Σε μια περίοδο όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα εμφανίζονται όλο και συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση, η ανάγκη για αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων στη γεωργία γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το αγροδιατροφικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον κινδύνων, όπου πέρα από τους παραδοσιακούς παράγοντες προστίθενται και νέες μορφές αβεβαιότητας, όπως η γεωπολιτική αστάθεια. Η νέα μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας επιχειρεί να αποτυπώσει την υφιστάμενη κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αναδείξει πιθανές κατευθύνσεις για την αγροτική πολιτική τα επόμενα χρόνια.
Τι εξετάζει η μελέτη
Η μελέτη επικεντρώνεται στα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται στα κράτη-μέλη, εξετάζοντας τόσο τη χρήση όσο και την αποτελεσματικότητά τους, αλλά και τα περιθώρια βελτίωσης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αναδεικνύονται οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, μαζί με τις προκλήσεις και τις δυνατότητες που διαμορφώνονται σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα, παρουσιάζεται μια αναλυτική εικόνα των εξελίξεων στην πολιτική και διατυπώνονται προτάσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη, οι οποίες συνδέονται με το ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής για τη γεωργία και τα τρόφιμα και συμβάλλουν στον σχεδιασμό των επόμενων βημάτων.
Η ανάγκη για ισχυρό και συνδυαστικό σύστημα διαχείρισης κινδύνου
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η αποτελεσματική διαχείριση κινδύνου απαιτεί συνδυασμό εργαλείων και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Η μελέτη αναφέρεται στη σημασία ύπαρξης υποχρεωτικών εργαλείων διαχείρισης κινδύνου, τα οποία θα λειτουργούν σε σύνδεση με ένα ισχυρό ενιαίο δίχτυ ασφαλείας. Παράλληλα, αναδεικνύεται η συμπληρωματική σχέση μεταξύ της προληπτικής διαχείρισης κινδύνων και της στήριξης που παρέχεται μετά από κρίσεις, υπογραμμίζοντας ότι τα δύο αυτά στοιχεία πρέπει να λειτουργούν συντονισμένα για να προστατεύεται ουσιαστικά ο αγροτικός τομέας.
Ανισότητες μεταξύ κρατών και περιορισμένη πρόσβαση
Η μελέτη καταδεικνύει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών ως προς την εφαρμογή των εργαλείων διαχείρισης κινδύνου, γεγονός που επισημαίνει ζητήματα για μια πιο συνεκτική και ολοκληρωμένη προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παρότι η ΚΑΠ παρέχει ένα κοινό πλαίσιο, η εφαρμογή των εργαλείων, το εύρος κάλυψης και τα επίπεδα στήριξης διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα, δημιουργώντας ένα κατακερματισμένο τοπίο σε επίπεδο ΕΕ.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα της πρόσβασης, καθώς οι μικρότερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων. Ταυτόχρονα, η μελέτη αναφέρει ότι οι άμεσες ενισχύσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μηχανισμό προστασίας του εισοδήματος των αγροτών.
Γιατί το θέμα γίνεται όλο και πιο επείγον
Η αυξανόμενη συχνότητα, ένταση και διάρκεια των ζημιογόνων φαινομένων καθιστούν αναγκαίο τον περιορισμό των κλιματικών κινδύνων σε επίπεδα που μπορούν να διαχειριστούν οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα και τη δυνατότητα ασφάλισης των αγροτικών δραστηριοτήτων, καθιστώντας αναγκαίες παρεμβάσεις προσαρμογής σε μεγάλη κλίμακα, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση της παραγωγής.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το αγροδιατροφικό σύστημα διεθνώς βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα όλο και πιο σύνθετο περιβάλλον κινδύνων, όπου πέρα από τους παραδοσιακούς παράγοντες προστίθενται η κλιματική αλλαγή, η γεωπολιτική αστάθεια και νέες μορφές αβεβαιότητας. Στην Ευρώπη, η ξηρασία αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα απωλειών, ευθυνόμενη για περισσότερο από το 50% των ζημιών που σχετίζονται με το κλίμα, ενώ παραμένει σε μεγάλο βαθμό μη ασφαλισμένη. Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά προστασίας, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των ζημιών να μην καλύπτεται από τα υφιστάμενα εργαλεία.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η εξάρτηση από αποζημιώσεις μετά από καταστροφές μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά για την υιοθέτηση προληπτικών μέτρων διαχείρισης κινδύνου.
Τα επόμενα χρόνια
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στοχεύει στην ενίσχυση των στρατηγικών διαχείρισης κινδύνου σε όλα τα κράτη-μέλη, με στόχο να επηρεάσει τον σχεδιασμό των μελλοντικών πολιτικών και να βελτιώσει τα διαθέσιμα εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται έμφαση στο να λειτουργεί η διαχείριση κρίσεων και η ετοιμότητα με τρόπο που ενισχύει και δεν αποθαρρύνει τους αγρότες από το να υιοθετούν πιο ανθεκτικές καλλιεργητικές πρακτικές.
Παράλληλα, η μελέτη αποτυπώνει και ορισμένες βασικές κατευθύνσεις για την εξέλιξη των εργαλείων διαχείρισης κινδύνου:
Βασικές κατευθύνσεις που αναδεικνύει η μελέτη
1.Διεύρυνση των ασφαλιστικών και λοιπών εργαλείων διαχείρισης κινδύνου, ώστε να καλύπτουν καλύτερα τις νέες μορφές κινδύνου που σχετίζονται κυρίως με το κλίμα και την αγορά.
2.Μείωση των εμποδίων πρόσβασης, ιδιαίτερα για μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, οι οποίες συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία.
3.Ενίσχυση των αμοιβαίων κεφαλαίων ως συμπληρωματικών μηχανισμών, για την κάλυψη κινδύνων που δεν μπορούν να ασφαλιστούν εύκολα μέσω της αγοράς.
4.Αποσαφήνιση του πλαισίου συνεργασίας μεταξύ ασφαλιστικών φορέων, ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη πιο σταθερών και βιώσιμων λύσεων.
5.Καλύτερος συντονισμός των εργαλείων στο πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής, καθώς σήμερα παρατηρούνται διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
6.Βελτίωση της διαφάνειας και της καταγραφής αποζημιώσεων και ενισχύσεων, ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το πώς καλύπτονται οι ζημιές.
7. Αναβάθμιση των συστημάτων δεδομένων, προκειμένου να στηρίζεται πιο αποτελεσματικά ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μέτρων διαχείρισης κινδύνων.
8. Ανάπτυξη εργαλείων πρόβλεψης κινδύνων και παροχή τεχνικής υποστήριξης, με στόχο την καλύτερη προετοιμασία των κρατών-μελών.
9. Ενίσχυση της ανταλλαγής γνώσης και εμπειρίας, ώστε να αξιοποιούνται καλές πρακτικές και να βελτιώνεται συνολικά η διαχείριση κινδύνων στην ΕΕ.
Διαβάστε την πλήρη έκθεση (Αγγλικά) εδώ.
