Η αχλαδιά βρίσκεται αυτή την περίοδο σε μια από τις πιο απαιτητικές φάσεις του ετήσιου κύκλου της. Από το κλάδεμα και τη λίπανση έως τη φυτοπροστασία και τη διαχείριση της παραγωγής, οι αποφάσεις που λαμβάνονται τώρα καθορίζουν τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα του τελικού προϊόντος. Με αφετηρία την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, μιλήσαμε με τον γεωπόνο κ. Βασίλη Τζουχάλα από τον ΑΣΕΠΟΠ Τυρνάβου, ο οποίος περιγράφει τις εργασίες που γίνονται στα αχλάδια αυτή την εποχή, τις ιδιαιτερότητες της καλλιέργειας και τα δεδομένα της αγοράς.
Κλάδεμα: Διαμόρφωση και καρποφορία
Η περίοδος αυτή είναι κατεξοχήν περίοδος κλαδέματος. Όπως εξηγεί ο Βασίλης Τζουχάλας, «το κλάδεμα διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία των δέντρων». Στα νεαρά δέντρα, τα πρώτα δύο έως τρία χρόνια, το κλάδεμα είναι κλάδεμα διαμόρφωσης. Στόχος είναι ο σχηματισμός της παλμέτας, ώστε το δέντρο να αποκτήσει κανονική δομή με τέσσερα πατώματα. Από τη στιγμή που ολοκληρωθεί η διαμόρφωση, το κλάδεμα περνά στη φάση της καρποφορίας. Η αχλαδιά καρπίζει σε δευτερεύοντες βλαστούς. Κατά το κλάδεμα διατηρείται ο καρπός που υπάρχει, ενώ αφήνονται και νεαροί βλαστοί που θα αποτελέσουν τους καρποφόρους της επόμενης χρονιάς. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην αφαίρεση των λαίμαργων και στη δημιουργία συνθηκών καλής ηλιοφάνειας και αερισμού, στοιχεία που συμβάλλουν τόσο στη σωστή καρποφορία όσο και στη φυτοπροστασία.
Η μορφή του κλαδέματος επηρεάζεται άμεσα από τη φύτευση και το υποκείμενο. Στις πυκνές φυτεύσεις, «με αποστάσεις περίπου 4 μέτρα μεταξύ των γραμμών και 1,8–2 μέτρα επί της γραμμής, εφαρμόζεται διαφορετικό κλάδεμα σε σχέση με την κανονική παλμέτα, όπου οι αποστάσεις φτάνουν τα 4 × 6,5 μέτρα». Στις κανονικές παλμέτες χρησιμοποιούνται συνήθως υποκείμενα όπως το ΒΑ29, τα οποία παρουσιάζουν μεγαλύτερη ζωηρότητα. Ιδανικά, το κλάδεμα δεν πρέπει να γίνεται με υγρό καιρό, καθώς οι πληγές μπορεί να αποτελέσουν πύλες εισόδου μολύνσεων. Ωστόσο, στην πράξη, «η έλλειψη εργατικών χεριών και τα χρονικά περιθώρια συχνά αναγκάζουν τους παραγωγούς», όπως μας αναφέρει ο γεωπόνος, να κλαδεύουν και σε λιγότερο ιδανικές συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση, μετά το κλάδεμα εφαρμόζονται χαλκούχα σκευάσματα για την προστασία των πληγών.
Όσον αφορά τα υπολείμματα του κλαδέματος, στις περισσότερες περιπτώσεις θρυμματίζονται και παραμένουν στο χωράφι, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της οργανικής ουσίας. Εξαίρεση αποτελούν τα χωράφια όπου υπάρχει πρόβλημα από βακτήριο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, «τα προσβεβλημένα κλαδιά απομακρύνονται και καταστρέφονται εκτός χωραφιού», ώστε να μη διατηρείται το μόλυσμα και να προστατεύονται τα υπόλοιπα δέντρα.
Λίπανση: Προσοχή στο άζωτο
Η βασική λίπανση στην αχλαδιά πραγματοποιείται «κυρίως έως τις 20–25 Φεβρουαρίου». Όπως αναφέρει ο γεωπόνος του ΑΣΕΠΟΠ Τυρνάβου, «οι περισσότεροι παραγωγοί που ήταν να προχωρήσουν στη βασική λίπανση, την έχουν ήδη πραγματοποιήσει μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα». Στη βασική λίπανση εφαρμόζονται κυρίως τα βασικά μακροστοιχεία, με μηδενική έως ελάχιστη συμμετοχή αζώτου. Όπως εξηγεί, το άζωτο αποφεύγεται συνειδητά αυτή την περίοδο, καθώς η αχλαδιά δεν το χρειάζεται και η έντονη βλάστηση που μπορεί να προκαλέσει αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο προσβολής από την Ερβίνια, το βακτήριο που προκαλεί το βακτηριακό κάψιμο και αποτελεί έναν από τους σοβαρότερους εχθρούς της καλλιέργειας.
Κατά τον Μάρτιο ακολουθεί η επιφανειακή λίπανση με αζωτούχα λιπάσματα, «πάντα με φειδώ και ανάλογα με την εικόνα του κτήματος», δηλαδή τη ζωηρότητα και τη γενική κατάσταση των δέντρων. Η επιλογή της μορφής του αζώτου γίνεται με βάση τα εδαφικά χαρακτηριστικά. Στην περιοχή του Τυρνάβου, όπου τα εδάφη είναι κυρίως αλκαλικά, χρησιμοποιούνται συχνότερα θειικές ή ουροθειικές μορφές.
Μετά την πτώση των πετάλων εφαρμόζονται επιπλέον λιπάνσεις, κυρίως μέσω υδρολίπανσης. «Σε αυτή τη φάση πραγματοποιούνται συνήθως μία έως δύο εφαρμογές, με στόχο τη διόγκωση του καρπού. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται ιχνοστοιχεία, νιτρικά καλίου και νιτρικά ασβεστίου, τα οποία συμβάλλουν στην ποιότητα του τελικού προϊόντος». Οι λιπάνσεις διακόπτονται όπως μας τονίζει, «περίπου 30 έως 40 ημέρες πριν τη συγκομιδή». Επισημαίνει δε οτι, εφαρμογές λιπασμάτων κοντά στη συγκομιδή μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στη συντήρηση των αχλαδιών, όπως μαλακώματα και σήψεις, επηρεάζοντας την εμπορική τους αξία.
Φυτοπροστασία: Βακτηριακό κάψιμο και ψύλλα στο επίκεντρο
Το σοβαρότερο φυτοπροστατευτικό πρόβλημα της αχλαδιάς παραμένει το βακτήριο Erwinia amylovora, το οποίο προκαλεί το βακτηριακό κάψιμο και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εχθρούς της καλλιέργειας. Ο κ. Τζουχάλας αναφέρει ότι η «βασική τακτική που εφαρμόζεται για τη βακτηριακή προστασία είναι η χρήση χαλκούχων σκευασμάτων κατά τους χειμερινούς μήνες», συνήθως περίπου μία φορά τον μήνα, ώστε να περιορίζεται το βακτηριακό φορτίο. Με την έναρξη της ανθοφορίας, η φυτοπροστασία επεκτείνεται και σε άλλες ασθένειες, όπως το φουζικλάδιο και η σεπτόρια. Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, με συνεπή και σωστή διαχείριση, οι ασθένειες αυτές δεν δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην καλλιέργεια.
Από τους εχθρούς της αχλαδιάς, η «ψύλλα (Cacopsylla pyri) αποτελεί τον σημαντικότερο και δυσκολότερο αντίπαλο». Η διαχείρισή της είναι «συνεχής και αφορά όλη τη χρονιά», με τις πρώτες παρεμβάσεις να ξεκινούν ήδη από τις αρχές Φεβρουαρίου, όταν παρατηρείται η έναρξη της πτήσης του εντόμου και η ωοτοκία. Στόχος της αντιμετώπισης δεν είναι η πλήρης εξάλειψη, αλλά η μείωση του πληθυσμού και της ωοτοκίας.
Η αντιμετώπιση της ψύλλας έχει καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη, όπως μας γνωστοποιεί ο γεωπόνος, λόγω της έλλειψης διαθέσιμων χημικών σκευασμάτων. Για τον λόγο αυτό, χρησιμοποιούνται κυρίως «βιοδραστικά προϊόντα, βασισμένα σε θερινά και αιθέρια έλαια, ενώ εφαρμόζονται και συμπληρωματικές πρακτικές, όπως παγίδες, κομφούζιο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εξαπόλυση ωφέλιμων εντόμων». Όλες οι παρεμβάσεις εντάσσονται σε ένα πλαίσιο ολοκληρωμένης διαχείρισης.
Η φυτοπροστασία στην αχλαδιά πραγματοποιείται σε ιδιαίτερα αυστηρά πλαίσια, με περιορισμένο αριθμό δραστικών ουσιών και επίπεδα υπολειμμάτων σημαντικά χαμηλότερα από τα επιτρεπόμενα. Όπως αναφέρει, «σε πολλές περιπτώσεις γίνονται δεκτές συνολικά λίγες δραστικές ουσίες, σε επίπεδα που φτάνουν περίπου στο ένα τρίτο των επιτρεπόμενων ορίων, γεγονός που καθιστά τη σωστή διαχείριση ακόμη πιο απαιτητική».
Κλιματική αστάθεια και επιπτώσεις στην παραγωγή
Η αχλαδιά αποτελεί μια καλλιέργεια ιδιαίτερα ευαίσθητη στις κλιματικές συνθήκες. Παγετοί, χαλαζοπτώσεις και έντονες βροχοπτώσεις μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την παραγωγή, ειδικά όταν συμπίπτουν με την περίοδο της ανθοφορίας. Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος του ΑΣΕΠΟΠ Τυρνάβου, «τα τελευταία χρόνια οι καιρικές συνθήκες έχουν γίνει πιο ασταθείς», με αποτέλεσμα να επηρεάζεται τόσο η παραγωγή όσο και η γενικότερη συμπεριφορά της καλλιέργειας.
Παλιότερα, η αχλαδιά «παρήγαγε σταθερά καρπό από το 4ο–5ο έτος έως και το 12ο ή 15ο έτος της ζωής της», όπως μας αναφέρει χαρακτηριστηκά. Πλέον, παρατηρείται έντονη παραγωγική αστάθεια, με χρονιές υψηλής παραγωγής να εναλλάσσονται με χρονιές χαμηλών αποδόσεων. Η έλλειψη επαρκών ωρών ψύχους και οι ήπιοι χειμώνες επηρεάζουν την καρπόδεση, ενώ ταυτόχρονα ευνοούν την ανάπτυξη των εντόμων, αυξάνοντας τον αριθμό των γενεών τους και δυσκολεύοντας σημαντικά τη διαχείρισή τους.
Από το χωράφι στην αγορά: ποικιλίες, συγκομιδή και τιμές
Στον Τύρναβο, η συγκομιδή των αχλαδιών ξεκινά νωρίς, «με την ποικιλία Κοντούλα να μπαίνει πρώτη στα χωράφια, περίπου από τις 18 έως τις 25 Ιουνίου». Ακολουθούν τα Κόσια γύρω στα μέσα Ιουλίου, στη συνέχεια η Santa Maria και, από τα τέλη Ιουλίου έως και τον Αύγουστο, η βασική ποικιλία της περιοχής, το Κρυστάλλι. Το Κρυστάλλι αποτελεί τον κύριο όγκο της παραγωγής, με την περιοχή του Τυρνάβου να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό της ελληνικής παραγωγής της συγκεκριμένης ποικιλίας. Παράλληλα μας επισημαίνει ότι, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία για την απόκτηση ΠΟΠ «Κρυστάλλι Τυρνάβου», με στόχο την ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας του προϊόντος.
Χάρη στις δυνατότητες συντήρησης, το αχλάδι πλέον διακινείται στην αγορά σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όπως αναφέρει ο γεωπόνος. Ωστόσο, οι τιμές παραγωγού παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, οι οποίες εξαρτώνται κυρίως από την ποιότητα του προϊόντος. Όπως αναφέρει ο κ. Τζουχάλας, «τα τελευταία δύο χρόνια η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη σε επίπεδο τιμών», σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, όπου οι παραγωγοί κινούνταν οριακά και σε πολλές περιπτώσεις δεν κάλυπταν καν το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή παραγωγού μπορεί να κυμανθεί «από 0,70–0,80 ευρώ το κιλό για χαμηλότερης ποιότητας αχλάδια, έως και 1 ευρώ το κιλό για προϊόν υψηλής ποιότητας». Η διαφορά αυτή, σχετίζεται με το μέγεθος, το χρώμα και τη συνολική εικόνα του καρπού, αλλά και με το τελικό εμπορεύσιμο βάρος που παραδίδει ο παραγωγός.
Τα στοιχεία που περιγράφει ο γεωπόνος στον ΑγροΤύπο, αποτυπώνουν μια καλλιέργεια υψηλών απαιτήσεων, με αυξημένο κόστος και έντονες προκλήσεις, αλλά και με σημαντικές προοπτικές όταν η ποιότητα και η οργάνωση βρίσκονται στο επίκεντρο.