Καθώς οι μηλοπαραγωγοί εισέρχονται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη φυτοπροστασία των οπωρώνων τους, το ενδιαφέρον στρέφεται στη δεύτερη γενιά της καρπόκαψας, ενός από τους σημαντικότερους εχθρούς της μηλοκαλλιέργειας. Την ίδια στιγμή, οι γεωπόνοι παρακολουθούν και άλλους εχθρούς, όπως τους φυλλορήκτες, τους φυλλοδέτες και τα κοκκοειδή, η αντιμετώπιση των οποίων επηρεάζεται άμεσα από τα διαθέσιμα φυτοπροστατευτικά εργαλεία.
Με αφορμή τις εξελίξεις της περιόδου, επικοινωνήσαμε με τον γεωπόνο κ. Γιάννη Μούσια από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ορεινά Κισσάβου, ο οποίος περιέγραψε την εικόνα που καταγράφεται σήμερα στους μηλεώνες, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί και οι γεωπόνοι λόγω της περιορισμένης πλέον διαθεσιμότητας δραστικών ουσιών.
Η δεύτερη γενιά της καρπόκαψας και ο ρόλος των παγίδων
Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, η προσοχή αυτή την περίοδο στρέφεται κυρίως στη δεύτερη γενιά της καρπόκαψας. Η έναρξη των επεμβάσεων δεν βασίζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά στην παρακολούθηση των πληθυσμών μέσω των δελτοειδών παγίδων.
«Οι παγίδες, ξεκινώντας από τις πιο πρώιμες περιοχές, αρχίζουν να μας δείχνουν τις πρώτες συλλήψεις», αναφέρει χαρακτηριστικά. Όταν οι συλλήψεις παρουσιάζουν καθημερινή αύξηση για περίπου τέσσερις συνεχόμενες ημέρες, τότε θεωρείται ότι έχει έρθει η στιγμή για επέμβαση με κάποιο από τα σκευάσματα της κατηγορίας των ρυθμιστών ανάπτυξης.
Η καρπόκαψα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εχθρό της μηλιάς, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου εμφανίζονται αυξημένοι πληθυσμοί ή φαινόμενα ανθεκτικότητας. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται συχνές επεμβάσεις καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου. Οι προγραμματισμένες επεμβάσεις στη μηλοκαλλιέργεια αυτή την περίοδο αφορούν κυρίως την καρπόκαψα, καθώς πρόκειται για έναν εχθρό που εμφανίζεται έντονα σε αρκετές περιοχές και απαιτεί συνεχή παρακολούθηση.
Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, οι διαθέσιμες επιλογές σήμερα είναι ουσιαστικά τρεις: οι ρυθμιστές ανάπτυξης, οι ιοί και οι πυρεθρίνες. «Δεν έχουμε κάτι άλλο δυστυχώς στη φαρέτρα μας», τονίζει. Οι ιοί προορίζονται αποκλειστικά για την καρπόκαψα, χωρίς δράση στους υπόλοιπους εχθρούς, ενώ οι πυρεθρίνες δεν προσφέρουν ουσιαστική κάλυψη στα έντομα που συζητούνται αυτή την περίοδο.
Οι φυλλορήκτες που δεν βλέπουμε...
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συζήτησης αφορά τους φυλλορήκτες, ή «νάρκες» όπως συχνά αποκαλούνται από τους παραγωγούς. Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, οι φυλλορήκτες αποτελούν πραγματικό πρόβλημα τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γίνονται αντιληπτοί, επειδή καλύπτονται έμμεσα από τις επεμβάσεις που πραγματοποιούνται για την καρπόκαψα.
«Οι επεμβάσεις με τους ρυθμιστές που χρησιμοποιούμε για την καρπόκαψα καλύπτουν παράλληλα και τους φυλλορήκτες και τους φυλλοδέτες», εξηγεί. Μάλιστα, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι έχει συναντήσει περιπτώσεις όπου παραγωγοί που για κάποιο λόγο δεν εφάρμοσαν τέτοιου είδους σκευάσματα είδαν ξαφνικά προσβολές που είχαν να εμφανιστούν για δεκαετίες.
«Μπορεί να μπει κάποιος σε ένα κτήμα και να πει “είχα είκοσι χρόνια να το δω αυτό”. Η αιτία είναι ότι οι υπόλοιπες δραστικές ουσίες που διαθέτουμε δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά το πρόβλημα των φυλλορηκτών», σημειώνει. Όπως εξηγεί, περίπου στο 90% των κτημάτων εφαρμόζονται πλέον ρυθμιστές ανάπτυξης, γεγονός που εξηγεί γιατί σήμερα σπανίως παρατηρούνται σοβαρές προσβολές από φυλλορήκτες και φυλλοδέτες.
Κοκκοειδή: Η μάχη κρίνεται πριν ακόμη εμφανιστεί το πρόβλημα
Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά του στα κοκκοειδή, για τα οποία επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της αντιμετώπισης πραγματοποιείται πολύ νωρίτερα από την περίοδο που γίνονται ορατές οι ζημιές. Όπως αναφέρει, η βασική στρατηγική βασίζεται στις προανθικές επεμβάσεις με θερινούς πολτούς και κατάλληλα εγκεκριμένα εντομοκτόνα, τα οποία παραμένουν πάνω στο ξύλο και εμποδίζουν την εξάπλωση των πληθυσμών κατά τη διάρκεια της χρονιάς. «Όλη η δουλειά στα κοκκοειδή γίνεται ουσιαστικά στο προανθικό στάδιο», τονίζει.
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι παλαιότερα οι γεωπόνοι βασίζονταν σε οργανοφωσφορικά εντομοκτόνα και σε μια λογική που ήθελε τις κινητές μορφές των κοκκοειδών να εμφανίζονται περίπου από τα τέλη Μαΐου έως τις αρχές Ιουνίου, οπότε και ήταν ευκολότερη η καταπολέμησή τους. Σήμερα όμως οι διαθέσιμες δραστικές ουσίες δεν προσφέρουν την ίδια αποτελεσματικότητα, ακόμη και όταν διαθέτουν σχετικές εγκρίσεις.
Παράλληλα, εξηγεί ότι όταν γίνεται λόγος για κινητές μορφές των εντόμων δεν σημαίνει ότι έχει ήδη εμφανιστεί η ζημιά. «Αυτό είναι το καλό στάδιο για να παρέμβουμε προληπτικά», αναφέρει. Η παρουσία κινητών μορφών αποτελεί ουσιαστικά ένδειξη ότι βρισκόμαστε στο κατάλληλο χρονικό σημείο για επέμβαση, πριν το έντομο εγκατασταθεί σε μεγαλύτερη έκταση πάνω στο δέντρο ή στους καρπούς. Η ζημιά μπορεί να γίνει εμφανής αρκετές ημέρες ή ακόμη και έναν μήνα αργότερα, όταν πλέον θα έχουν εκδηλωθεί τα αποτελέσματα της προσβολής.
Τα κοκκοειδή προκαλούν υποβάθμιση της ποιότητας των καρπών μέσω των τσιμπημάτων και των χαρακτηριστικών σημαδιών που αφήνουν στην επιφάνειά τους. Παράλληλα όμως επηρεάζουν και το ίδιο το δέντρο. Από τις σταθεροποιημένες μορφές προκύπτουν συνεχώς νέες κινητές μορφές, οι οποίες επεκτείνονται σε ολοένα και μεγαλύτερη επιφάνεια. «Αν καλύπταμε μία επιφάνεια, μετά μπορεί να καλύπτουμε δύο και τρεις φορές μεγαλύτερη. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί απομυζούν τους χυμούς του δέντρου και, αν το αφήσουμε ακάλυπτο, μπορεί να φτάσουμε ακόμη και σε εξασθένηση ή ξήρανση του φυτού», επισημαίνει.
Περιορισμένες δραστικές ουσίες, αλλά συνεχής προσπάθεια για αποτελεσματική προστασία
Ο κ. Μούσιας αναγνωρίζει ότι σήμερα υπάρχουν χρονιές όπου οι παραγωγοί καλύπτονται ικανοποιητικά και άλλες όπου τα προβλήματα εμφανίζονται πιο έντονα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι εχθροί έχουν πάψει να αποτελούν απειλή.
Ο γεωπόνος εξηγεί ότι ακόμη και μέσα στα προγράμματα που εφαρμόζονται για την καρπόκαψα, οι γεωπόνοι προσπαθούν να καλύψουν όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες φυτοπροστασίας. Όπως αναφέρει, η πρώτη γενιά της καρπόκαψας διαρκεί περίπου ενάμιση μήνα, με τις βασικές επεμβάσεις να ξεκινούν περίπου 10-15 ημέρες μετά την πτώση των πετάλων και να συνεχίζονται στο επόμενο δεκαπενθήμερο. Με τον τρόπο αυτό καλύπτεται ένα διάστημα περίπου 25 ημερών, ενώ στη συνέχεια απομένουν ακόμη περίπου 15 ημέρες κατά τις οποίες συχνά απαιτούνται μία ή δύο επιπλέον επεμβάσεις. Στο πλαίσιο αυτών των εφαρμογών, οι γεωπόνοι ενσωματώνουν και σκευάσματα άλλων κατηγοριών, επιδιώκοντας να περιορίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο και τα υπόλοιπα προβλήματα που εμφανίζονται στον οπωρώνα.
«Δεν λέμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν λέμε ότι δεν κάνουν ζημιά. Απλώς προσπαθούμε με τα εργαλεία που διαθέτουμε να αντιμετωπίσουμε κάθε κατάσταση που προκύπτει», αναφέρει.
Όπως τονίζει, στόχος τόσο των γεωπόνων όσο και του συνεταιρισμού είναι να προσφέρουν στους παραγωγούς την καλύτερη δυνατή υποστήριξη με τα διαθέσιμα μέσα. Παρά τις δυσκολίες που δημιουργεί η έλλειψη ορισμένων δραστικών ουσιών, η προσπάθεια συνεχίζεται με στόχο τη διατήρηση της παραγωγικότητας και της ποιότητας των ελληνικών μήλων.