτισμάτων, ο γεωπόνος εξηγεί ότι αυτή μεταβάλλεται ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης της καλλιέργειας. Στα πρώτα στάδια, όταν αναπτύσσεται κυρίως το φύλλωμα και δεν έχουν ακόμη εγκατασταθεί οι κόνδυλοι, η άρδευση πραγματοποιείται περίπου ανά 5 ημέρες. Αντίθετα, όταν ξεκινά η μεγέθυνση των κονδύλων, δηλαδή στο στάδιο με τη μεγαλύτερη ζήτηση νερού, απαιτούνται συχνότερα ποτίσματα, περίπου ανά 3 ημέρες, με μικρές ποσότητες κάθε φορά, ώστε να χορηγείται μόνο το νερό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του φυτού, χωρίς υπερβολές.
Όπως αναφέρει, κατά τη φάση πλήρους ανάπτυξης της φυτείας, η ημερήσια κατανάλωση νερού μπορεί να φτάσει περίπου τα 5-7 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα ημερησίως, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και την εξατμισοδιαπνοή της κάθε περιοχής.
Η απότομη εναλλαγή από την ξηρασία στην υπερβολική άρδευση δημιουργεί νέα προβλήματα
Ένα ακόμη σημείο στο οποίο στέκεται ιδιαίτερα ο κ. Ελευθεριάδης αφορά τη διαχείριση του υδατικού στρες. Όπως επισημαίνει, η πατάτα δεν διαθέτει μεγάλη ικανότητα επαναφοράς μετά από έντονη έλλειψη νερού. «Η πατάτα δεν έχει καλή επαναφορά», τονίζει, εξηγώντας ότι σε αντίθεση με καλλιέργειες όπως ο ηλίανθος, ο οποίος μπορεί να ανακάμψει γρήγορα μετά από ένα πότισμα, η πατάτα επηρεάζεται περισσότερο από τις απότομες μεταβολές της εδαφικής υγρασίας.
Για τον λόγο αυτό, όταν μια φυτεία έχει υποστεί έλλειψη νερού, η επαναφορά της πρέπει να γίνεται σταδιακά, μέσα από δύο ή τρία διαδοχικά ποτίσματα, και όχι με μία μεγάλη εφαρμογή νερού. Διαφορετικά, μεταβάλλεται απότομα ο ρυθμός μεγέθυνσης των κονδύλων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε παραμορφώσεις και σχισίματα.
Μάλιστα, όπως επισημαίνει, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού, είναι προτιμότερο η καλλιέργεια να διατηρηθεί σε κατάσταση ήπιου υδατικού στρες, παρά να παρουσιάζει συνεχείς εναλλαγές μεταξύ ξηρασίας και υπερβολικής υγρασίας.
Παράλληλα, αναφέρει ότι κατά τους ψεκασμούς φυτοπροστασίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν υλικά όπως ο ζεόλιθος και ο καολίνης, τα οποία συμβάλλουν τόσο στην προστασία των φυτών όσο και στον περιορισμό των επιπτώσεων της θερμοπληξίας και της έντονης εξατμισοδιαπνοής.
Η σωστή άρδευση μέχρι την ωρίμανση συμβάλλει και στη φυτοπροστασία
Καθώς η καλλιέργεια πλησιάζει προς την ωρίμανση και τα φυτά έχουν ξαπλώσει, ενώ η φυτεία αρχίζει να χάνει τη φυλλική της επιφάνεια, οι ανάγκες σε νερό μειώνονται και τα ποτίσματα αραιώνουν, φτάνοντας περίπου σε ένα πότισμα ανά επτά ημέρες ή και λίγο αραιότερα.
Ο κ. Ελευθεριάδης επισημαίνει ότι ένας πρακτικός δείκτης υπερβολικής άρδευσης είναι η εμφάνιση των χαρακτηριστικών διογκώσεων στα φακίδια των κονδύλων, τα γνωστά στους παραγωγούς «μπιμπίκια», τα οποία υποδηλώνουν ότι έχει εφαρμοστεί περισσότερο νερό από όσο απαιτείται.
Παράλληλα, εξηγεί ότι όταν οι κόνδυλοι έχουν αποκτήσει το τελικό τους μέγεθος και ξεκινά η συσσώρευση αμύλου, η πατάτα χάνει νερό, αυξάνει την ξηρή ουσία της και αποκτά βάρος. Κατά το σημαντικό αυτό στάδιο παραμένει απαραίτητη η διατήρηση της κατάλληλης εδαφικής υγρασίας. Σε αντίθετη περίπτωση αυξάνεται ο κίνδυνος σοβαρών προσβολών από σιδηροσκώληκα, ενώ η ξηρασία προκαλεί ρωγμές στο έδαφος, οι οποίες ευνοούν την ωοτοκία της φθοριμαίας πάνω στους κονδύλους.
«Για τη σωστή φυτοπροστασία πρέπει επίσης να διατηρούμε σωστή εδαφική υγρασία», υπογραμμίζει, προσθέτοντας ότι η υγρασία πρέπει να διατηρείται γενικά στα κατάλληλα επίπεδα, αλλά αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν η φυτεία έχει χάσει το φύλλωμά της και η συγκομιδή δεν πραγματοποιείται άμεσα, ώστε οι κόνδυλοι να παραμείνουν προστατευμένοι μέχρι την έξοδό τους από το χωράφι.