Το σιτάρι παραμένει μια καλλιέργεια με ισχυρό ιστορικό και παραγωγικό αποτύπωμα στην Ελλάδα. Παρότι ο ρόλος του στο αγροτικό εισόδημα και στη χρήση γης έχει μεταβληθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, τα επίσημα στοιχεία του FAOSTAT για τη χώρα επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε με σαφήνεια πώς εξελίχθηκαν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, η συνολική παραγωγή και οι αποδόσεις. Η διαχρονική ανάγνωση των δεδομένων αποκαλύπτει μια σταδιακή μετάβαση, χωρίς απότομες τομές ή αποσπασματικές εικόνες, αλλά με αλλαγές που αποτυπώνονται καθαρά στους αριθμούς και διαμορφώνουν τη σημερινή εικόνα της καλλιέργειας.
Καλλιεργούμενες εκτάσεις: από την κυριαρχία στη συρρίκνωση
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το σιτάρι κάλυπτε ένα εξαιρετικά μεγάλο μέρος της ελληνικής γεωργικής γης. Το 1961 οι συγκομιζόμενες εκτάσεις ξεπερνούσαν το 1,17 εκατ. εκτάρια και λίγα χρόνια αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας, κινούνταν πάνω από τα 1,2 εκατ. εκτάρια, επιβεβαιώνοντας τον κυρίαρχο ρόλο της καλλιέργειας εκείνη την περίοδο. Ακόμη και στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με περίπου 1,0 εκατ. εκτάρια το 1975, το σιτάρι διατηρούσε ισχυρό χωρικό αποτύπωμα. Η σταδιακή υποχώρηση γίνεται πιο εμφανής από τις επόμενες δεκαετίες. Το 1990 οι εκτάσεις μειώνονται στα 857.770 εκτάρια, σηματοδοτώντας μια αλλαγή πορείας που δεν φαίνεται να είναι παροδική. Το 2000 η καλλιέργεια περιορίζεται στα 737.483 εκτάρια, ενώ μέσα σε μία δεκαετία η μείωση επιταχύνεται, με τις εκτάσεις να υποχωρούν στα 355.880 εκτάρια το 2010.
Την τελευταία δεκαπενταετία, η εικόνα δείχνει να σταθεροποιείται σε αυτό το χαμηλότερο επίπεδο. Το 2020 και το 2024 οι συγκομιζόμενες εκτάσεις κινούνται κοντά στις 370.000 εκτάρια, με 376.950 εκτάρια το 2024, αποτυπώνοντας μια νέα, σαφώς μικρότερη αλλά πιο σταθερή κλίμακα για τη σιτοκαλλιέργεια στην Ελλάδα.
Παραγωγή: μεταβολές που δεν ακολουθούν γραμμικά τις εκτάσεις
Η εξέλιξη της παραγωγής σίτου στην Ελλάδα δεν ακολουθεί με ευθύγραμμο τρόπο τη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η συνολική παραγωγή διαμορφωνόταν σε περίπου 1,53 εκατ. τόνους, αντικατοπτρίζοντας το εκτατικό μοντέλο της εποχής. Κατά τη δεκαετία του 1970, παρά τις πρώτες ενδείξεις περιορισμού των εκτάσεων, η παραγωγή αυξάνεται αισθητά και το 1975 φτάνει τους 2,12 εκατ. τόνους, δείχνοντας ότι η καλλιέργεια αρχίζει να αποδίδει περισσότερο ανά μονάδα γης.
Η ανοδική αυτή πορεία συνεχίζεται μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το 1990 η παραγωγή αγγίζει τους 2,29 εκατ. τόνους, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα της περιόδου αναφοράς. Στη συνέχεια, η εικόνα αλλάζει σταδιακά. Το 2000 η παραγωγή περιορίζεται στους 1,92 εκατ. τόνους, αντανακλώντας σε κάποιο βαθμό τη συνεχιζόμενη μείωση των εκτάσεων.
Η πιο έντονη υποχώρηση καταγράφεται την επόμενη δεκαετία. Το 2010, με την καλλιεργούμενη γη πλέον σημαντικά μειωμένη, η παραγωγή πέφτει στους 1,10 εκατ. τόνους. Από εκεί και έπειτα, τα στοιχεία δείχνουν μια φάση σχετικής σταθεροποίησης. Το 2020 και το 2024 η συνολική παραγωγή παραμένει κοντά στο 1,2 εκατ. τόνους, με 1.209.310 τόνους το 2024, αποτυπώνοντας μια νέα ισορροπία ανάμεσα στον περιορισμένο πλέον όγκο των εκτάσεων και τη διατηρούμενη παραγωγική ικανότητα της καλλιέργειας.
Αποδόσεις: ο δείκτης που αλλάζει το ισοζύγιο
Οι αποδόσεις αποτελούν τον παράγοντα που εξηγεί γιατί η συνολική παραγωγή σίτου δεν ακολούθησε πτωτική πορεία ανάλογη με τη μείωση των εκτάσεων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η μέση απόδοση ανερχόταν σε 1.302,6 κιλά ανά εκτάριο, αποτυπώνοντας τις τεχνικές και ποικιλιακές δυνατότητες της εποχής. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, οι αποδόσεις αυξάνονται σταθερά και μέχρι το 1975 φτάνουν τα 1.933,2 κιλά ανά εκτάριο, δείχνοντας μια πρώτη ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας.
Η ανοδική αυτή τάση συνεχίζεται και τις επόμενες δεκαετίες. Το 1990 οι αποδόσεις ανέρχονται στα 2.666,6 κιλά ανά εκτάριο, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με το παρελθόν. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 παρατηρείται μια φάση σχετικής σταθεροποίησης, με τις αποδόσεις να διαμορφώνονται στα 2.604,4 κιλά ανά εκτάριο το 2000, πριν ακολουθήσει νέα άνοδος.
Το 2010 η μέση απόδοση ξεπερνά τα 3.000 κιλά ανά εκτάριο, φτάνοντας τα 3.077,3 κιλά, ενώ το 2024 διαμορφώνεται στα 3.208,1 κιλά ανά εκτάριο. Η μακροχρόνια αυτή βελτίωση καταγράφει μια σαφή ενίσχυση της παραγωγικότητας ανά μονάδα γης, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία, λειτούργησε αντισταθμιστικά απέναντι στη σημαντική μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.
Η συνολική εικόνα του σιταριού
Η διαχρονική ανάγνωση των στοιχείων δείχνει ότι το σιτάρι στην Ελλάδα μετακινήθηκε από ένα εκτατικό μοντέλο, με πολύ μεγάλο χωρικό αποτύπωμα, σε μια περίοδο σαφούς συρρίκνωσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Παρά τη μείωση αυτή, η συνολική παραγωγή δεν ακολούθησε αντίστοιχα απότομη πτώση, καθώς οι αποδόσεις βελτιώθηκαν σταθερά στο πέρασμα των δεκαετιών.
Η εικόνα που προκύπτει από τα επίσημα δεδομένα είναι εκείνη μιας καλλιέργειας που λειτουργεί πλέον σε μικρότερη κλίμακα, αλλά με υψηλότερη παραγωγικότητα ανά μονάδα γης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αποτυπώνει με σαφήνεια τη μετατόπιση του βάρους από την έκταση στην αποδοτικότητα, διαμορφώνοντας το σημερινό αποτύπωμα του σίτου στην ελληνική γεωργία.
Πηγή δεδομένων: FAOSTAT