Η κινεζική αγορά αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές παγκοσμίως και δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις αγροδιατροφής, ενώ ήδη υπάρχουν ελληνικές εταιρίες, που κάνουν εξαγωγές στη χώρα. Ωστόσο, κατά καιρούς έχουν εξαχθεί ελληνικά προϊόντα αλλά όχι πάντα με επιτυχία.
Έτσι ορισμένοι επιχειρηματίες, που πήγαν στην Κίνα, έμειναν με τον ενθουσιασμό αφού μετά από ένα ή μερικά φορτία η συνεργασία έληξε. Υπήρξαν, δε, άλλοι Έλληνες, που δεν σεβάστηκαν τους κανόνες του παιχνιδιού και βρέθηκαν εκείνοι έξω από την αγορά συμπαρασύροντας κι άλλους ικανούς επιχειρηματίες. Αντίθετα, άλλοι ξεκίνησαν συνεργασίες, που αποδείχτηκαν σταθερές και μακροχρόνιες.
ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Την τελευταία 12ετία έχουν υπογραφεί αρκετές συμφωνίες με την Κίνα στον τομέα της αγροδιατροφής. Τον Μάρτιο 2025 μετά από επίσκεψη κινεζικής αντιπροσωπείας στην Ελλάδα υπογράφτηκαν στην Αθήνα «Διμερή Πρωτόκολλα Κτηνιατρικών Απαιτήσεων για την εξαγωγή αλιευμάτων (άγριων και εκτρεφόμενων) ελληνικής προέλευσης στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
ΤΙ ΠΑΡΑΓΕΙ Η ΚΙΝΑ
Σύμφωνα με τις δυο ελληνικές διπλωματικές εκθέσεις από τα γραφεία της Σαγκάης και της Μογγολίας, τα κύρια παραγόμενα προϊόντα είναι ρύζι, σιτάρι, πατάτες, καλαμπόκι, τσάι, λοιπά δημητριακά, μήλα, βαμβάκι, σπορέλαια, χοιρινό κρέας αλιεύματα. Το 2025, η σπαρμένη έκταση σιτηρών ήταν 119,41 εκατομμύρια εκτάρια, σημειώνοντας αύξηση 0,09 εκατομμυρίων εκταρίων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Οι σπαρμένες εκτάσεις ήταν: ρυζιού 29,01 εκατομμύρια εκτάρια, σιταριού 23,58 εκατομμύρια εκτάρια, καλαμποκιού 44,96 εκατομμύρια εκτάρια, σόγιας 10,26 εκατομμύρια εκτάρια, βαμβακιού 2,98 εκατομμύρια εκτάρια, ελαιούχων καλλιεργειών 14,45 εκατομμύρια εκτάρια, ζαχαρούχων καλλιεργειών 1,49 εκατομμύρια εκτάρια. Η συνολική παραγωγή σιτηρών το 2025 ήταν 714,88 εκατομμύρια τόνοι, σημειώνοντας αύξηση 8,38 εκατομμυρίων τόνων σε σχέση με το προηγούμενο έτος (αύξηση 1,2%). Εξάλλου οι Κινέζοι ασχολούνται με τις καλοκαιρινές καλλιέργειες, το πρώιμο ρύζι, τα φθινοπωρινά σιτηρά, το καλαμπόκι, τη σόγια κ.ά.
ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΚΡΕΑΤΟΣ
Η συνολική παραγωγή χοιρινού, βοδινού, αρνίσιου κρέατος και πουλερικών το 2025 ανήλθε σε 100,72 εκατομμύρια τόνους Όμως, λόγω των μεγάλων διατροφικών αναγκών, η χώρα προβαίνει σε μεγάλες εισαγωγές αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων. Η παραγωγή χοιρινού κρέατος ήταν 59,38 εκατομμύρια τόνοι, βοδινού 8,01 εκατομμύρια τόνοι, αρνίσιου κρέατος 4,96 εκατομμύρια τόνοι και η παραγωγή πουλερικών ήταν 28,37 εκατομμύρια τόνοι. Η συνολική παραγωγή αυγών ήταν 34,98 εκατομμύρια τόνοι. Η παραγωγή γάλακτος ήταν 40,91 εκατομμύρια τόνοι. Στο τέλος του έτους, 429,67 εκατομμύρια χοίροι ήταν εγγεγραμμένοι στο σύνολο των αποθεμάτων (αύξηση κατά 0,5% σε σύγκριση με το τέλος του προηγούμενου έτους, και 719,73 εκατομμύρια χοίροι σφαγιάστηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Παρά την τεράστια παραγωγή, σύμφωνα με το διπλωματικό δελτίο από τη Σαγκάη, η Κίνα αυξάνει το εξωτερικό της εμπόριο και τις καταναλωτικές επιλογές. Επομένως, δημιουργούνται νέες δυνατότητες για ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Η Ελλάδα κατά καιρούς έχει υπογράψει συμφωνίες με την Κίνα σε διάφορα προϊόντα αγροδιατροφής προς βρώση αλλά και δερμάτων.
ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ
Τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα που εκτιμώνται από την κινεζική αγορά είναι κυρίως το ελαιόλαδο, οι επιτραπέζιες ελιές, το κρασί, το μέλι, τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ενδιαφέρον υπάρχει και για τη φέτα, καθώς και για φρούτα όπως τα ακτινίδια, τα κεράσια και τα εσπεριδοειδή. Σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά παίζουν φυσικά και οι διατροφικές συνήθειες των Κινέζων, καθώς ορισμένα προϊόντα δεν είναι συνηθισμένα στο διαιτολόγιό τους.
Σύμφωνα με τη διπλωματική έκθεση από το Γραφείο της Σαγκάης, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για βιολογικά προϊόντα, προϊόντα υγιεινής διατροφής και γενικά για τρόφιμα με υψηλή διατροφική αξία. Η άνοδος της μεσαίας τάξης στην Κίνα έχει αυξήσει τη ζήτηση για ποιοτικά και ασφαλή εισαγόμενα τρόφιμα ενώ η προτίμηση προς προϊόντα, που αφορούν στη μεσογειακή διατροφή, με πιστοποιημένη προέλευση αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την Ελλάδα.
Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Οι Έλληνες εξαγωγείς μπορούν να διεισδύσουν στην κινεζική αγορά μέσα από διάφορα κανάλια. Σημαντικό εργαλείο αποτελούν οι εμπορικές εκθέσεις τροφίμων και ποτών, όπου οι επιχειρηματίες μπορούν να έρθουν σε επαφή με εισαγωγείς και διανομείς. Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Κίνα επιτρέπει ακόμη και σε μικρότερες επιχειρήσεις να προσεγγίσουν άμεσα τους καταναλωτές. Οι ψηφιακές πλατφόρμες και τα ηλεκτρονικά καταστήματα αποτελούν πλέον βασικά εργαλεία εισόδου στην αγορά.
Μία από τις βασικότερες παγίδες είναι η ελλιπής γνώση της κινεζικής επιχειρηματικής κουλτούρας. Οι εμπορικές σχέσεις στην Κίνα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη. Πολλές επιχειρήσεις θεωρούν ότι μια συμφωνία μπορεί να ολοκληρωθεί γρήγορα, όμως, στην πραγματικότητα απαιτείται χρόνος για τη δημιουργία σχέσεων και δικτύων συνεργασίας.
Οι Έλληνες που θέλουν να εξάγουν για πρώτη φορά αντιμετωπίζουν ένα σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο σε ό, τι αφορά στις απαιτήσεις πιστοποίησης, που οι Κινέζοι δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Τα προϊόντα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές σχετικά με την ασφάλεια τροφίμων, την επισήμανση, τη συσκευασία και τις διαδικασίες εισαγωγής. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν εμπειρία συχνά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σ’ αυτές τις απαιτήσεις. Επιπλέον, η γραφειοκρατία και οι αλλαγές στις εμπορικές πολιτικές ενδέχεται να προκαλέσουν καθυστερήσεις και επιπλέον κόστος.
ΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΞ ΕΥΡΩΠΗΣ
Εξ ίσου σημαντικό ζήτημα αποτελεί και ο έντονος ανταγωνισμός. Η Κίνα προμηθεύεται αγροτικά προϊόντα από πολλές χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Αυστραλία, οι οποίες έχουν ήδη ισχυρή παρουσία στην αγορά. Επομένως, οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνιστούν μόνο με βάση την τιμή. Αντίθετα, χρειάζεται να αναδείξουν την ποιότητα, την ελληνική προέλευση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προϊόντων τους.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν συχνά περιορισμένους οικονομικούς πόρους και δυσκολεύονται να επενδύσουν σε μεγάλης κλίμακας διεθνή επέκταση. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητη η συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, επιμελητηρίων και κρατικών φορέων. Η δημιουργία συνεργατικών σχημάτων και εξαγωγικών δικτύων μπορεί να μειώσει το κόστος και να αυξήσει τη διαπραγματευτική δύναμη των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τη διπλωματική έκθεση από τη Σαγκάη, η κινεζική αγορά παρουσιάζει σημαντικές ευκαιρίες αυτή την περίοδο. Ωστόσο, η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα των προϊόντων, αλλά και από την κατανόηση της αγοράς, τη σωστή στρατηγική και την προσαρμογή στις απαιτήσεις της. Για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις η Κίνα είναι μία αχανής χώρα, που μπορεί να αποτελέσει μια ιδιαίτερα σημαντική αγορά ανάπτυξης αρκεί να γνωρίζουν, όπως λένε οι γνώστες της κατάστασης, πως η εξαγωγή στην Κίνα δεν είναι κατοστάρι αλλά μαραθώνιος.