Η καλλιέργεια του ρυζιού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής φυτικής παραγωγής, με τη Χαλάστρα να παραμένει διαχρονικά μία από τις βασικότερες ορυζοπαραγωγικές ζώνες της χώρας. Καθώς οι ορυζώνες βρίσκονται πλέον σε κρίσιμο στάδιο ανάπτυξης, οι παραγωγοί παρακολουθούν με προβληματισμό τη φετινή πορεία της καλλιέργειας, καθώς η πίεση από τα ζιζάνια, οι καθυστερήσεις που προηγήθηκαν στις εφαρμογές ζιζανιοκτονίας και οι χαμηλές τιμές διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον πρόεδρο του Α’ Αγροτικού Συνεταιρισμού Χαλάστρας, κ. Χρήστο Γκαντζάρα, προκειμένου να καταγράψει την εικόνα από το πεδίο σχετικά με τις εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, τις επιπτώσεις των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ορυζοπαραγωγοί και τις εκτιμήσεις για την πορεία της φετινής καλλιέργειας.
Σε εξέλιξη η επιφανειακή λίπανση – Διαφορετική εικόνα στους ορυζώνες
Σύμφωνα με τον κ. Γκαντζάρα, η καλλιέργεια βρίσκεται σήμερα περίπου στις 50-55 ημέρες από τις πρώτες σπορές, με τους περισσότερους παραγωγούς να πραγματοποιούν αυτή την περίοδο την επιφανειακή λίπανση των ορυζώνων.
Όπως εξηγεί, στο στάδιο αυτό εφαρμόζεται το υπόλοιπο της αζωτούχου λίπανσης, καθώς και φώσφορος, στοιχεία απαραίτητα για τη σωστή ανάπτυξη της καλλιέργειας. Η παράλειψη της επιφανειακής λίπανσης μπορεί να επηρεάσει κυρίως τις αποδόσεις και, σε μικρότερο βαθμό, την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία σε όλες τις εκμεταλλεύσεις. Από τη μία πλευρά υπάρχουν παραγωγοί που αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε επανασπορά και βρίσκονται πλέον περίπου έναν μήνα πίσω σε σχέση με τους υπόλοιπους, ενώ από την άλλη υπάρχουν αγροτεμάχια που έχουν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί, καθώς δεν κρίθηκε οικονομικά συμφέρουσα η συνέχιση της καλλιέργειας. «Υπάρχουν και πολλοί που τα έχουν παρατήσει κιόλας. Δεν υπάρχει λόγος να έχεις πλέον έξοδα σε ένα χωράφι που δεν θα σου αποδώσει τίποτα», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, όπως σημειώνει, στους παραγωγούς επικρατεί έντονη απογοήτευση, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα χωράφια δεν κατάφεραν να καθαρίσουν από τα ζιζάνια, παρά τις επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν.
Η καθυστερημένη ζιζανιοκτονία βοήθησε μόνο σε περιορισμένο βαθμό
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της φετινής χρονιάς εξακολουθεί να είναι η αντιμετώπιση των ζιζανίων. Παρότι δόθηκε η δυνατότητα πραγματοποίησης ζιζανιοκτονίας μέσω της άδειας των 120 ημερών, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Α’ Αγροτικού Συνεταιρισμού Χαλάστρας, το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο.
Όπως αναφέρει, σε ορισμένες περιπτώσεις οι εφαρμογές συνέβαλαν στον περιορισμό του προβλήματος, ωστόσο η συνολική αποτελεσματικότητα ήταν περιορισμένη. «Σε κάποιους έχει βοηθήσει, αλλά σε πολύ μικρό βαθμό. Η ζημιά ήδη είχε γίνει», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, η περιορισμένη αποτελεσματικότητα αποδίδεται τόσο στην καθυστερημένη εφαρμογή των ζιζανιοκτόνων όσο και στο γεγονός ότι ορισμένα ζιζάνια πλέον δεν ελέγχονται με τα διαθέσιμα σκευάσματα. Οι επιλογές των παραγωγών έχουν περιοριστεί σημαντικά, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη διαχείριση της καλλιέργειας.
«Δεν έχουν κι άλλα όπλα να καταπολεμήσουμε τα ζιζάνια. Υπάρχουν κάποια που δυστυχώς δεν τα αγγίζουν τα φάρμακα που έχουμε στα χέρια μας», τονίζει.
Τα ζιζάνια αναμένεται να μειώσουν τις αποδόσεις
Οι δυσκολίες στη ζιζανιοκτονία αναμένεται να αποτυπωθούν και στις τελικές αποδόσεις της καλλιέργειας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κ. Γκαντζάρα, η μείωση της στρεμματικής απόδοσης ενδέχεται να κυμανθεί περίπου μεταξύ 10% και 20%, με τα ζιζάνια να αποτελούν τον βασικότερο παράγοντα που επηρεάζει την παραγωγή.
Όπως επισημαίνει, η επίδραση της λίπανσης ακολουθεί σε σημασία, ωστόσο το κυριότερο πρόβλημα παραμένει η αδυναμία αποτελεσματικού ελέγχου των ζιζανίων. «Υπολογίζουμε περίπου 10-20% μείωση στη στρεμματική απόδοση. Πρώτα λόγω των ζιζανίων και μετά λόγω των λιπασμάτων», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι χαμηλές τιμές εντείνουν την πίεση στους παραγωγούς
Πέρα από τις καλλιεργητικές δυσκολίες, οι παραγωγοί καλούνται να διαχειριστούν και μια αγορά που εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα τιμών. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού, οι τιμές για τα μεσόσπερμα και μακρύσπερμα ρύζια διαμορφώνονται περίπου στα 25 λεπτά το κιλό, ενώ στην ποικιλία Καρολίνα κυμαίνονται περίπου στα 33-35 λεπτά το κιλό.
Όπως επισημαίνει, η τιμή του προϊόντος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας, καθώς ακόμη και σε περιπτώσεις μειωμένης παραγωγής μπορεί να αντισταθμίσει μέρος της απώλειας εισοδήματος. «Ίσως και τον μεγαλύτερο ρόλο να παίζει η τιμή. Αν έχει καλή τιμή, λες ότι και μια μείωση να έχεις, θα βγει η ζημιά από την τιμή του προϊόντος», αναφέρει.
Την ίδια στιγμή, οι ορυζοπαραγωγοί εξακολουθούν να αναμένουν την καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης de minimis, η οποία, όπως σημειώνει ο κ. Γκαντζάρας, έχει καθυστερήσει σημαντικά. Όπως αναφέρει, οι τελευταίες ανακοινώσεις κάνουν λόγο για πληρωμή μέσα στον Ιούλιο, γεγονός που διατηρεί την αβεβαιότητα σε μια ήδη δύσκολη καλλιεργητική περίοδο.