Τα όσπρια μπορεί να θεωρούνται παραδοσιακή τροφή, όμως τα τελευταία χρόνια επανέρχονται σταθερά στο προσκήνιο των διατροφικών και αγροτικών εξελίξεων παγκοσμίως. Δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη τάση, αλλά για το αποτέλεσμα μακροχρόνιων αλλαγών στην παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπόριο, που διαμορφώνουν μια εικόνα με συνέχεια και βάθος για τα επόμενα χρόνια.
Από τη στασιμότητα στη σταθερή ανάκαμψη της παραγωγής
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η παγκόσμια παραγωγή οσπρίων κινήθηκε με χαμηλούς ρυθμούς. Η εγκατάλειψη παραδοσιακών αμειψισπορών, η περιορισμένη γενετική βελτίωση και η μικρή πρόσβαση σε αποδοτικό πολλαπλασιαστικό υλικό περιόρισαν τη δυναμική της καλλιέργειας. Από τις αρχές όμως της δεκαετίας του 2000, η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει. Η παγκόσμια παραγωγή αυξάνεται έκτοτε με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 3%, με την Ασία και την Αφρική να συνεισφέρουν πάνω από τα δύο τρίτα της συνολικής αύξησης της τελευταίας δεκαετίας.
Κατανάλωση: διαφορετικές ταχύτητες ανά ήπειρο
Η κατανάλωση οσπρίων δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές του κόσμου. Μετά τη σημαντική πτώση που καταγράφηκε από τη δεκαετία του 1960 και μετά, η παγκόσμια κατά κεφαλήν κατανάλωση έχει επανέλθει σταδιακά και σήμερα προσεγγίζει τα 7 κιλά ανά άτομο ετησίως. Σύμφωνα με τις προβολές, έως το 2034 αναμένεται να φτάσει τα 8,6 κιλά. Η Ασία παραμένει η περιοχή με τη μεγαλύτερη συνολική κατανάλωση, απορροφώντας πάνω από το μισό των παγκόσμιων ποσοτήτων, ενώ η Αφρική παρουσιάζει σταθερά υψηλά επίπεδα κατά κεφαλήν κατανάλωσης. Αντίθετα, στη Βόρεια Αμερική, παρότι προβλέπεται ο υψηλότερος ετήσιος ρυθμός αύξησης την επόμενη δεκαετία, τα επίπεδα κατανάλωσης το 2034 εκτιμάται ότι θα παραμείνουν αισθητά χαμηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Το διάγραμμα της εξέλιξης ανά ήπειρο δείχνει καθαρά αυτές τις αποκλίσεις, αλλά και τη γενική ανοδική τάση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η σημερινή εικόνα της αγοράς και το εμπόριο
Σε επίπεδο παραγωγής, η Ινδία κατέχει κυρίαρχη θέση, καλύπτοντας σχεδόν το 29% της παγκόσμιας παραγωγής. Ακολουθούν με αρκετά μικρότερα μερίδια ο Καναδάς, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής διακινείται μέσω διεθνούς εμπορίου, με τον Καναδά να παραμένει ο βασικότερος εξαγωγέας και την Κίνα τον μεγαλύτερο εισαγωγέα. Το 2024, η παγκόσμια κατανάλωση οσπρίων έφτασε τους 101 εκατ. τόνους, ενώ το διεθνές εμπόριο ανήλθε σε 20,7 εκατ. τόνους, αυξημένο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Την ίδια περίοδο, οι διεθνείς τιμές κινήθηκαν πτωτικά σε σχέση με τα υψηλά του 2021, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό περιβάλλον για την αγορά.
Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις προβλέψεις
Η αυξανόμενη ενσωμάτωση των οσπρίων στη σύγχρονη διατροφή, τόσο ως βασική τροφή όσο και ως συστατικό επεξεργασμένων προϊόντων, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις μελλοντικές προβολές. Η ανάπτυξη έτοιμων τροφίμων, σνακ και εναλλακτικών προϊόντων φυτικής πρωτεΐνης διευρύνει τη χρήση τους πέρα από την παραδοσιακή κατανάλωση. Παράλληλα, η προβλεπόμενη αύξηση της παραγωγής έως το 2034 εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 26 εκατ. τόνους παγκοσμίως, με περίπου το 40% αυτής της αύξησης να προέρχεται από την Ασία. Η εντατικοποίηση της καλλιέργειας, η αύξηση των αποδόσεων και η επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, ιδιαίτερα στην Αφρική, συνθέτουν την εικόνα της επόμενης δεκαετίας.
Ένα τρόφιμο με σταθερό ρόλο στο παγκόσμιο διατροφικό τοπίο
Χωρίς αιφνίδιες ανατροπές, τα όσπρια φαίνεται να ακολουθούν μια πορεία ήπιας αλλά σταθερής παρουσίας στη διατροφή και στις αγορές. Οι διαφοροποιήσεις ανά περιοχή παραμένουν, ωστόσο η συνολική εικόνα δείχνει ότι διατηρούν έναν σταθερό ρόλο στο παγκόσμιο διατροφικό τοπίο, προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες και στις εκτιμήσεις για τα επόμενα χρόνια.