Η Ελλάδα και η Σερβία συνδέονται διαχρονικά με στενούς πολιτικούς, οικονομικούς, ιστορικούς, θρησκευτικούς, πολιτιστικούς, ακόμη και αθλητικούς δεσμούς.
Η κοινή ιστορική πορεία, οι παραδοσιακά φιλικές σχέσεις των δύο λαών και η γεωγραφική εγγύτητα δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων. Παράλληλα, οι δύο χώρες λειτουργούν και ως ανταγωνιστές σε ορισμένους παραγωγικούς κλάδους, κυρίως στην αγροτική παραγωγή, ιδίως στον τομέα του φρούτου, στη μεταποίηση τροφίμων και στον τουρισμό.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ
Σύμφωνα με διπλωματική έκθεση του ελληνικού Γραφείου Οικονομικών κι Εμπορικών Σχέσεων Βελιγραδίου, η Σερβία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομίες των Δυτικών Βαλκανίων, με πληθυσμό περίπου 6,7 εκατομμυρίων κατοίκων και εργατικό δυναμικό που προσεγγίζει τα 3 εκατομμύρια άτομα. Το ονομαστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ανήλθε περίπου στα 85 δισ. ευρώ το 2025, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, ενώ οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί προβλέπουν περαιτέρω άνοδο προς τα 92,7 δισ. ευρώ έως το 2027. Παρά τη διεθνή οικονομική επιβράδυνση, η χώρα εξακολουθεί να προσελκύει σημαντικές άμεσες ξένες επενδύσεις, να διατηρεί σταθερό νόμισμα και να ενισχύει τις εξαγωγικές της επιδόσεις.
Το στρατηγικό σχέδιο για την Αγροτική Οικονομία, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης, οι μεγάλες επενδύσεις που συνδέονται με τη διοργάνωση της EXPO 2027 και η συνεχιζόμενη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξανόμενων επιχειρηματικών ευκαιριών για ελληνικές επιχειρήσεις που επιθυμούν να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στη σερβική αγορά.
ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΑΓΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ: ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Η αγροτική οικονομία αποτελεί στρατηγικό πυλώνα ανάπτυξης της Σερβίας. Ο πρωτογενής τομέας συμμετέχει περίπου κατά 6% στο ΑΕΠ, ενώ απασχολεί σχεδόν το 19% του εργατικού δυναμικού. Η χώρα διαθέτει περίπου 5 εκατομμύρια εκτάρια γεωργικής γης, ιδιαίτερα εύφορες περιοχές όπως η Βοϊβοδίνα και σημαντική παραγωγή δημητριακών, καλαμποκιού, σιταριού, ηλίανθου, φρούτων, γαλακτοκομικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.
Η ισχυρή εγχώρια παραγωγή σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη Σερβία σε προϊόντα μαζικής παραγωγής όπως τα δημητριακά ή το καλαμπόκι. Αντίθετα, σημαντικές προοπτικές εμφανίζονται στα προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας, όπου η ελληνική αγροδιατροφή διαθέτει διεθνή αναγνώριση.
Ιδιαίτερα μεγάλες δυνατότητες παρουσιάζουν το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, οι επιτραπέζιες ελιές, η φέτα και τα υπόλοιπα πιστοποιημένα τυριά ΠΟΠ, το ελληνικό γιαούρτι, το μέλι, τα αρωματικά φυτά, τα βιολογικά προϊόντα, τα κρασιά, τα αποστάγματα, τα φρέσκα και μεταποιημένα φρούτα, οι χυμοί, οι κομπόστες και τα προϊόντα έτοιμης μεσογειακής διατροφής. Βεβαίως, στους οίνους υπάρχει και πολύ σημαντικός εγχώριος ανταγωνισμός, αφού η Σερβία αναβαθμίζει διαρκώς τους αμπελώνες της.
Ταυτόχρονα, σημαντικές προοπτικές υπάρχουν και για αγροβιομηχανικά προϊόντα όπως θερμοκήπια, συστήματα άρδευσης, εξοπλισμός συσκευασίας τροφίμων, τεχνολογίες ψυχρής εφοδιαστικής αλυσίδας, γεωργικά μηχανήματα μικρής κλίμακας, λιπάσματα ειδικών χρήσεων και λύσεις ψηφιακής γεωργίας.
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ
Ο όγκος του διμερούς εμπορίου αγαθών Σερβίας – Ελλάδας κατά το 2025 ανήλθε στα 883,9 εκατ. ευρώ σημειώνοντας μείωση σε σύγκριση με το 2024 κατά 3,75%. Συγκεκριμένα, για το 2025, οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών στη Σερβία ανήλθαν σε 538,77 εκατ. ευρώ (μείωση κατά 3,55%) και οι εισαγωγές από τη Σερβία σε 345,13 εκατ. ευρώ (μείωση κατά 4,05%). Το εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε πλεονασματικό υπέρ της χώρας μας στα 193,64 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας ωστόσο μείωση κατά 2,65% σε σχέση με το 2024.
Η σερβική αγορά παρουσιάζει αυξανόμενη αγοραστική δύναμη, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως το Βελιγράδι και το Νόβι Σαντ. Η ανάπτυξη των οργανωμένων αλυσίδων λιανικής, η αύξηση του τουρισμού και η ενίσχυση της μεσαίας τάξης δημιουργούν μεγαλύτερη ζήτηση για ποιοτικά εισαγόμενα τρόφιμα και ποτά. Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει το ισχυρό της brand ως χώρα μεσογειακής διατροφής και ασφαλών τροφίμων, καθώς ήδη αγοράζονται φρούτα και καπνά.
ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ, ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Τον Οκτώβριο 2024, τα κράτη μέλη της ΕΕ ενέκριναν το Μεταρρυθμιστικό Πρόγραμμα της Σερβίας, ανοίγοντας το δρόμο για την έναρξη της προχρηματοδότησης στο πλαίσιο του Πλάνου Ανάπτυξης. Έχει ήδη καταβληθεί η πρώτη δόση ενώ αναμένεται η έγκριση καταβολής της δεύτερης και τρίτης δόσης. Παρά τη σημαντική αναπτυξιακή της πορεία, η Σερβία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες κι η οικονομία της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ξένες επενδύσεις.
Οι Σέρβοι καταναλωτές γνωρίζουν ήδη αρκετά ελληνικά προϊόντα λόγω της γειτνίασης αλλά και μέσω του τουρισμού, γεγονός που διευκολύνει τη διείσδυση νέων προϊόντων στην αγορά. Παράλληλα, η γεωγραφική εγγύτητα περιορίζει σημαντικά το μεταφορικό κόστος και επιτρέπει τη γρήγορη διανομή ακόμη και ευπαθών προϊόντων.
Επιπλέον, σημαντικές δυνατότητες υπάρχουν για συνεργασίες μεταξύ ελληνικών και σερβικών επιχειρήσεων στην επεξεργασία φρούτων, στη βιολογική γεωργία, στην παραγωγή τροφίμων υψηλής προστιθέμενης αξίας, καθώς και στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας για την πιστοποίηση ποιότητας, την τυποποίηση και την εξωστρέφεια των αγροτικών επιχειρήσεων.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να αξιοποιήσουν τη φιλική εικόνα της χώρας, που ενισχύθηκε την περίοδο του πολέμου, που οδήγησε στη διάλυση της άλλοτε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, στη γεωγραφική εγγύτητα και την εμπειρία τους στην αγροδιατροφή και τη μεταποίηση, προωθώντας προϊόντα υψηλής ποιότητας που δεν ανταγωνίζονται άμεσα τη σερβική μαζική παραγωγή.
Η στρατηγική πρέπει να στηριχθεί στη διαφοροποίηση, στην καινοτομία, στις πιστοποιήσεις ποιότητας και στη δημιουργία σταθερών εμπορικών συνεργασιών. Έτσι, Ελλάδα και Σερβία μπορούν να συνεχίσουν να είναι ταυτόχρονα φίλοι και συνεργάτες, αλλά και υγιείς ανταγωνιστές σε μια ολοένα πιο απαιτητική περιφερειακή αγορά.