Σε μια περίοδο όπου το κόστος των ζωοτροφών πιέζει την πτηνοτροφική παραγωγή, η αξιοποίηση εγχώριων καλλιεργειών και των υποπροϊόντων τους βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού. Ο ηλίανθος και η ελαιοκράμβη, καλλιέργειες που συνδέονται κυρίως με την παραγωγή βιοντίζελ, δίνουν παράλληλα άλευρα με αξιόλογη θρεπτική σύνθεση, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν στη διατροφή των πουλερικών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το ενδιαφέρον για τα άλευρα αυτά δεν περιορίζεται στη διατροφική τους επάρκεια, αλλά σχετίζεται και με τη συνολική οικονομική βιωσιμότητα της εκτροφής.
Άλευρο ηλιάνθου: σύνθεση και ιδιαιτερότητες
Η θρεπτική αξία του ηλιάλευρου δεν είναι σταθερή, καθώς εξαρτάται από την ποικιλία του σπόρου, τη μέθοδο εκχύλισης του λαδιού και τον βαθμό αποφλοίωσης. Η περιεκτικότητά του σε ολική πρωτεΐνη μπορεί να κυμανθεί από χαμηλά έως ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ αντίστροφη είναι η σχέση πρωτεΐνης και ινωδών ουσιών. Όσο μειώνονται οι φλοιοί, τόσο αυξάνεται η πρωτεΐνη και μειώνονται οι ίνες, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη μεταβολίσιμη ενέργεια και τη διαθεσιμότητα των θρεπτικών συστατικών.
Το ηλιάλευρο χαρακτηρίζεται από σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο και φωσφόρο, ενώ αποτελεί σημαντική πηγή βιταμίνης Ε και βιταμινών του συμπλέγματος Β. Δεν περιέχει έντονα αντιδιαιτητικά στοιχεία, αν και έχουν ανιχνευθεί ορισμένες φαινολικές ενώσεις που μπορεί να επηρεάσουν τη δραστικότητα πεπτικών ενζύμων. Η αυξημένη περιεκτικότητα σε ινώδεις ουσίες, ιδιαίτερα στους τύπους με φλοιούς, μπορεί να περιορίσει την ενεργειακή πυκνότητα του σιτηρεσίου, στοιχείο κρίσιμο κυρίως για νεοσσούς και κρεοπαραγωγές εκτροφές.
Πρωτεΐνη και αμινοξέα στο ηλιάλευρο
Από πλευράς αμινοξέων, το ηλιάλευρο παρουσιάζει χαμηλότερη περιεκτικότητα σε λυσίνη σε σύγκριση με το σογιάλευρο, ενώ είναι πλουσιότερο σε μεθειονίνη. Η λυσίνη αποτελεί το πρώτο οριακό αμινοξύ, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη σωστή εξισορρόπηση των σιτηρεσίων, ιδιαίτερα στις κρεοπαραγωγές όρνιθες. Παρά τη χαμηλότερη λυσίνη, η πεπτικότητα των αμινοξέων του ηλιάλευρου κατατάσσεται σε υψηλά επίπεδα, αμέσως μετά το σογιάλευρο.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η τεχνολογία επεξεργασίας, καθώς υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να μειώσουν τη διαθεσιμότητα αμινοξέων, κυρίως της λυσίνης. Στη διατροφική πράξη, η επιτυχής ενσωμάτωση του ηλιάλευρου βασίζεται στον σωστό σχεδιασμό του σιτηρεσίου και στη διατήρηση της ενεργειακής του πυκνότητας.
Άλευρο ελαιοκράμβης: δυναμική με περιορισμούς
Η ελαιοκράμβη συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα ελαιούχα φυτά παγκοσμίως, με το άλευρο που προκύπτει μετά την εκχύλιση του λαδιού να παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη. Το άλευρο ελαιοκράμβης μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο στη διατροφή μηρυκαστικών όσο και μη μηρυκαστικών ζώων, ωστόσο η χρήση του στα πουλερικά απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Ο βασικός περιοριστικός παράγοντας είναι η παρουσία γλυκοσινοειδών, καθώς και η σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε ινώδεις ουσίες. Η επιλογή κατάλληλων ποικιλιών και η σωστή επεξεργασία μειώνουν σημαντικά τα προβλήματα, επιτρέποντας την ασφαλή ενσωμάτωσή του στα σιτηρέσια. Παράλληλα, το άλευρο ελαιοκράμβης αποτελεί αξιόλογη πηγή φωσφόρου, με μεγάλο ποσοστό του να βρίσκεται σε ανόργανη μορφή.
Αμινοξέα και ενέργεια στο άλευρο ελαιοκράμβης
Η ισορροπία των αμινοξέων του αλεύρου ελαιοκράμβης προσεγγίζει εκείνη του σογιάλευρου, με υψηλότερη περιεκτικότητα σε μεθειονίνη και χαμηλότερη σε λυσίνη. Ο συνδυασμός των δύο αυτών πηγών πρωτεΐνης μπορεί να καλύψει αποτελεσματικά τις ανάγκες των πτηνών, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η ενεργειακή ισορροπία του σιτηρεσίου.
Η μεταβολίσιμη ενέργεια του αλεύρου ελαιοκράμβης παρουσιάζει διακυμάνσεις, κυρίως λόγω διαφορών στις ποικιλίες και στην περιεκτικότητα σε λίπος και ίνες. Παρά ταύτα, έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να ενσωματωθεί σε σημαντικά ποσοστά στα σιτηρέσια κρεοπαραγωγών ορνίθων χωρίς επιπτώσεις στη θνησιμότητα και στη μετατρεψιμότητα της τροφής, όταν τηρούνται οι βασικές διατροφικές ισορροπίες.
Από το χωράφι στο σιτηρέσιο
Η αξιοποίηση των αλεύρων ηλιάνθου και ελαιοκράμβης στη διατροφή των πουλερικών εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσέγγιση ορθολογικής χρήσης των ενεργειακών καλλιεργειών και των υποπροϊόντων τους. Τα άλευρα αυτά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως προς τη σύσταση, την επεξεργασία και την ισορροπία των σιτηρεσίων, μπορούν να αποτελέσουν λειτουργικές πρώτες ύλες στη διατροφή των πτηνών, καλύπτοντας σημαντικό μέρος των πρωτεϊνικών αναγκών.
Η σημασία τους δεν περιορίζεται μόνο στη θρεπτική τους αξία, αλλά και στη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης των ενεργειακών φυτών στο σύνολο της παραγωγικής αλυσίδας. Η ενσωμάτωσή τους στη διατροφική πράξη απαιτεί γνώση των ιδιοτήτων και των περιορισμών τους, ώστε να διασφαλίζεται η απόδοση των πουλερικών χωρίς αποκλίσεις από τις βασικές διατροφικές ισορροπίες. Σε αυτό το πλαίσιο, τα άλευρα ηλιάνθου και ελαιοκράμβης αποτελούν μια τεκμηριωμένη επιλογή που μπορεί να εξεταστεί σοβαρά, όταν η χρήση τους βασίζεται σε σαφή και αξιόπιστα δεδομένα.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 1/2011, «Άλευρα σπόρων ηλιάνθου και ελαιοκράμβης στη διατροφή των πουλερικών», σελ. 63–67