Για το χειμερινό κλάδεμα της μηλιάς, ένα θέμα που απασχολεί έντονα τους παραγωγούς αυτή την περίοδο, συνομιλήσαμε με τον γεωπόνο Γιάννη Μούσια από τον Αγροτικός Συνεταιρισμός Ορεινά Κισσάβου, με πολυετή εμπειρία στη δενδροκομία και άμεση επαφή με τις καλλιέργειες της περιοχής. Μέσα από τη συζήτηση, αποτυπώνονται όσα εφαρμόζονται στην πράξη στο χωράφι, οι συνθήκες που σπάνια είναι ιδανικές και τα σημεία που, όπως τονίζει, χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
Πότε γίνεται το χειμερινό κλάδεμα και πώς εφαρμόζεται στην πράξη
Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας στον ΑγροΤύπο, «το χειμερινό κλάδεμα της μηλιάς πραγματοποιείται όταν το δέντρο βρίσκεται σε λήθαργο, δηλαδή αφού έχουν πέσει τα φύλλα». Βασική προϋπόθεση είναι να «αποφεύγονται οι υγρές ημέρες», καθώς η υγρασία πάνω στις τομές μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου για μύκητες και βακτήρια, προκαλώντας ξηράνσεις κλάδων ή ακόμη και προβλήματα σε ολόκληρο το δέντρο. Παράλληλα, αποφεύγονται οι ημέρες με θερμοκρασίες κοντά στο μηδέν ή με παγετό. Ο κ. Μούσιας επισημαίνει ότι, παρότι αυτές είναι οι ιδανικές συνθήκες, στην πράξη δεν είναι πάντα εύκολο να τηρηθούν, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις ή περιορισμός σε εργατικά χέρια.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, το χειμερινό κλάδεμα συχνά μετατίθεται χρονικά, είτε προς το φθινόπωρο πριν την πλήρη πτώση των φύλλων, είτε προς το τέλος του χειμώνα, ακόμη και κοντά στην έναρξη της νέας βλάστησης. Αυτό μπορεί να γίνεται για πρακτικούς λόγους, όπως η έλλειψη εργατικών, ή επειδή κάποιοι παραγωγοί επιλέγουν να δουν πρώτα την ανθοφορία πριν αποφασίσουν τι θα αφαιρέσουν. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά, αυτές οι πρακτικές «δεν είναι το τέλειο που εμείς επιθυμούμε», ωστόσο αποτελούν μια συνηθισμένη πραγματικότητα στο χωράφι.
Οι βασικοί στόχοι του χειμερινού κλαδέματος
Το χειμερινό κλάδεμα της μηλιάς έχει «δύο κύριους στόχους»: τη διαμόρφωση του δέντρου, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για νεαρά δέντρα, και το κλάδεμα παραγωγής. Μέσα από την ανανέωση των καρποφόρων κλάδων, το δέντρο διατηρεί τη δυνατότητα να δημιουργεί νέα καρποφόρα μάτια και να συνεχίζει την παραγωγική του πορεία. Όπως αναφέρει ο γεωπόνος, κατά το κλάδεμα «αφαιρούνται κλάδοι που έχουν ξεραθεί, παρουσιάζουν μυκητολογικά προβλήματα ή έχουν τέτοια κατεύθυνση που εμποδίζει το άνοιγμα της κόμης», ώστε να εξασφαλίζεται ο επαρκής φωτισμός και αερισμός στο εσωτερικό του δέντρου. Σε γενικές γραμμές, «απομακρύνονται κλάδοι που δυσχεραίνουν τη σωστή διαμόρφωση ή εκείνοι που χρειάζεται να κοπούν προκειμένου να ανανεωθεί το καρποφόρο ξύλο». Η αφαίρεση παλαιότερων κλάδων γίνεται με σκοπό την ανανέωση, χωρίς όμως το κλάδεμα να μετατρέπεται σε εγχειρίδιο συγκεκριμένων κοπών, καθώς, όπως επισημαίνεται, τέτοιες λεπτομέρειες απαιτούν οπτική καθοδήγηση.
Διαφορές ανάλογα με την ηλικία του δέντρου
Ο κ. Μούσιας διευκρινίζει ότι το κλάδεμα διαφοροποιείται ανάλογα με το αν το δέντρο είναι νεαρό ή ήδη παραγωγικό. Στα νεαρά δέντρα η έμφαση «δίνεται κυρίως στη διαμόρφωση», ανάλογα με το σύστημα φύτευσης και το σχήμα που έχει επιλεγεί, όπως παλμέτα, κύπελλο ή άλλα σύγχρονα συστήματα. Στα παραγωγικά δέντρα, το κλάδεμα συνδυάζει διαμόρφωση και παραγωγή, με στόχο τη διατήρηση της ισορροπίας και την ανανέωση των καρποφόρων οργάνων.
Παραγωγικότητα, ποικιλίες και διαχείριση της έντονης βλάστησης
Στη συζήτηση γίνεται αναφορά στον καθοριστικό ρόλο που παίζει η ποικιλία στη συμπεριφορά του δέντρου και, κατ’ επέκταση, στον τρόπο που προσεγγίζεται το χειμερινό κλάδεμα. Όπως εξηγεί ο γεωπόνος, η «επιθυμητή παραγωγικότητα, το φορτίο που καλείται να σηκώσει το δέντρο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά» κάθε ποικιλίας επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές του παραγωγού. Ορισμένες ποικιλίες, «όπως η Fuji αλλά και η Granny Smith, είναι ιδιαίτερα ζωηρές» και εμφανίζουν έντονα το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τη χρονιά που η παραγωγή είναι μειωμένη, το δέντρο παρουσιάζει έντονη βλάστηση, καθώς, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μούσιας, «είναι σαν το δέντρο να φροντίζει τον εαυτό του και όχι τους καρπούς».
Για τη διαχείριση αυτής της συμπεριφοράς, ο γεωπόνος επισημαίνει τη σημασία του συνδυασμού κλαδέματος και θρέψης. Στόχος είναι ο περιορισμός της «υπερβολικής βλαστομανίας», κυρίως μέσω της μείωσης του αζώτου, ώστε το δέντρο να μην κατευθύνει όλη του την ενέργεια στη βλάστηση. Παράλληλα, γίνεται χρήση σκευασμάτων αναστολής βλάστησης, τα οποία μειώνουν την ανάγκη για έντονο κλάδεμα, συμβάλλουν στη βελτίωση της ανάπτυξης του καρπού και οδηγούν σε λιγότερα εργατικά την επόμενη χρονιά. Ωστόσο, όπως σημειώνει, ειδικά στην περίπτωση της Fuji, ακόμη και με περισσότερες ή ενισχυμένες εφαρμογές, «δεν έχουμε το τέλειο αποτέλεσμα», γεγονός που αναδεικνύει τη δυσκολία πλήρους ελέγχου της ζωηρότητας σε συγκεκριμένες ποικιλίες.
Το κλάδεμα ως εργαλείο παρατήρησης και εκτίμησης επεμβάσεων
Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύεται είναι ότι μετά το χειμερινό κλάδεμα, με την κόμη πλέον ανοιχτή, δίνεται η δυνατότητα να παρατηρηθεί συνολικά η κατάσταση του δέντρου και να εντοπιστούν συμπτώματα προσβολών. Όπως αναφέρει ο γεωπόνος, «τόσο οι ασθένειες όσο και τα έντομα αφήνουν τα ίχνη τους», είτε μέσω διαχειμάζουσων μορφών είτε με εμφανή συμπτώματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι ψώρες, που δημιουργούν εξογκώματα στους κλάδους, καθώς και μυκητολογικές προσβολές που προκαλούν σχισίματα και μαυρίσματα στο ξύλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, «οι προσβεβλημένοι κλάδοι αφαιρούνται», καθώς αποτελούν εστίες μόλυνσης.
Παράλληλα, κατά το χειμερινό κλάδεμα, ένα έμπειρο μάτι μπορεί να εντοπίσει και αυγά εντόμων, όπως τετράνυχους, γεγονός που βοηθά στον έγκαιρο και σωστό προγραμματισμό των επόμενων επεμβάσεων. Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, αυτή η διαδικασία επιτρέπει τη λήψη στοχευμένων μέτρων στον κατάλληλο χρόνο, με σκοπό τη μείωση των πληθυσμών και τον καλύτερο έλεγχο των προσβολών στην επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Προστασία πληγών και απολύμανση εργαλείων
Στις πληγές που δημιουργούνται από το κλάδεμα, εφαρμόζονται σκευάσματα επούλωσης, ώστε να μην αποτελούν σημεία εισόδου παθογόνων. Όσον αφορά την απολύμανση των εργαλείων, ο γεωπόνος επισημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική «σε περιπτώσεις έντονων προβλημάτων από βακτήρια, όπως το βακτηριακό κάψιμο, τόσο στη μηλιά όσο και στην αχλαδιά». Όπως αναφέρει, η συνεχής απολύμανση σε κάθε κοπή δεν είναι πάντα πρακτικά εφικτή, όμως σε περιόδους έντονου προβλήματος απαιτείται αυξημένη προσοχή και ιεράρχηση, ξεκινώντας από τα υγιή δέντρα και καταλήγοντας στα ασθενή.
Κλείνοντας, ο κ. Μούσιας υπογραμμίζει ότι το κλάδεμα είναι μια εργασία με την οποία ο ίδιος ο παραγωγός πρέπει να ασχοληθεί. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, είναι προτιμότερο «να μπει ένας νέος παραγωγός και να κάνει και λάθος», παρά να εξαρτάται αποκλειστικά από τρίτους. Η εμπειρία χτίζεται χρόνο με τον χρόνο, μέσα από ενημέρωση, παρακολούθηση σεμιναρίων και συνεχή παρουσία στο χωράφι. Τα λάθη, όπως σημειώνει, δεν είναι καταστροφικά, αλλά μέρος μιας αλυσίδας παραγόντων που επηρεάζουν την τελική παραγωγή.