Καθώς το καλαμπόκι έχει ήδη ολοκληρώσει ή βρίσκεται προς την ολοκλήρωση της άνθησης, ανάλογα με την περιοχή και την πρωιμότητα της καλλιέργειας, και εισέρχεται σταδιακά στο στάδιο της καρπόδεσης, η παρακολούθηση των εχθρών αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ομαλή εξέλιξη της καλλιέργειας και την προστασία της παραγωγής.
Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται η πυραλίδα, ένας από τους σημαντικότερους εχθρούς του καλαμποκιού, η παρουσία της οποίας παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά, αλλά όταν οι πληθυσμοί της αυξηθούν μπορεί, κατά τόπους, να προκαλέσει ζημιές στα φυτά και στους σπάδικες. Για τη σημερινή εικόνα του εντόμου, τη βιολογία του, τις δυσκολίες που παρουσιάζει η αντιμετώπισή του, καθώς και τα μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των προσβολών, συνομιλήσαμε με τον γεωπόνο της ΔΑΟΚ Δράμας, κ. Κωνσταντίνο Σίμογλου.
Πυραλίδα: Ένας σημαντικός εχθρός με έντονη διακύμανση από χρονιά σε χρονιά
Όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, αυτή την περίοδο στις περισσότερες περιοχές της Μακεδονίας το καλαμπόκι ολοκληρώνει την άνθησή του και περνά σταδιακά στο στάδιο της καρπόδεσης, με εξαίρεση ορισμένες πιο όψιμες καλλιέργειες. Στο συγκεκριμένο στάδιο η πυραλίδα (Ostrinia nubilalis) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εχθρούς της καλλιέργειας, χωρίς όμως η παρουσία της να είναι σταθερή κάθε χρόνο.
«Υπάρχουν χρονιές που παρουσιάζει έντονη έξαρση και υψηλούς πληθυσμούς και άλλες που δεν απασχολεί σχεδόν καθόλου», επισημαίνει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, στη φετινή καλλιεργητική περίοδο διαπιστώνεται παρουσία του εντόμου και παρατηρούνται προσβολές, χωρίς όμως η έντασή τους να είναι ίδια σε όλες τις περιοχές.
Η πυραλίδα προσβάλλει φύλλα, στελέχη, ταξιανθίες και σπάδικες, ενώ στη Βόρεια Ελλάδα συνήθως αναπτύσσει δύο γενιές. Η πρώτη εμφανίζεται περίπου τον Ιούνιο, όταν ξεκινά η πτήση των ακμαίων και η ωοτοκία, ενώ στις αρχές Ιουλίου εκκολάπτονται οι προνύμφες, οι οποίες αρχίζουν να ανοίγουν στοές στους φυτικούς ιστούς. Η δεύτερη γενιά ακολουθεί μέσα στον Ιούλιο, ενώ, όπως σημειώνει ο κ. Σίμογλου, δεν παρατηρείται συνήθως τρίτη γενιά κατά τον Αύγουστο στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς τότε οι καλλιέργειες βρίσκονται πλέον προς τη φυσιολογική τους ωρίμανση.
Η έγκαιρη παρακολούθηση είναι το «κλειδί», όμως η αντιμετώπιση στην πράξη δεν είναι εύκολη
Το σημαντικότερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, δεν είναι τόσο η ύπαρξη εγκεκριμένων εντομοκτόνων όσο η δυσκολία εφαρμογής τους την κατάλληλη χρονική στιγμή. «Η βασική αδυναμία είναι η εφαρμογή της καταπολέμησης», τονίζει, εξηγώντας ότι μετά την άνθηση το καλαμπόκι έχει πλέον αναπτυχθεί σημαντικά και η επέμβαση γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη.
Όπως αναφέρει, η εφαρμογή μπορεί να πραγματοποιηθεί με νεφελοψεκαστήρες που κινούνται στους διαδρόμους που αφήνονται για τα αρδευτικά συστήματα καταιονισμού. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η λύση παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες, καθώς απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό, ο οποίος δεν είναι διαθέσιμος σε όλους τους παραγωγούς, ενώ η επέμβαση πρέπει να πραγματοποιείται στον σωστό χρόνο ώστε να είναι αποτελεσματική.
«Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε ημερολογιακές επεμβάσεις. Η πυραλίδα πρέπει να παρακολουθείται», υπογραμμίζει. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται συστηματική παρακολούθηση με φερομονικές παγίδες, ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια η πτήση των ακμαίων και να προγραμματίζεται έγκαιρα η επέμβαση.
Ωστόσο, η εμπειρία της ΔΑΟΚ Δράμας αλλά και της Καβάλας έδειξε ότι οι παγίδες δεν απέδωσαν πάντοτε την αναμενόμενη εικόνα του πληθυσμού, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχαν εμφανείς προσβολές χωρίς αντίστοιχες συλλήψεις ακμαίων. Για τον λόγο αυτό, όπως σημειώνει ο κ. Σίμογλου, η αποτελεσματική παρακολούθηση προϋποθέτει οργανωμένο και συστηματικό πρόγραμμα σε ευρεία κλίμακα, κάτι που υπερβαίνει τις δυνατότητες των υπηρεσιών, οι οποίες ήδη παρακολουθούν μεγάλο αριθμό εντόμων και άλλων εχθρών των καλλιεργειών.
Σύμφωνα με την εμπειρία του από την Π.Ε. Δράμας, στην πράξη οι επεμβάσεις εναντίον της πυραλίδας δεν πραγματοποιούνται συστηματικά. Παράλληλα, επισημαίνει ότι υπάρχουν παραγωγοί που προχωρούν σε ψεκασμούς, όμως χωρίς αξιόπιστη παρακολούθηση του εντόμου είναι πιθανό οι επεμβάσεις να γίνονται εκτός του κατάλληλου χρονικού διαστήματος, περιορίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητά τους.
Ο ίδιος εκτιμά ότι, εφόσον υπάρχει αξιόπιστη παρακολούθηση, η αντιμετώπιση της πρώτης γενιάς μέσα στον Ιούνιο αποτελεί την πιο πρακτική προσέγγιση, καθώς μπορεί να μειώσει τον πληθυσμό που θα δώσει τη δεύτερη γενιά αργότερα μέσα στην καλλιεργητική περίοδο.
Από τις στοές στα σπασμένα στελέχη και τις μυκητολογικές προσβολές
Η πυραλίδα μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ζημιές, ιδιαίτερα όταν οι πληθυσμοί της είναι αυξημένοι. Όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, οι παραγωγοί μπορούν να διαπιστώσουν την παρουσία του εντόμου από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα που αφήνει στην καλλιέργεια. «Θα δουν στελέχη που έχουν σπάσει, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοές στο εσωτερικό τους και ακολουθήσουν ισχυροί άνεμοι», αναφέρει.
Παράλληλα, το έντομο προσβάλλει και τους σπάδικες, δημιουργώντας στοές στο εσωτερικό τους. Αυτές οι πληγές αποτελούν πύλες εισόδου για μύκητες, οι οποίοι μπορούν να επεκταθούν βαθιά στον σπάδικα. Όπως επισημαίνει, αυτό αποτελεί μία βασική διαφορά σε σχέση με το πράσινο σκουλήκι, το οποίο συνήθως περιορίζεται στην κορυφή του σπάδικα, χωρίς να διεισδύει στο εσωτερικό του όπως η πυραλίδα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε μία χρονιά κατά την οποία καταγράφηκε έντονη παρουσία μυκήτων του γένους Trichoderma σε περιοχές της Δράμας, της Καβάλας και των Σερρών, φαινόμενο που συνυπήρχε με έντονες προσβολές από πυραλίδα.
Παρότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία για το μέγεθος των απωλειών, ο κ. Σίμογλου αναφέρει ότι κατά τόπους έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις με σπασμένα στελέχη και πλαγιάσματα φυτών προς το τέλος της καλλιέργειας, όταν οι άνεμοι εκδήλωσαν τις εσωτερικές ζημιές που είχε ήδη προκαλέσει το έντομο. Επιπλέον, διευκρινίζει ότι, με βάση την εμπειρία από την περιοχή της Δράμας, οι προσβολές του εντόμου συνήθως δεν ξεπερνούν το οικονομικό όριο ζημιάς ώστε να απαιτείται γενικευμένη χημική αντιμετώπιση.
Η σωστή μετασυλλεκτική διαχείριση αποτελεί βασικό μέτρο περιορισμού του εντόμου
Πέρα από τη χημική αντιμετώπιση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο κ. Σίμογλου στα καλλιεργητικά μέτρα που μπορούν να μειώσουν τους πληθυσμούς της πυραλίδας για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Όπως εξηγεί, μετά τη συγκομιδή είναι απαραίτητο τα υπολείμματα της καλλιέργειας να θρυμματίζονται με καταστροφέα και στη συνέχεια να ενσωματώνονται στο έδαφος.
Ο λόγος είναι ότι το έντομο διαχειμάζει μέσα στα καλάμια και στα υπολείμματα της καλλιέργειας, όπου βρίσκει τις κατάλληλες συνθήκες για να επιβιώσει μέχρι την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Για τον λόγο αυτό, η σωστή μετασυλλεκτική διαχείριση συμβάλλει ουσιαστικά στον περιορισμό του πληθυσμού που θα εμφανιστεί την επόμενη χρονιά.
Μάλιστα, αναφέρει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από μελέτη συναδέλφου του, ο οποίος αναζητούσε προνύμφες πυραλίδας σε αγρούς. Όπως διαπιστώθηκε, εντοπίστηκαν περισσότερες προνύμφες σε χωράφια όπου είχαν καεί τα υπολείμματα της καλλιέργειας σε σχέση με αγρούς όπου είχε προηγηθεί σωστή θρυμματισμένη και ενσωματωμένη διαχείριση των καλαμιών.
«Οι καλλιεργητικές εργασίες είναι πολύ σημαντικό μέτρο καταπολέμησης», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι είναι προτιμότερο να μειώνεται ο πληθυσμός του εντόμου μέσω της σωστής μετασυλλεκτικής διαχείρισης, παρά να επιχειρούνται επεμβάσεις με εντομοκτόνα σε προχωρημένα στάδια της καλλιέργειας, όταν η εφαρμογή τους είναι ήδη ιδιαίτερα δύσκολη.
Κλείνοντας, ο κ. Σίμογλου επισημαίνει ότι η γνώση του εχθρού από παραγωγούς, γεωπόνους και υπηρεσίες αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, η αποτελεσματική αντιμετώπισή του εξακολουθεί να εξαρτάται από τη συστηματική παρακολούθηση, την έγκαιρη επέμβαση όταν απαιτείται και την ορθή εφαρμογή των καλλιεργητικών πρακτικών που μειώνουν τους πληθυσμούς της επόμενης χρονιάς.