Το κόστος ενέργειας που έχει... εκτραχυνθεί δημιουργεί πολύ μεγάλα προβλήματα στους παραγωγούς και στις επιχειρήσεις.
Όπως δηλώνει στον ΑγροΤύπο ο κ. Σταύρος Ταμπάογλου, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Bellamia Farms: «διαθέτουμε θερμοκήπιο υδροπονικής καλλιέργειας με 160 στρέμματα ντομάτες, 10 στρέμματα φράουλας και 10 στρέμματα πράσινα. Σε κανονικές συνθήκες παράγουμε 7.000 τόνους ντομάτας ετησίως. Οι εγκαταστάσεις είναι στη Λαμία που αποτελεί περιοχή στρατηγικής σημασίας για την εταιρεία, καθώς της δίνει τη δυνατότητα να προσεγγίσει όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ εξυπηρετεί και το δίκτυο των εξαγωγών. Με την υδροπονία έχουμε καλύτερες αποδόσεις, αλλά παράλληλα υπάρχουν αυξημένα πάγια έξοδα σε σχέση με τα συμβατικά θερμοκήπια. Για αυτό θα πρέπει να παράγουμε όλο το έτος. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει τώρα γιατί το κόστος ενέργειας είναι πολύ υψηλό. Εμείς χρησιμοποιούμε φυσικό αέριο που έχει αυξηθεί η τιμή του με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να παράγουμε τους χειμερινούς μήνες. Κάνουμε μια μελέτη για να βάλουμε net metering με πάνελ φωτοβολταϊκών πλησίον της μονάδας, γιατί πάνελ πάνω στην οροφή έχουν αυξημένο κόστος. Επίσης, μελετάμε την γεωθερμία σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Πατρών. Πάντως, υδροπονία χωρίς να έχεις παραγωγή όλο το έτος δεν γίνεται».
Από την πλευρά του, ο κ. Ασημάκης Ντεμερούκας, παραγωγός από τους Γαργαλιάνους, επισημαίνει στον ΑγροΤύπο τα εξής: «θέλησα να κάνω υδροπονικό θερμοκήπιο με χρηματοδότηση από τα Σχέδια Βελτίωσης. Από τη δημόσια διαβούλευση είδα ότι στα νέα Σχέδια Βελτίωσης η κατασκευή υδροπονίας είναι απαγορευτική. Από 300.000 ευρώ που ήταν στην πρηγούμενη πρόσκληση το ποσό μειώθηκε στα 150.000 ευρώ. Τα υλικά κατασκευής έχουν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα. Με αυτό το κονδύλι αρκεί να κατασκευαστεί θερμοκηπιακή εγκατάσταση περίπου 2 στρεμμάτων, η οποία όμως δεν είναι οικονομικά βιώσιμη. Αν γίνει σωστά υδροπονική καλλιέργεια σε σύγχρονη μονάδα μπορείς να έχεις ετήσια παραγωγή. Στην συμβατική δεν συμβαίνει αυτό και υπάρχουν προβλήματα φυτοπροστασίας. Επίσης, με την υδροπονία μπορείς να έχεις μια σταθερή ποιότητα προϊόντος. Βέβαια, το κόστος κατασκευής είναι πολύ υψηλό. Σε έρευνα που έκανα είδα ότι για 10 στρέμματα υδροπονικής καλλιέργειας χρειάζεσαι περίπου 500.000 ευρώ. Με το ίδιο ποσό μπορείς να κατασκευάσεις 16 στρέμματα συμβατικής καλλιέργειας. Στη ντομάτα με τα συμβατικά θερμοκήπια μπορείς να κάνεις δύο καλλιέργειες ετησίως και έχεις αποδόσεις 20 - 30 τόνους το στρέμμα. Με την υδροπονία μπορείς να κάνεις όλο το έτος καλλιέργειες και να έχεις αποδόσεις 45 - 50 τόνους το στρέμμα. Βέβαια υπάρχει πολύ αυξημένο κόστος ενέργειας και κατασκευής. Επίσης θα πρέπει να έχεις γεννήτρια γιατί πρέπει να υπάρχει συνεχώς ηλεκτρικό ρεύμα στο θερμοκήπιο».
Ο κ. Ηλίας Κωστάκος έχει κατασκευάσει από το 2001 πέντε στρέμματα θερμοκήπιο και καλλιεργεί με την υδροπονική μέθοδο κηπευτικά στη Σκάλα Λακωνίας. Όπως αναφέρει: «η κατασκευή και εγκατάσταση θερμοκηπίων για υδροπονία είναι κοστοβόρα. Προσωπικά έκανε την συγκεκριμένη επένδυση το 2001 και τότε μου στοίχισαν τα πέντε στρέμματα 75.000 ευρώ με τον ΦΠΑ μέσα. Οι εγκαταστάσεις μου είναι υπερσύγχρονες και το καλοκαίρι έχω και σύστημα δροσισμού. Η υδροπονική μέθοδος έχει κυρίως θετικά. Καταρχήν, δεν υπάρχουν προβλήματα από το κρύο γιατί υπάρχει σύστημα θέρμανσης. Υπάρχει σταθερή ποιότητα και η παραγωγή βγαίνει πιο γρήγορα. Οι αποδόσεις είναι υψηλότερες από τις υπόλοιπες καλλιέργειες. Στα θετικά είναι πως δεν χρειάζεται ο παραγωγός να κάνει απολύμανση στα εδάφη, άρα μιλάμε για φιλική μέθοδο στο περιβάλλον. Ακόμα, οι εχθροί είναι λιγότεροι. Τόσο ο αλευρώδης όσο και η Tuta μπορεί να υπάρχουν μεν, αλλά όχι σε μεγάλη έκταση. Στα μείον είναι φυσικά τα κόστη κατασκευής και εγκατάστασης. Πλέον μόνο οι μεγάλες εταιρείες επενδύουν, αλλά και μικρότεροι παραγωγοί, που μπαίνουν συνδυαστικά σε πρόγραμμα νέων και σχέδια βελτίωσης. Από μόνος του, θεωρώ, πως δεν πάει να επενδύσει σε τέτοιες μονάδες κάποιος αγρότης λόγω κόστους. Επίσης, στα μείον συγκαταλέγεται το υψηλό κόστος παραγωγής. Αλλά αυτό πλέον ισχύει για όλους. Η λίπανση που χρειαζόμαστε έχει πάει πάνω έως και 70-80%. Το νιτρικό κάλι για παράδειγμα το παίρναμε το 25κιλο 30 ευρώ και σήμερα 50 και 55 ευρώ. Το πυρηνόξυλο που το χρησιμοποιούμε για θέρμανση έχει εκτοξευτεί. Συγκεκριμένα, από 70 ευρώ ο τόνος πέρσι, πήγε στα 150 ευρώ φέτος. Στη βόρεια Ελλάδα είναι ακόμα παραπάνω. Αυτό, παρά την αύξηση παραγωγής στην ελιά. Όπως μας λένε το πυρηνόξυλο για να παραχθεί χρειάζεται μεγάλα κόστη λόγω ενέργειας, γι΄αυτό έχει πάει πολύ πάνω η τιμή».
Ο κ. Θανάσης Φίλανδρος, παραγωγός ντομάτας υδροπονίας από την περιοχή της Σκύδρας Πέλλας είναι νέος σε ηλικία και συνεχίζει τη δουλειά του πατέρα του, που κατασκεύασε πριν μια 20ετία περίπου, όπως μας είπε, θερμοκήπια υδροπονίας στην συγκεκριμένη περιοχή. Σύμφωνα με τον κ. Φίλανδρο, τότε τα συγκεκριμένα θερμοκήπια κόστισαν τα 15 στρέμματα γύρω στα 3 εκατ. δραχμές, αλλά τώρα γίνονται πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις και τα κόστη είναι πολύ υψηλότερα. «Στη ντομάτα έχουμε μια παραγωγή σχεδόν 10 μήνες και αυτό συγκαταλέγεται στα πλεονεκτήματα της υδροπονίας, δηλαδή το μάκρος της σεζόν. Επίσης μπορείς να καλλιεργείς συνεχόμενα, ενώ στα συμβατικά, πρέπει να αλλάζεις καλλιέργεια. Σίγουρα τα κόστη της ενέργειας είναι ψηλά για όλο τον κόσμο και πέρσι ίσχυσε το ίδιο με τα λιπάσματα. Υπολογίζω πως στη ντομάτα που βγάζουμε εμείς, το κόστος παραγωγής σήμερα αγγίζει τα 65 με 70 λεπτά το κιλό. Αν έχεις υπερσύγχρονα συστήματα με υψηλότερες αποδόσεις, μπορεί να ρίξεις περαιτέρω το κόστος. Ένα από τα πλεονεκτήματα της υδροπονίας επίσης είναι η σταθερή και ελεγχόμενη ποιότητα. Προσωπικά πιάνουμε μια παραγωγή της τάξης των 30 τόνων το στρέμμα, αλλά υπό άλλες συνθήκες σε καινούργιες εγκαταστάσεις, αυτές μπορεί να ανέλθουν και στους 50 τόνους. Στην περιοχή μας δεν υπάρχουν θερμοκήπια άλλα υδροπονίας. Το προϊόν μας το διαθέτουμε στην αγορά της Θεσσαλονίκης και στα σούπερ μάρκετ Κρητικός», σημειώνει.
Ο κ. Φώντας Δουλούμης, ταμίας στον Συνεταιρισμό Ανατολή τόνισε στον ΑγροΤύπο τα εξής: «στην περιοχή της Ιεράπετρας είχε γίνει ένα επενδυτικό... μπουμ στην υδροπονία πριν από 15 με 20 χρόνια περίπου. Μπήκε κόσμος τότε στην υδροπονική παραγωγή διαφόρων κηπευτικών, αλλά σταδιακά επειδή τα κόστη ήταν πολύ ψηλά, άρχισε να εγκαταλείπεται. Την τελευταία πενταετία ωστόσο έχει αρχίσει και υπάρχει και πάλι ενδιαφέρον από τους παραγωγούς, αλλά σε μικρή έκταση. Οι απαιτήσεις στην υδροπονία είναι μεγάλες και απαιτούνται πόροι. Υπλογίζεται ότι σήμερα ένα θερμοκήπιο ξύλινο για υδροπονία όσον αφορά στην εγκατάστασή του στοιχίζει γύρω στα 15.000 με 20.000 ευρώ το στρέμμα, ώστε να είναι απολύτως λειτουργικό. Οι μεταλλικές κατασκευές χρειάζονται πάνω από 40.000 ευρώ για να λειτουργήσουν. Οι αποδόσεις είναι πολύ μεγάλες, αλλά το ίδιο και τα έξοδα. Σε χώρες όπως η Ολλανδία, που είναι πρωτοπόρες στην υδροπονία, ο κύκλος εργασιών σε ένα στρέμμα ντομάτας, αγγουριού κ.λπ., δυο και τρία χρόνια πριν υπολογίζονταν σε 36.000 ευρώ περίπου, το δε κέρδος που περίμεναν τότε οι παραγωγοί ήταν γύρω στο τριχίλιαρο. Τώρα με την ενεργειακή κρίση τα πράγματα πήγαν προς το χειρότερο στη βόρειο Ευρώπη λόγω της αύξησης των τιμών στο φυσικό αέριο, που απαιτείται για τη θέρμανση. Όσον αφορά βέβαια τη βόρεια Ευρώπη αρκετές μονάδες υδροπονίας έκλεισαν τελευταία λόγω του κόστους. Στην υδροπονία για να έχεις υψηλές αποδόσεις, θα πρέπει να έχεις παραγωγή και τη νύχτα. Χρειάζονται πολλά υλικά και τα πράγματα είναι δύσκολα με το κόστος. Για να πετύχει μια υδροπονική μονάδα, θα πρέπει ο παραγωγός να έχει εξασφαλίσει την διάθεση του προϊόντος. Εδώ στην Κρήτη η παραγωγή είναι συγκεκριμένους μήνες, άρα αυτό δεν είναι εύκολο».
Aπό την Διεύθυνση Συστημάτων Καλλιέργειας και Προϊόντων Φυτικής Παραγωγής (τμήμα κηπευτικών) του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι υπάρχει μια... τάση των παραγωγών για στροφή στις υδροπονικές καλλιέργειες, κάτι που ο ίδιος αποδίδει στις πολύ υψηλότερες αποδόσεις, που επιτυγχάνουν οι αγρότες με τον συγκεκριμένο τρόπο καλλιέργειας. Όπως χαρακτηριστικά μας υπογράμμισαν, στη ντομάτα για παράδειγμα οι αποδόσεις στην υδροπονία, αγγίζουν και τους 50 τόνους το στρέμμα, άσχετα αν και τα κόστη είναι υψηλά. Σύμφωνα με το ΥπΑΑΤ, θερμοκηπιακές μονάδες υδροπονίας κατασκευάζονται κυρίως στην Πελοπόννησο, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ τελευταία υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον και πιο βόρεια.