Οι τιμές του χοιρινού στην Ευρώπη εξακολουθούν να βρίσκονται υπό πίεση, ενώ η παραγωγή εμφανίζει αύξηση και το εμπόριο καταγράφει διαφοροποιήσεις στις εξαγωγές και τις εισαγωγές. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αγοράς Κρέατος (Meat Market Observatory) της Ε.Ε., οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνουν τις πρόσφατες τάσεις στην ευρωπαϊκή αγορά χοιρινού.
Οι τιμές στην αγορά χοιρινού και χοιριδίων
Η μέση τιμή του χοιρινού στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα μέσα Ιουνίου διαμορφώθηκε στα 161 ευρώ/100 κιλά σφαγίου, καταγράφοντας μικρή μείωση 1,2% σε σύγκριση με έναν μήνα νωρίτερα, έπειτα από τρεις εβδομάδες σταθερών τιμών. Παράλληλα, η τιμή ήταν 25,7% χαμηλότερη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους και 23,2% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Την ίδια περίοδο, η μέση τιμή των χοιριδίων στην ΕΕ υποχώρησε περαιτέρω στα 51,2 ευρώ ανά ζώο, σημειώνοντας μείωση 10,9% σε σύγκριση με έναν μήνα πριν. Οι τιμές παρέμειναν σταθερές στη Βόρεια Ευρώπη και στη Γαλλία, αλλά μειώθηκαν στα περισσότερα άλλα κράτη-μέλη που καταγράφουν σχετικές τιμές. Συνολικά, η μέση τιμή των χοιριδίων ήταν 31,7% χαμηλότερη από την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους και 25,8% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Αυξημένη η παραγωγή χοιρινού στην ΕΕ το πρώτο τρίμηνο του 2026
Τα στοιχεία για τις σφαγές στην Ε.Ε. δείχνουν ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 η παραγωγή αυξήθηκε τόσο σε όγκο (+2,3%) όσο και σε αριθμό ζώων (+2,0%) σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Οι σφαγές χοίρων αυξήθηκαν στα περισσότερα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων παραγωγών όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Πολωνία. Τις μεγαλύτερες αυξήσεις κατέγραψαν η Σλοβακία, η Ελλάδα και η Κροατία, ενώ οι σημαντικότερες μειώσεις σημειώθηκαν στη Λετονία, την Εσθονία και τις Κάτω Χώρες.
Η συνολική παραγωγή της ΕΕ την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2026 ανήλθε σε 5,8 εκατ. τόνους, που αντιστοιχούν σε 58,7 εκατ. χοίρους. Η Ισπανία παρέμεινε ο μεγαλύτερος παραγωγός, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 25,7% της συνολικής παραγωγής της ΕΕ, ακολουθούμενη από τη Γερμανία (19,3%), τη Γαλλία (9,3%) και την Πολωνία (8,9%).
Το μέσο θεωρητικό περιθώριο κέρδους των μονάδων πάχυνσης παρουσίασε μικρή μείωση τον Μάιο. Οι τιμές των σφαγίων υποχώρησαν, ωστόσο μειώθηκε και το κόστος αγοράς των χοιριδίων, ενώ το κόστος των ζωοτροφών κατέγραψε μικρή αύξηση.
Εξαγωγές: Σταθερός ο όγκος, μειωμένη η αξία
Κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026, οι εξαγωγές χοιρινού κρέατος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήλθαν σε 746 χιλιάδες τόνους, με συνολική αξία 1,8 δισ. ευρώ. Ο όγκος των εξαγωγών παρέμεινε σταθερός σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ η αξία τους μειώθηκε κατά 12,8%.
Οι εξαγωγές αυξήθηκαν προς τη Νότια Κορέα, το Βιετνάμ, την Ακτή Ελεφαντοστού και την Αυστραλία, ενώ μειώθηκαν προς την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Φιλιππίνες και την Ιαπωνία. Η μεγαλύτερη μείωση σε απόλυτους όρους καταγράφηκε στις εξαγωγές προς την Κίνα. Η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο εισαγωγέα χοιρινού κρέατος της ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας το 21,1% του συνολικού όγκου των εξαγωγών της. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με μερίδιο 17,8%.
Σε αξία, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιπροσωπεύει το 26,8% των εξαγωγών της ΕΕ (488 εκατ. ευρώ), παρουσιάζοντας μείωση 13,3% σε σχέση με την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του προηγούμενου έτους. Ακολουθεί η Κίνα, με μερίδιο 13,9% της συνολικής αξίας (253 εκατ. ευρώ), καταγράφοντας σημαντική μείωση 34,6%.
Ανά κατηγορία προϊόντων, οι εξαγωγές κρέατος την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026 ανήλθαν σε 500 χιλιάδες τόνους, αυξημένες κατά 4% σε σχέση με το 2025. Οι εξαγωγές νωπού και κατεψυγμένου κρέατος (394 χιλιάδες τόνοι) αυξήθηκαν κατά 6%, κυρίως προς τη Νότια Κορέα, το Βιετνάμ και την Αυστραλία, ενώ μειώθηκαν προς την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία.
Οι εξαγωγές αλλαντικών και παρασκευασμάτων (61 χιλιάδες τόνοι) μειώθηκαν κατά 2%. Παράλληλα, οι εξαγωγές λαρδιού, λιπών και εδώδιμων παραπροϊόντων (246 χιλιάδες τόνοι) υποχώρησαν κατά 7%, κυρίως προς την Κίνα και τις Φιλιππίνες, ενώ αυξήθηκαν προς το Βιετνάμ και την Ακτή Ελεφαντοστού. Οι εξαγωγές ζώντων ζώων αυξήθηκαν κατά 22%, κυρίως προς το Ηνωμένο Βασίλειο.
Εισαγωγές: Μικρή αύξηση στον όγκο, πτώση στην αξία
Οι συνολικές εισαγωγές χοιρινού κρέατος στην ΕΕ κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026 ανήλθαν σε 26 χιλιάδες τόνους, συνολικής αξίας 52 εκατ. ευρώ. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ο όγκος των εισαγωγών αυξήθηκε κατά 1,6%, ενώ η συνολική αξία μειώθηκε κατά 9,3%.
Το 66% των εισαγωγών των κρατών-μελών της ΕΕ προήλθε από το Ηνωμένο Βασίλειο, με τις αντίστοιχες εισαγωγές να μειώνονται κατά 3,6%. Οι εισαγωγές από την Ελβετία αντιπροσώπευσαν μερίδιο 9,3%, μειωμένες κατά 9,4%, ενώ οι εισαγωγές από τη Χιλή υποχώρησαν κατά 45,6%, με μερίδιο αγοράς 3,8%.
Ανά κατηγορία προϊόντων, οι εισαγωγές κρέατος (14 χιλιάδες τόνοι) αυξήθηκαν κατά 4%, κυρίως λόγω της αύξησης των εισαγωγών νωπού κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο. Αντίθετα, οι εισαγωγές αλλαντικών και παρασκευασμάτων (2 χιλιάδες τόνοι) μειώθηκαν κατά 3%, ενώ οι εισαγωγές λαρδιού, λιπών και εδώδιμων παραπροϊόντων (10 χιλιάδες τόνοι) υποχώρησαν κατά 1%.
Το Ηνωμένο Βασίλειο εξάγει κυρίως κρέας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εισαγωγές από την Ελβετία αφορούν κυρίως χοιρινό λίπος και εδώδιμα παραπροϊόντα, ενώ οι εισαγωγές από τη Χιλή αφορούν κυρίως κατεψυγμένο κρέας.
Διεθνής αγορά: Πίεση στις τιμές της Βραζιλίας και πρωτιά της ΕΕ στις εξαγωγές
Οι τιμές του χοιρινού στη Βραζιλία έχουν υποχωρήσει μέσα στο 2026 και αποτελούν τις χαμηλότερες μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων εξαγωγέων χοιρινού παγκοσμίως, προσφέροντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, οι τιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκαν και παραμένουν υψηλότερες από τις ευρωπαϊκές, ενώ στον Καναδά διατηρήθηκαν σε γενικές γραμμές σταθερές και εξακολουθούν να βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα από τα επίπεδα της ΕΕ.
Κατά το πρώτο δίμηνο του 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας χοιρινού κρέατος παγκοσμίως, μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και τον Καναδά. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, οι εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βραζιλίας αυξήθηκαν, ενώ εκείνες του Καναδά μειώθηκαν.
Η Κίνα/Χονγκ Κονγκ παρέμεινε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας προϊόντων χοίρου παγκοσμίως κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026, αν και με μικρότερους όγκους και χαμηλότερη αξία εισαγωγών σε σύγκριση με το 2025. Μειωμένες ήταν επίσης οι εισαγωγές της Ιαπωνίας, ενώ το Μεξικό κατέγραψε αύξηση του όγκου εισαγωγών.




