Η περίοδος της άνοιξης αποτελεί κομβικό στάδιο για τη φυτοπροστασία στα μηλοειδή, καθώς τότε δημιουργούνται οι συνθήκες που καθορίζουν την εξέλιξη της καλλιέργειας και τον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών και εχθρών.
Για τις ασθένειες που απασχολούν αυτή την περίοδο τους μηλεώνες, αλλά και για τη σωστή χρονική στιγμή των επεμβάσεων, μίλησε στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος κ. Γιάννης Μούσιας από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ορεινά Κισσάβου. Όπως επισημαίνει, η φυτοπροστασία στη μηλιά δεν είναι μια στατική διαδικασία με συγκεκριμένο αριθμό ψεκασμών, αλλά ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης των φαινολογικών σταδίων του δέντρου, των καιρικών συνθηκών και του ιστορικού κάθε αγροτεμαχίου.
Τα φαινολογικά στάδια και η συχνότητα των επεμβάσεων
Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, οι περισσότερες μυκητολογικές ασθένειες ξεκινούν να αποτελούν απειλή από τα πρώτα φαινολογικά στάδια της βλάστησης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «οι περισσότεροι μύκητες ξεκινάνε από το στάδιο του φουσκώματος των ματιών, όπου υπάρχει η λεγόμενη πράσινη κορυφή, και καταλήγουμε μέχρι τη φάση της ανθοφορίας».
Τα βασικά στάδια στα οποία πραγματοποιούνται επεμβάσεις είναι το φούσκωμα των ματιών, η πράσινη κορυφή, η λευκή ή ρόδινη κορυφή (στάδιο μπουμπουκιού), η έναρξη της άνθισης, η πλήρης άνθιση, η πτώση των πετάλων και η αρχική ανάπτυξη του καρπού.
Ο γεωπόνος σημειώνει ότι, η ανθοφορία αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα στάδια για πολλές ασθένειες, ενώ μετά από αυτό το στάδιο ο κίνδυνος μειώνεται, χωρίς όμως να εκλείπει εφόσον συνεχίζουν να επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας. Στην πράξη, όπως επισημαίνει, η αντιμετώπιση των ασθενειών δεν μπορεί να περιοριστεί σε δύο ή τρεις ψεκασμούς. «Κάθε ασθένεια χρειάζεται παραπάνω από δύο και τρεις εφαρμογές», τονίζει, εξηγώντας ότι την άνοιξη οι συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας είναι ιδανικές για την ανάπτυξη των μυκήτων.
Στα πρώτα στάδια εφαρμόζονται χαλκούχα σκευάσματα για την αντιμετώπιση των διαχειμαζουσών μορφών παθογόνων, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιούνται μυκητοκτόνα σκευάσματα, τα οποία πολλές φορές συνδυάζονται ώστε να αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα ασθένειες όπως το φουζικλάδιο και το ωίδιο. Για τον λόγο αυτό εφαρμόζεται εναλλαγή σκευασμάτων και συνδυασμός μυκητοκτόνων, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη αποτελεσματικότητα, ταυτόχρονη αντιμετώπιση διαφορετικών ασθενειών και περιορισμός της ανάπτυξης ανθεκτικότητας των παθογόνων.
Φουζικλάδιο: Η σημαντικότερη ασθένεια της μηλιάς
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Μούσιας στο φουζικλάδιο (Venturia inaequalis), το οποίο χαρακτηρίζει ως «το νούμερο ένα πρόβλημα για την περιοχή». Όπως εξηγεί, η σημασία του οφείλεται κυρίως στις υψηλές υγρασίες που επικρατούν σε πολλές μηλοπαραγωγικές περιοχές. «Αν προκύψουν και βροχές μέσα στον μήνα, τότε η ετοιμότητά μας πρέπει να είναι μεγάλη», αναφέρει, εξηγώντας ότι η προσβολή στα πρώτα στάδια μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές.
Οι πρώιμες μολύνσεις μπορούν να επηρεάσουν τόσο τη φυλλική επιφάνεια των δέντρων όσο και τον ίδιο τον καρπό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως σημειώνει, «δεν διορθώνεται εύκολα το πράγμα». Αντίθετα, οι μεταγενέστερες μολύνσεις, που εμφανίζονται μετά την πτώση των πετάλων και κατά την ανάπτυξη του καρπού, είναι συνήθως πιο εύκολες στη διαχείριση και προκαλούν μικρότερη ζημιά.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, το φουζικλάδιο δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για τη συγκεκριμένη καλλιεργητική περίοδο, καθώς οι μολύνσεις μπορεί να παραμείνουν και να δημιουργήσουν πίεση και για την επόμενη χρονιά, δημιουργώντας ουσιαστικά μια «αλυσίδα» προβλημάτων εάν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα.
Ωίδιο και ευαισθησία των ποικιλιών
Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα που επισημαίνεται από τον γεωπόνο κ. Μούσια είναι το ωίδιο (Podosphaera leucotricha). Όπως αναφέρει, η ασθένεια αποτελούσε ανέκαθεν πρόβλημα για τη μηλιά, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία, κυρίως λόγω της καλλιέργειας ανοιχτόχρωμων ποικιλιών μήλου στην περιοχή. Όπως εξηγεί, ποικιλίες όπως τα Fuji και τα Gala παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε σχέση με τα πιο κόκκινα μήλα, γεγονός που αυξάνει την ανάγκη για προσεκτική παρακολούθηση και σωστό πρόγραμμα φυτοπροστασίας.
Βακτηριακό κάψιμο και επεμβάσεις στην ανθοφορία
Το βακτηριακό κάψιμο αποτελεί επίσης σοβαρή απειλή για τα μηλοειδή και η αντιμετώπισή του γίνεται κυρίως την περίοδο της ανθοφορίας. Το παθογόνο βακτήριο (Erwinia amylovora) προσβάλλει τα άνθη και μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα στις ευνοϊκές συνθήκες της άνοιξης. Όπως αναφέρει ο κ. Μούσιας, «οι επεμβάσεις γίνονται πάνω στην εποχή της ανθοφορίας με χαλκούχα σκευάσματα που επιτρέπονται να χρησιμοποιηθούν εκείνη την εποχή, όπως είναι ο ιοντικός χαλκός».
Οι εφαρμογές πραγματοποιούνται επαναλαμβανόμενα κατά την ανθοφορία, καθώς η άνθιση των λουλουδιών δεν γίνεται ταυτόχρονα. Παράλληλα, συχνά χρησιμοποιείται και βιολογικό σκεύασμα με Bacillus, το οποίο ανταγωνίζεται το παθογόνο βακτήριο καταλαμβάνοντας τον ίδιο χώρο. Όπως εξηγεί, «το άλλο βακτήριο ουσιαστικά καταλαμβάνει τον χώρο και δεν επιτρέπει να αναπτυχθεί το κακό βακτήριο»
Εχθροί της περιόδου: έντομα και ακάρεα
Εκτός από τις ασθένειες, την ίδια περίοδο εμφανίζονται και σημαντικοί εντομολογικοί εχθροί. Ο κ. Μούσιας αναφέρει ότι πριν από την ανθοφορία πρέπει να αντιμετωπίζονται προληπτικά οι εχθροί που μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα, καθώς «πάνω στην περίοδο της ανθοφορίας οι εφαρμογές είναι περιορισμένες, γιατί τα περισσότερα εντομοκτόνα είναι μελισσοτοξικά».
Για τον λόγο αυτό, οι επεμβάσεις πραγματοποιούνται στα προανθικά στάδια, από το φούσκωμα των ματιών μέχρι και λίγο πριν την άνθιση. Οι κυριότεροι εχθροί που εμφανίζονται αυτή την περίοδο είναι ο ανθονόμος, η μελίγκρα, ο τετράνυχος, καθώς και τα αυγά εντόμων και ακάρεων που διαχειμάζουν στο δέντρο. Η καταπολέμησή τους γίνεται κυρίως με θερινούς πολτούς σε συνδυασμό με εντομοκτόνα, ώστε να αντιμετωπίζονται τόσο τα έντομα όσο και τα αυγά που έχουν παραμείνει από την προηγούμενη χρονιά.
Η φυτοπροστασία δεν είναι ίδια για όλα τα αγροτεμάχια
Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος κ. Μούσιας, υπάρχουν περιοχές με μεγαλύτερη υγρασία όπου οι παραγωγοί πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί και να εφαρμόζουν συχνότερα επεμβάσεις. «Υπάρχουν πιο επικίνδυνες περιοχές από άποψη υγρασίας και θερμοκρασίας», σημειώνει, τονίζοντας ότι το ιστορικό κάθε αγροτεμαχίου παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο αντιμετώπισης των ασθενειών. Ακόμη και μέσα στην ίδια καλλιέργεια μπορεί να υπάρχουν ποικιλίες με διαφορετική ευαισθησία, γεγονός που επηρεάζει τη συχνότητα των εφαρμογών. Ωστόσο, στην πράξη οι παραγωγοί συχνά ψεκάζουν ολόκληρο το κτήμα ταυτόχρονα, για πρακτικούς λόγους.
Παράλληλα, ο κ. Μούσιας επισημαίνει ότι η επιτυχία της φυτοπροστασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τη συνεργασία μεταξύ γεωπόνου και παραγωγού. «Υπάρχουν αγρότες που συνεργάζονται καλύτερα και άλλοι που εφαρμόζουν τη δική τους τακτική», σημειώνει. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο ο παραγωγός να αυξάνει τη δόση ή τη συχνότητα των ψεκασμών από φόβο για πιθανή ζημιά, πιστεύοντας ότι έτσι θα έχει καλύτερο αποτέλεσμα. Ωστόσο, όπως τονίζει, αυτή η πρακτική μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα τόσο στο περιβάλλον όσο και στο ίδιο το φυτό. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και περιπτώσεις παραγωγών που περιορίζουν τις εφαρμογές για οικονομικούς λόγους, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ζημιές στην καλλιέργεια.