Η καλλιεργητική περίοδος προχωρά και μαζί της αυξάνεται η ανάγκη για στενή παρακολούθηση των αμπελώνων, καθώς το ωίδιο συνεχίζει να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και πιο επίμονες ασθένειες της αμπέλου. Οι παραγωγοί γνωρίζουν πως, ακόμη και σε χρονιές όπου οι πρώτες εικόνες στους αμπελώνες δεν προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία, η ασθένεια μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα όταν οι συνθήκες γίνουν ευνοϊκές.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τη γεωπόνο κα. Ζαΐρα Παπαφίγκου από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου, προκειμένου να μεταφερθούν χρήσιμες επισημάνσεις γύρω από το ωίδιο και τη διαχείρισή του στους αμπελώνες.
Πώς εκδηλώνεται το ωίδιο στο αμπέλι
Όπως αναφέρει η γεωπόνος κα. Ζαΐρα Παπαφίγκου, το ωίδιο αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές αλλά και πιο επίμονες ασθένειες που μπορεί να εμφανιστούν στους αμπελώνες, καθώς προσβάλλει όλα τα πράσινα φυτικά όργανα του φυτού, όπως τα φύλλα, τους βλαστούς και τα σταφύλια. Το ωίδιο (Erysiphe necator) γίνεται συνήθως εύκολα αντιληπτό, αφού τα προσβεβλημένα μέρη αποκτούν μία χαρακτηριστική «σκονισμένη» όψη, εικόνα που αποτελεί και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα συμπτώματα της ασθένειας.
Στα φύλλα, τα πρώτα σημάδια εμφανίζονται συνήθως με τη μορφή χλωρωτικών κηλίδων, οι οποίες καλύπτονται σταδιακά από ένα λεπτό γκρίζο, αραχνοειδές χνούδι. Καθώς η προσβολή εξελίσσεται, οι περιοχές αυτές επεκτείνονται, η επιφάνεια του φύλλου χάνει τη φυσιολογική της μορφή και πολλές φορές καρουλιάζει προς τα πάνω, δίνοντας στον αμπελώνα μια εικόνα εξασθενημένης βλάστησης.
Αντίστοιχα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν και στους νεαρούς βλαστούς, όπου αρχικά παρατηρούνται κηλίδες με υπόλευκη έως γκριζωπή εξάνθηση, λόγω της ανάπτυξης των σπορίων του μύκητα. Με την πάροδο του χρόνου το επίχρισμα υποχωρεί, αφήνοντας πίσω έντονους καστανοκόκκινους μεταχρωματισμούς, οι οποίοι γίνονται ακόμη πιο εμφανείς κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Ιδιαίτερα αισθητή είναι η προσβολή και στα σταφύλια. Τα άνθη και οι νεαρές ράγες, λίγο μετά το δέσιμο, συχνά αποκτούν εικόνα σαν να έχουν πασπαλιστεί με αλεύρι, πριν τελικά ξεραθούν και πέσουν. Σε πιο ανεπτυγμένες ράγες εμφανίζονται σκουρόχρωμες αλλοιώσεις στην επιδερμίδα, η οποία σταδιακά νεκρώνεται και μπορεί να σχιστεί, επηρεάζοντας σημαντικά τόσο την ποιότητα όσο και την εμπορική αξία της παραγωγής.
Η γεωπόνος επισημαίνει ακόμη ότι ο μύκητας διαχειμάζει μέσα στα μάτια της αμπέλου και με την έναρξη της βλάστησης την άνοιξη αρχίζει να αναπτύσσεται παράλληλα με το φυτό. Για τον λόγο αυτό, η παρακολούθηση των αμπελώνων από τα πρώτα στάδια της νέας βλαστικής περιόδου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά σε περιοχές όπου έχουν καταγραφεί έντονες προσβολές κατά τις προηγούμενες καλλιεργητικές χρονιές.
Αντιμετώπιση της ασθένειας
Η αντιμετώπιση του ωιδίου βασίζεται στη συστηματική παρακολούθηση των αμπελώνων και στην έγκαιρη εφαρμογή των κατάλληλων επεμβάσεων, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου είχαν παρατηρηθεί έντονες προσβολές την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο. Όπως εξηγεί η γεωπόνος, οι πρώτοι ψεκασμοί για το ωίδιο ξεκινούν συνήθως την ίδια περίπου περίοδο με εκείνους για τον περονόσπορο, όταν δηλαδή η βλάστηση έχει φτάσει περίπου τα 10 εκατοστά.
Στα αρχικά αυτά στάδια, σύμφωνα με την κα. Παπαφίγκου, εφαρμόζονται κυρίως σκευάσματα υγρού θειαφιού, ιδιαίτερα σε περιοχές με ιστορικό προσβολών και αυξημένα ποσοστά υγρασίας, όπου οι συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη του μύκητα. «Αυτή την περίοδο είναι πιο κατάλληλη η εφαρμογή υγρού θειαφιού, ενώ σε περίπου δέκα ημέρες, με την έναρξη της ανθοφορίας, θα ξεκινήσουν και εφαρμογές με θείο σε μορφή επίπασης», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Καθώς η καλλιέργεια προχωρά προς την ανθοφορία και την καρπόδεση, αξιοποιούνται και σκευάσματα θείου σε μορφή επίπασης, μία πρακτική που εφαρμόζεται ευρέως για την αντιμετώπιση του ωιδίου. Σύμφωνα με όσα αναφέρει η ίδια, η εφαρμογή τους πραγματοποιείται συνήθως λίγο πριν από την ανθοφορία, κατά τη διάρκειά της αλλά και αμέσως μετά, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στον αμπελώνα και τις ανάγκες της καλλιέργειας. Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την εφαρμογή του θειαφιού σε μορφή σκόνης, καθώς σε θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου ενδέχεται να προκληθεί φυτοτοξικότητα.
Εκτός από τις χημικές επεμβάσεις, σημαντικό ρόλο έχουν και τα καλλιεργητικά μέτρα, όπως η αφαίρεση και καταστροφή βλαστών που εμφανίζουν πρώιμες προσβολές, συμβάλλοντας έτσι στη σημαντική μείωση του αρχικού μολύσματος και της διασποράς του μύκητα στο εσωτερικό του αμπελώνα.
«Η συστηματική παρακολούθηση του αμπελώνα είναι βασικό στοιχείο για τη σωστή διαχείριση της ασθένειας», σημειώνει η κα. Παπαφίγκου, τονίζοντας ότι οι παραγωγοί χρειάζεται να προσαρμόζουν τις κινήσεις τους ανάλογα με την εικόνα που παρουσιάζει κάθε αγροτεμάχιο. Όπως επισημαίνει η γεωπόνος, η συνδυαστική εφαρμογή καλλιεργητικών και χημικών μέτρων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική προστασία της παραγωγής και τη διατήρηση των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών των σταφυλιών, είτε πρόκειται για επιτραπέζια είτε για οινοποιήσιμα αμπέλια.