Σταδιακά έχει ξεκινήσει η περίοδος όπου οι παραγωγοί μηλιάς καλούνται να παρακολουθούν στενά την εμφάνιση εχθρών που μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ανάπτυξη των δέντρων όσο και την ποιότητα της παραγωγής. Ανάμεσα σε αυτούς, ο τετράνυχος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους και πιο απαιτητικούς εχθρούς της μηλιάς, αλλά και γενικότερα πολλών δενδρωδών καλλιεργειών, ιδιαίτερα σε χρονιές με υψηλές θερμοκρασίες και αυξημένη πίεση στους οπωρώνες.
Για το ζήτημα μίλησε στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος του Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου, κ. Γιάννης Μούσιας, ο οποίος περιέγραψε αναλυτικά την εικόνα που παρατηρείται στις μηλοκαλλιέργειες, τις μορφές του τετράνυχου που εμφανίζονται, τους τρόπους διαχείρισης αλλά και τις δυσκολίες αντιμετώπισης λόγω ανθεκτικοτήτων, ενώ τόνισε και τη σημασία της συνεχούς παρακολούθησης μέσα στο χωράφι
Τα είδη τετράνυχου, οι προσβολές και η εικόνα στις μηλιές
Όπως εξήγησε ο κ. Μούσιας, στις μηλοκαλλιέργειες της περιοχής εμφανίζονται τρία διαφορετικά είδη τετράνυχου, των οποίων οι εκκολάψεις των χειμερινών αυγών ξεκινούν από τις αρχές Απριλίου. Πρόκειται για τον κόκκινο τετράνυχο (Panonychus ulmi), τον κίτρινο τετράνυχο (Tetranychus urticae) και τα λεγόμενα Aculus της οικογένειας Eriophyidae, τα οποία αποτελούν επίσης μία μορφή τετράνυχου, διαφορετική όμως από τις άλλες δύο.
Ο γεωπόνος του συνεταιρισμού στάθηκε ιδιαίτερα στην τελευταία κατηγορία, εξηγώντας ότι πρόκειται για έναν τετράνυχο που δεν διακρίνεται εύκολα, ούτε με γυμνό μάτι αλλά πολλές φορές ούτε και με φακό, καθώς απαιτείται ιδιαίτερα εξειδικευμένη παρατήρηση. «Νομίζεις ότι το δέντρο έχει πάρει φωτιά και δεν καταλαβαίνεις γιατί», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την εικόνα που μπορεί να εμφανίσουν ορισμένα δέντρα όταν υπάρχει έντονη προσβολή από τα συγκεκριμένα ακάρεα. Ο συγκεκριμένος τύπος προσβάλλει κυρίως τις κορυφές των δέντρων, σταματώντας την ανάπτυξη και απομυζώντας τους φυτικούς ιστούς, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται συνολικά τόσο το δέντρο όσο και ο καρπός. Παράλληλα, τα συγκεκριμένα ακάρεα απασχολούν περισσότερο τα εσπεριδοειδή και σε δεύτερο βαθμό τα μηλοειδή, γεγονός που εξηγεί και γιατί οι περισσότεροι παραγωγοί είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τον κόκκινο και τον κίτρινο τετράνυχο.
«Ανάλογα τη χρονιά και τις συνθήκες, και οι τρεις τετράνυχοι μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια ζημιά», σημείωσε χαρακτηριστικά. Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο δύσκολη σε περιόδους όπου οι καιρικές συνθήκες ευνοούν τη γρήγορη ανάπτυξη των πληθυσμών. Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, οι τετράνυχοι γενικά δραστηριοποιούνται πάνω στα φύλλα, τρεφόμενοι από τους φυτικούς ιστούς και μειώνοντας τη φωτοσυνθετική ικανότητα του δέντρου. «Δουλεύοντας πάνω στο φύλλο, μειώνεται η φωτοσύνθεση και η δυνατότητα να αναπτυχθεί σωστά το δέντρο», σημείωσε, εξηγώντας ότι όταν οι πληθυσμοί ξεφύγουν, μπορεί να επηρεαστεί όχι μόνο η ανάπτυξη των μικρών δέντρων αλλά και το μέγεθος του καρπού. Παράλληλα, σε περιπτώσεις έντονης προσβολής μπορεί να επηρεαστεί ακόμη και ο χρωματισμός των μήλων, ιδιαίτερα στις κόκκινες ποικιλίες, εφόσον δεν υπάρξει έγκαιρη αντιμετώπιση.
Ο ίδιος εξήγησε ότι ο κίτρινος τετράνυχος θεωρείται γενικά πιο εύκολος στην καταπολέμηση συγκριτικά με τον κόκκινο τετράνυχο, ωστόσο έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει πολύ γρήγορα μεγαλύτερη ζημιά όταν ευνοείται από τις συνθήκες, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες των τελευταίων ετών αποτελούν σημαντικό παράγοντα που ευνοεί την ταχύτατη ανάπτυξη των πληθυσμών.
Οι αλλεπάλληλες γενιές, οι ανθεκτικότητες και τα περιορισμένα εργαλεία αντιμετώπισης
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο γεωπόνος και στις δυσκολίες καταπολέμησης του τετράνυχου, εξηγώντας ότι πρόκειται για έναν οργανισμό με πολλές και αλλεπάλληλες γενιές μέσα στον ίδιο χρόνο. Σε αντίθεση με άλλους εχθρούς, όπως για παράδειγμα η καρπόκαψα, στον τετράνυχο οι γενιές δεν διακρίνονται εύκολα. «Η μία γενιά καλύπτει την άλλη. Από τη στιγμή που υπάρχει πληθυσμός, ζευγαρώνει, αφήνει αυγά και συνεχίζει πολύ γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μάλιστα, όσο ευνοείται από τις καιρικές συνθήκες ή όταν δεν πραγματοποιείται έγκαιρη καταπολέμηση, ο πληθυσμός μπορεί να αυξηθεί ακόμη πιο γρήγορα. Ακριβώς αυτή η συνεχής αναπαραγωγή είναι και ο βασικός λόγος που οι τετράνυχοι αναπτύσσουν πολύ γρήγορα ανθεκτικότητες απέναντι στα ακαρεοκτόνα. «Ένα φάρμακο μπορεί τη μία χρονιά να κάνει φοβερή δουλειά και μέσα σε δύο χρόνια να μην κάνει τίποτα», τόνισε, σημειώνοντας ότι στην πράξη τα διαθέσιμα εργαλεία είναι πλέον ελάχιστα.
Όπως διευκρίνισε, θεωρητικά υπάρχουν αρκετές εγκεκριμένες δραστικές ουσίες, όμως στην πραγματικότητα, λόγω ανθεκτικοτήτων, είναι σαν να υπάρχουν μόνο δύο ή τρία εργαλεία που μπορούν ακόμη να δώσουν κάποια λύση. «Αν μιλήσουμε με το Υπουργείο, θα μας πουν ότι υπάρχουν πολλές δραστικές. Στην πράξη όμως ελάχιστες λειτουργούν», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η εικόνα αυτή, όπως σημείωσε ο γεωπόνος, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τόσο τον παραγωγό όσο και τον ίδιο τον γεωπόνο να διαχειριστούν αποτελεσματικά το πρόβλημα, καθώς πλέον και οι τρεις τετράνυχοι αντιμετωπίζονται ουσιαστικά με τα ίδια εργαλεία.
Η διαχείριση στον οπωρώνα και τα διαθέσιμα εργαλεία
Όπως εξήγησε ο γεωπόνος του συνεταιρισμού, οι πρώτες επεμβάσεις ξεκινούν ήδη από την άνοιξη, με την έκπτυξη των οφθαλμών και την άνοδο της θερμοκρασίας, όταν αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι τετράνυχοι από τα χειμερινά αυγά. Στο στάδιο αυτό εφαρμόζονται θερινά λάδια, σε συνδυασμό και με άλλα σκευάσματα ή εντομοκτόνα, καθώς εκείνη την περίοδο πραγματοποιείται παράλληλα καταπολέμηση και άλλων εχθρών. Όπως ανέφερε, αυτή ουσιαστικά αποτελεί και την πρώτη επέμβαση απέναντι στον τετράνυχο, ενώ κατά την ανθοφορία δεν πραγματοποιούνται επεμβάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη εφαρμογή βοηθά ώστε να διατηρηθεί ο πληθυσμός σε χαμηλά επίπεδα μέχρι και το στάδιο της πτώσης των πετάλων.
Από εκεί και πέρα, όπως εξήγησε, η διαχείριση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό τόσο από τις συνθήκες όσο και από την παρακολούθηση του ίδιου του παραγωγού. Στον Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου εφαρμόζονται πρακτικές ολοκληρωμένης διαχείρισης, με χρήση ωφέλιμων ακάρεων που λειτουργούν ως αρπακτικά απέναντι στους φυτοφάγους τετράνυχους. Όπως γνωστοποίησε ο γεωπόνος, τα ωφέλιμα ακάρεα χρειάζονται χρόνο για να εγκατασταθούν και να μειώσουν αποτελεσματικά τους πληθυσμούς, γι’ αυτό και απαιτείται υπομονή, ενώ η διαδικασία αυτή «χτίζεται χρόνο με τον χρόνο» μέσα στον οπωρώνα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στη χρήση σαπουνιών, μία πρακτική που εφαρμόζεται από αρκετούς παραγωγούς τόσο λόγω του χαμηλότερου κόστους όσο και λόγω των περιορισμένων διαθέσιμων εργαλείων αντιμετώπισης. «Σκοτώνουν τον τετράνυχο, αλλά επανεμφανίζεται πολύ γρήγορα», σημείωσε χαρακτηριστικά. Όπως ανέφερε, σε αυτή την περίπτωση απαιτούνται συνεχόμενες επεμβάσεις και συχνοί ψεκασμοί, κάτι που δεν μπορεί να αποτελέσει μόνιμη λύση, ωστόσο εφαρμόζεται από αρκετούς παραγωγούς.
Ο ίδιος σημείωσε ακόμη ότι στα αγροτεμάχια με ιστορικό προσβολών απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή και πιο προληπτική διαχείριση, ξεκινώντας από νωρίς με χρήση θερινών λαδιών αλλά ακόμη και ωοκτόνων σκευασμάτων, έστω και αν η αποτελεσματικότητά τους δεν έχει μεγάλη διάρκεια. Όπως τόνισε, όλα αυτά μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση των αρχικών πληθυσμών, ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες απαιτείται συχνή παρακολούθηση, εφαρμογή ωφέλιμων ακάρεων και, όταν ο πληθυσμός αρχίζει να αυξάνεται συνεχώς, νέα παρέμβαση με κάποια δραστική ουσία που δρα απέναντι στο άκαρι.
«Το χωράφι είναι του παραγωγού»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Μούσιας και στη σημασία της συνεχούς παρουσίας του ίδιου του παραγωγού μέσα στο χωράφι. Όπως εξήγησε, ο τετράνυχος πολλές φορές εμφανίζεται πολύ τοπικά, ακόμη και σε λίγα μόνο δέντρα, γεγονός που κάνει δύσκολη την άμεση ανίχνευση από έναν γεωπόνο που επισκέπτεται περιοδικά την καλλιέργεια.«Το χωράφι είναι του παραγωγού. Εκείνος είναι κάθε μέρα μέσα και μπορεί να δει ότι κάτι δεν πάει καλά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι δεν πρέπει να υπάρχει ούτε υπερβολικός εφησυχασμός ούτε απόλυτη προσήλωση μόνο στα στατιστικά κατώφλια επέμβασης, καθώς ο τετράνυχος μπορεί να είναι πολύ εστιασμένος σε συγκεκριμένα σημεία του αγροτεμαχίου.«Σε ένα σημείο μπορεί να βρεις ένα φύλλο προσβεβλημένο και λίγα μέτρα πιο πέρα οκτώ στα δέκα φύλλα», τόνισε. Για τον λόγο αυτό, όπως σημείωσε, απαιτείται συνεχής παρατήρηση από τον ίδιο τον παραγωγό αλλά και στενή συνεργασία με τον γεωπόνο.
Κλείνοντας, ο γεωπόνος του Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου σημείωσε ότι δεν θεωρεί πως κάποια ποικιλία εμφανίζει ιδιαίτερη ανθεκτικότητα ή ευαισθησία απέναντι στον τετράνυχο. Όπως ανέφερε, παλαιότερα υπήρχε η αντίληψη ότι οι πράσινες ποικιλίες επηρεάζονταν λιγότερο, ωστόσο πλέον έχει φανεί ότι όλες οι ποικιλίες μπορούν να εμφανίσουν προσβολές. «Το πρόβλημα σχετίζεται περισσότερο με το μικροκλίμα και το ιστορικό του κάθε κτήματος», σημείωσε.