Η αγορά των ΗΠΑ, η οποία είναι η μεγαλύτερη αγορά στον κόσμo, εμφανίζει τεράστια δυναμική και εξαιρετική ποικιλομορφία. Αποτελείται από 325 εκατομμύρια καταναλωτές και παρουσιάζει την υψηλότερη καταναλωτική δαπάνη παγκοσμίως. Η Ελλάδα κατέχει την 66 θέση σε 236 χώρες που συνολικά εξάγουν στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τα στοιχεία της κατά τα έτη 2010-2020.
Η αγορά των ΗΠΑ ανήκει στις τρίτες χώρες και για να «ανοίξει» για κάποιο ελληνικό προϊόν θα πρέπει να καταθέσει η χώρα μας σχετικό φάκελο στον οποίο να αναφέρει ότι είναι φυτοϋγειονομικά ασφαλές. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες τρίτες χώρες. Όταν λέμε φυτοϋγειονομικά ασφαλές ένα προϊόν δεν αναφερόμαστε στον καταναλωτή αλλά στο φυτικό κεφάλαιο της χώρας που θα εξαχθεί. Γίνεται δηλαδή μια διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο χωρών ότι το ελληνικό προϊόν δεν έχει κάποια ασθένεια που θα μπορούσε να βλάψει το φυτικό κεφάλαιο στις ΗΠΑ. Όπως ανέφεραν στον ΑγροΤύπο εκπρόσωποι από το ΥπΑΑΤ, πρόκειται για μια αρκετά χρονοβόρα διαδικασία και δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι η απάντηση πάντα θετική. Για παράδειγμα αν και έχει ανοίξει η αγορά των ΗΠΑ στα ελληνικά ακτινίδια δεν έχει ανοίξει για τα μήλα αν και έχει κατατεθεί ο σχετικός φάκελος.
Ο καστανοπαραγωγός και πρόεδρος του νέου Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελακίων, Ευθύμιος Καζαντζής, τόνισε στον ΑγροΤύπο ότι «θα πρέπει να γίνει συμφωνία της Ελλάδας με τις ΗΠΑ για να καταφέρουμε να ανοίξουμε την Αμερικάνικη αγορά για το ελληνικό κάστανο. Κάνουμε ήδη εξαγωγές στις ΗΠΑ για άλλα προϊόντα (κρασί, λάδι, φέτα κ.α.) αλλά δεν μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τα ελληνικά κάστανα. Ποσότητες υπάρχουν, αφού μόνο ο συνεταιρισμός μας παράγει περίπου 700 τόνους κάστανα ετησίως. Όμως την Αμερικάνικη αγορά δεν μπορούμε να την κερδίσουμε γιατί η πολιτεία δεν έχει προχωρήσει στην κατάθεση φακέλου, όπως έχουν κάνει οι Ιταλοί, αν και έχουμε πολύ καλή ποιότητα κάστανου. Για να γίνουν όμως εξαγωγές θα πρέπει να υπάρχουν και αποθηκευτικοί χώροι. Για αυτό χρειάζονται επενδύσεις από την πλευρά των συνεταιρισμών και των ιδιωτών για τη δημιουργία αποθηκευτικών χώρων. Οι επενδύσεις μπορούν να γίνουν μέσα από επενδυτικά προγράμματα αλλά θέλει και να υπάρξει ιδία χρηματοδότηση κάτι που είναι δύσκολο αυτή την εποχή με την έλλειψη ρευστότητας».
Αφού καταφέρουμε να ανοίξουμε την αγορά των ΗΠΑ για κάποιο προϊόν μετά πάμε στα επόμενα βήματα. Σύμφωνα με όσα επισημαίνουν τα Γραφεία ΟΕΥ της χώρας μας στις ΗΠΑ, ως προς την ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων στην αμερικανική αγορά, η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένες δυσκολίες εισόδου στην αμερικανική αγορά. Συγκεκριμένα, ως προς τις ελληνικές εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων πρέπει να ληφθούν υπόψιν τα μη Δασμολογικά Εμπόδια πρόσβασης προϊόντων στην αγορά των ΗΠΑ για την εισαγωγή των οποίων απαιτείται:
- αναγνώριση ισοδυναμίας προδιαγραφών και συστημάτων παραγωγής ή
- έγκριση πρωτοκόλλου εισαγωγής.
Πάντως μετά το άνοιγμα της αγοράς για τα ακτινίδια είχαμε την εκπαίδευση φυτοϋγειονομικών ελεγκτών για εφαρμογή μεθόδου ψυχρής μεταχείρισης (cold treatment) για την αποστολή φορτίων στις ΗΠΑ. Η πρώτη εκπαίδευση έγινε την περίοδο 2016 - 2017 και από τότε οι ΗΠΑ έδωσαν το δικαίωμα στην χώρα μας να χρησιμοποιήσει ένα μηχανισμό ώστε να εκπαιδεύονται οι ελεγκτές όχι δια ζώσης αλλά εξ' αποστάσεως. Το 2021, επειδή οι υπάλληλοι που ανήκουν στις αρμόδιες ΔΑΟΚ της χώρας δεν αρκούσαν για τις ανάγκες των εξαγωγών, πραγματοποιήθηκε νέα εκπαίδευση, με τηλεργασία αυτή την φορά, η οποία και ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
Όπως δηλώνει στον ΑγροΤύπο ο κ. Γεώργιος Πολυχρονάκης, ήταν θετικό για τον κλάδο οπωροκηπευτικών η εξασφάλιση επάρκειας φυτοϋγειονομικών ελεγκτών για εφαρμογή μεθόδου ψυχρής μεταχείρισης (cold treatment) για την αποστολή φορτίων στις ΗΠΑ που έγινε από το ΥπΑΑΤ. Η εκπαίδευση των φυτοϋγειονομικών ελεγκτών έγινε από τους ίδιους τους Αμερικάνους και έφερε θετικά αποτελέσματα. ‘Ηδη την περίοδο που διανύουμε είχαμε μια αύξηση των εξαγωγών ακτινιδίων με τάση να αυξηθούν περαιτέρω. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του Συνδέσμου μας από την αρχή της εμπορικής περιόδου του 2021 μέχρι τον Ιούλιου του 2022 εξήχθησαν 14.500 τόνοι ακτινιδίων. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και με τα υπόλοιπα προϊόντα».