Η ελληνική πτηνοτροφία βρίσκεται σε ένα παράδοξο σταυροδρόμι. Η ζήτηση για κοτόπουλο αυξάνεται, οι εταιρείες επενδύουν, οι εξαγωγές ενισχύονται. Και όμως, στο επίπεδο του παραγωγού, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Οι πτηνοτρόφοι περιγράφουν μια κατάσταση οικονομικής ασφυξίας, θεσμικών στρεβλώσεων και διαρκούς ταλαιπωρίας που δεν συνδέεται με την αγορά – αλλά με το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ένωσης Πτηνοτρόφων Κεντρικής και Νότιας Ελλάδας (Ε.Π.ΚΕ.Ν.Ε.) κ. Γιώργος Δεληκωνσταντής στον ΑγροΤύπο, το πρόβλημα δεν είναι η διάθεση του προϊόντος. «Η εμπορία του κοτόπουλου περνάει μια από τις καλύτερες φάσεις της», αναφέρει χαρακτηριστικά. Το ζήτημα είναι «τι συμβαίνει μέχρι να φτάσει το κοτόπουλο στο ράφι».
Το αγκάθι του ΦΠΑ: Πληρώνουν πριν πληρωθούν
Στην κορυφή των προβλημάτων που περιγράφει ο κλάδος βρίσκεται η διαφορά στους συντελεστές ΦΠΑ. Οι πτηνοτρόφοι αγοράζουν ζωοτροφές με 6% ΦΠΑ και πωλούν τα ζώντα πτηνά με 13%. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται συστηματικά χρεωστικοί προς το Δημόσιο. Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Οι πληρωμές των τιμολογίων από τις εταιρείες καθυστερούν από 4 έως και 12 μήνες μετά την έκδοσή τους. Αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγός καλείται να αποδώσει ΦΠΑ για χρήματα που δεν έχει ακόμη εισπράξει. Όπως περιγράφει ο κ. Δεληκωνσταντής, εάν σε ένα τρίμηνο συμπέσουν δύο εκτροφές, η υποχρέωση προς το κράτος μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες ευρώ, την ώρα που το αντίστοιχο έσοδο δεν έχει καταβληθεί. «Πρέπει να πληρώσεις ποσά που δεν έχεις πάρει», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Το ζήτημα αυτό έχει εξελιχθεί στο σημαντικότερο πρόβλημα των τελευταίων ετών, σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Ε.Π.ΚΕ.Ν.Ε.. Παρά τις επανειλημμένες συναντήσεις με τα αρμόδια υπουργεία και την αναγνώριση –όπως αναφέρεται– του δίκαιου του αιτήματος, μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί λύση. Η πρόταση του κλάδου είναι η εξίσωση των συντελεστών αγοράς και πώλησης στο 6%, με ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, καθώς και ρύθμιση των συσσωρευμένων οφειλών σε 100 μηνιαίες δόσεις.
Οι πτηνοτρόφοι επιμένουν ότι δεν πρόκειται για αίτημα επιδότησης αλλά για αποκατάσταση μιας στρέβλωσης που δημιουργεί έλλειψη ρευστότητας και, σε αρκετές περιπτώσεις, οδηγεί σε αδυναμία ανταπόκρισης στις φορολογικές υποχρεώσεις. «Δεν ζητάμε κάτι παράλογο. Ζητάμε να ισορροπήσει το σύστημα», αναφέρεται στη συζήτηση. Για έναν κλάδο με στενά περιθώρια κέρδους και υψηλές λειτουργικές δαπάνες, η χρονική απόσταση μεταξύ τιμολόγησης και πληρωμής μετατρέπεται σε παράγοντα ασφυξίας. Και όσο το ζήτημα παραμένει άλυτο, τόσο εντείνεται το αίσθημα ότι η πτηνοτροφία καλείται να σηκώσει βάρος δυσανάλογο με τις αντοχές της.
Επενδύσεις χωρίς σταθερό έδαφος
Η ανάγκη εκσυγχρονισμού των πτηνοτροφικών μονάδων είναι δεδομένη. Πολλές εγκαταστάσεις είναι παλαιές και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις σύγχρονες τεχνολογικές και παραγωγικές απαιτήσεις. Όπως λέγεται χαρακτηριστικά, «μονάδα του ’75 δεν μπορεί να ανταγωνιστεί μονάδα του 2026» . Παρά τις διαβεβαιώσεις που, όπως αναφέρει ο πρόεδρος Ε.Π.ΚΕ.Ν.Ε., έχουν δοθεί κατά καιρούς από την πολιτική ηγεσία του ΥπΑΑΤ ότι η εντατική πτηνοτροφία θα ενταχθεί στους αναπτυξιακούς νόμους, στην πράξη η δραστηριότητα εξαιρείται την τελευταία στιγμή. Αυτό, πέρα από την ουσία, δημιουργεί και ζήτημα αξιοπιστίας, καθώς οι υποσχέσεις που μεταφέρονται στα μέλη των οργανώσεων δεν επιβεβαιώνονται.
Η βασική θέση του κλάδου είναι σαφής: επανένταξη της εντατικής πτηνοτροφίας σε όλους τους αναπτυξιακούς νόμους και ουσιαστική πρόσβαση σε σχέδια βελτίωσης για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Η ελληνική πτηνοτροφία, επισημαίνεται, πρέπει να εκσυγχρονίζεται με τη στήριξη της πολιτείας ώστε να μπορεί να αντέξει τον ανταγωνισμό από άλλες ευρωπαϊκές και τρίτες χώρες.Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Όπως υπογραμμίζει στον ΑγροΤύπο ο κ. Δεληκωνσταντής, «ακόμη και όταν υπάρχουν εργαλεία όπως τα σχέδια βελτίωσης, οι όροι προϋποθέτουν ουσιαστικά τραπεζικό δανεισμό με ίδια επιβάρυνση για χρόνια». Για έναν παραγωγό που ήδη λειτουργεί με αυξημένο κόστος ενέργειας και περιορισμένη ρευστότητα, η προοπτική νέου δανεισμού λειτουργεί αποτρεπτικά.
Παράλληλα, τονίζεται ότι τα τελευταία χρόνια έγινε ξεκάθαρο πόσο κρίσιμη είναι η επισιτιστική αυτάρκεια και η αποδέσμευση από εισαγωγές τροφίμων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκσυγχρονισμός της πτηνοτροφίας δεν αντιμετωπίζεται ως προνόμιο όπως λέει ο Πρόεδρος, «αλλά ως αναγκαία επένδυση για τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης». Η εικόνα της αγοράς μπορεί σήμερα να δείχνει δυναμική στο επίπεδο της εμπορίας, όμως, όπως επισημαίνεται, χωρίς σύγχρονες εγκαταστάσεις και χωρίς ουσιαστικά εργαλεία χρηματοδότησης, οι μικρομεσαίοι παραγωγοί κινδυνεύουν να μείνουν πίσω σε μια αλυσίδα που εξελίσσεται γρήγορα
Ενέργεια: το κόστος που δεν αφήνει περιθώρια
1. Θέρμανση: επιβάρυνση ανά πτηνό
Η εκτροφή πτηνών είναι μια δραστηριότητα με συνεχή και υψηλή ενεργειακή εξάρτηση. Η θέρμανση των θαλάμων τους χειμερινούς μήνες, ο εξαερισμός για τη μείωση των ρυπαντών στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων και η ψύξη το καλοκαίρι –που γίνεται ολοένα θερμότερο και με περισσότερες ημέρες καύσωνα– αποτελούν καθημερινή ανάγκη, όχι επιλογή. Το κόστος προπανίου και πέλλετ, που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση, έχει αυξηθεί δραματικά. Η επιβάρυνση υπολογίζεται σε 0,10 έως 0,12 ευρώ ανά πτηνό και ανά εκτροφή, ποσό που πολλαπλασιάζεται επί 5 έως 6,5 εκτροφές τον χρόνο. Σε μια μέση μονάδα, το ενεργειακό βάρος συσσωρεύεται γρήγορα και επηρεάζει άμεσα το τελικό κόστος παραγωγής. Όπως επισημάνθηκε χαρακτηριστικά, «διπλασιάστηκε ρεύμα, διπλασιάστηκε γκάζι» , με το προπάνιο να έχει εκτοξευθεί σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
2. Ηλεκτρική ενέργεια: κρίσιμος παράγοντας κόστους
Παράλληλα, η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Οι εξαεριστήρες, τα συστήματα άντλησης νερού και διανομής τροφής λειτουργούν αποκλειστικά με ρεύμα, ενώ η ανάγκη για περισσότερες ώρες λειτουργίας αυξάνεται διαρκώς. Για τον λόγο αυτό, ζητείται η επέκταση του σταθερού αγροτικού τιμολογίου ΓΑΙΑ σε όλη τη δεκαετή διάρκεια της σύμβασης –και όχι μόνο για τα δύο πρώτα χρόνια– καθώς και μείωση του κόστους κατά 0,07 ευρώ ανά kWh, ώστε να υπάρξει στοιχειώδης προβλεψιμότητα στο λειτουργικό κόστος.
Η εκτίμηση του κλάδου είναι ότι μια ετήσια ενίσχυση ύψους 0,07 ευρώ ανά πτηνό, βάσει τιμολογίων τοποθέτησης, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως στοχευμένη αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους. «Δεν ζητάμε να μας πληρώσουν το γκάζι· δώστε μας ένα εργαλείο να το αντικαταστήσουμε», αναφέρεται χαρακτηριστικά
3. Net billing: επένδυση με ελλείψεις
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αξιοποίηση του net billing στις αγροτικές εγκαταστάσεις. Ωστόσο, το ισχύον πρόγραμμα δεν καλύπτει την τοποθέτηση μπαταριών, γεγονός που περιορίζει την ουσιαστική αξιοποίηση της ιδιοπαραγόμενης ενέργειας. Η πρόταση που τίθεται είναι η επιδότηση των απαιτούμενων μπαταριών, καθώς και η επιδοτούμενη αντικατάσταση των υφιστάμενων συστημάτων θέρμανσης με ηλεκτρικά, τα οποία θα μπορούν να τροφοδοτούνται από την ίδια παραγωγή ρεύματος. Το μέτρο, πέρα από οικονομική ανάσα, συνδέεται και με τον εθνικό στόχο μείωσης εκπομπών και απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Κλιματικός νόμος: υποχρεώσεις με αυξημένο κόστος
Με την εφαρμογή του εθνικού κλιματικού νόμου 4936/2022, οι πτηνοτροφικές επιχειρήσεις –ως μονάδες που εμπίπτουν στο άρθρο 19– καλούνται έως 1/1/2026 να υποβάλουν εκθέσεις συμμόρφωσης με έτος βάσης το 2019, στο πλαίσιο του στόχου μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 30% έως το 2030. Η καθυστέρηση στην υποβολή των εκθέσεων επισύρει πρόστιμα για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε ετήσιο κόστος για μελέτες και ελέγχους. Όπως αναφέρθηκε από τον κ. Δεληκωνσταντή, «για μια μέση μονάδα το κόστος μπορεί να φτάσει περίπου τα 3.000 ευρώ ετησίως για την έκθεση και τον έλεγχο συμμόρφωσης». Επιπλέον, οι εκθέσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε συστάσεις για αλλαγές εξοπλισμού, με πρόσθετη επιβάρυνση.
Εκφράζεται προβληματισμός ως προς το κατά πόσο όλες οι μονάδες διαθέτουν τα απαιτούμενα στοιχεία για την ορθή υποβολή των εκθέσεων, αλλά και ως προς το εάν είναι ρεαλιστικός ο στόχος μείωσης εκπομπών σε έναν κλάδο όπου η κλιματική πίεση –με αυξημένες θερμοκρασίες και περισσότερες ημέρες καύσωνα– οδηγεί συχνά σε μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας. Η θέση που διατυπώνεται είναι ότι, αφού μελετηθούν οι εκθέσεις συμμόρφωσης, θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα προσαρμογής του εθνικού στόχου για την πτηνοτροφία, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητές της. Παράλληλα, εφόσον προκύψει ανάγκη για σημαντικές αλλαγές εξοπλισμού, ζητείται να υπάρξει η αντίστοιχη κρατική ενίσχυση, ώστε η περιβαλλοντική συμμόρφωση να μη μετατραπεί σε παράγοντα παύσης λειτουργίας για μονάδες που ήδη λειτουργούν οριακά.
Θεσμικές στρεβλώσεις και άνιση μεταχείριση
1. Συμβολαιακή γεωργία: διαφορετικά ποσοστά για το ίδιο μοντέλο
Στο πλαίσιο της συμβολαιακής γεωργίας, οι αγρότες που συμμετέχουν στο σύστημα απολαμβάνουν έκπτωση 50% στον καταβαλλόμενο φόρο. Ωστόσο, για τις πτηνοτροφικές εταιρείες που λειτουργούν επίσης με συμβολαιακές σχέσεις, το ποσοστό έκπτωσης περιορίζεται στο 30%. Η διαφοροποίηση αυτή, όπως επισημαίνεται, δημιουργεί ανισορροπία μέσα στο ίδιο το μοντέλο συνεργασίας. Από τη μία πλευρά ενισχύεται ο παραγωγός, από την άλλη όμως η εταιρεία που στηρίζει τη συμβολαιακή αλυσίδα δεν απολαμβάνει αντίστοιχη φορολογική μεταχείριση. Η θέση που διατυπώνεται είναι η τροποποίηση του σχετικού νόμου και η εξίσωση του ποσοστού έκπτωσης στο 50%, ώστε το πλαίσιο να λειτουργεί με ενιαία λογική και να ενισχύεται συνολικά το σύστημα της συμβολαιακής πτηνοτροφίας.
2. Δημοτικά τέλη: πανσπερμία χρεώσεων και αθέμιτος ανταγωνισμός
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται αφορά τις χρεώσεις δημοτικών τελών για τις πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Σήμερα παρατηρούνται μεγάλες διαφοροποιήσεις από δήμο σε δήμο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σημαντικές διαφορές κόστους μεταξύ πτηνοτροφικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές περιοχές. Οι χρεώσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως μη ανταποδοτικές, καθώς δεν συνδέονται με συγκεκριμένες παροχές προς τις εγκαταστάσεις. Όπως επισημαίνεται, η απουσία ενιαίου πλαισίου οδηγεί σε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, με επιχειρήσεις να επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με άλλες. Η πρόταση που τίθεται, όπως μας αναφέρει ο κ. Δεληκωνσταντής, είναι η νομοθετική ρύθμιση μέσω ΚΥΑ, ώστε να θεσπιστεί ανώτατο όριο: είτε μέγιστη ετήσια χρέωση 0,2 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σταβλικής εγκατάστασης είτε πλαφόν ίσο με το 15% της τιμής χρέωσης κάθε δήμου για εκτός σχεδίου αποθήκες, με στόχο την οριζόντια και δίκαιη εφαρμογή. Ο Πρόεδρος της Ε.Π.ΚΕ.Ν.Ε. τοποθετήθηκε χαρακτηριστικά ότι, «μας βάζουν χρεώσεις που δεν έχουν καμία ανταπόδοση», γεγονός που προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο οικονομικό περιβάλλον.
Το μήνυμα
Η ελληνική πτηνοτροφία δηλώνει ότι δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά θεσμική ισορροπία και εργαλεία για να παραμείνει βιώσιμη. Η ζήτηση υπάρχει. Η τεχνογνωσία υπάρχει. Η παραγωγική βάση υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν το θεσμικό πλαίσιο θα επιτρέψει στον κλάδο να συνεχίσει να τροφοδοτεί την ελληνική οικογένεια με ένα από τα βασικότερα και οικονομικότερα ζωικά προϊόντα.