Η περίοδος που διανύουμε αποτελεί μία από τις πιο κρίσιμες για την παρακολούθηση του Διαβρώτικα του αραβοσίτου, καθώς η αύξηση των εξόδων των ενηλίκων συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της άνθησης του αραβοσίτου. Η εικόνα αυτή είναι αρκετή για να προκαλέσει εγρήγορση σε αρκετούς παραγωγούς, ιδιαίτερα όταν παρατηρούν μεγάλους αριθμούς ενηλίκων πάνω στους στύλους και στους σπάδικες.
Για το τι πραγματικά σημαίνει η παρουσία του εντόμου αυτή την περίοδο, ποια μέτρα έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά και ποιες πρακτικές δεν προσφέρουν ουσιαστικό αποτέλεσμα, μίλησε στο περιοδικό μας ο γεωπόνος της ΔΑΟΚ Δράμας, Κωνσταντίνος Σίμογλου, μεταφέροντας την εμπειρία της υπηρεσίας από την παρακολούθηση του εντόμου τα τελευταία χρόνια.
Οι ψεκασμοί κατά των ενηλίκων δεν δίνουν ουσιαστικό αποτέλεσμα
Όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, αυτή την περίοδο παρατηρείται αυξημένη έξοδος των ενηλίκων του Διαβρώτικα, η οποία συμπίπτει με την έναρξη της άνθησης του αραβοσίτου. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ενηλίκων πάνω στους νηματοειδείς στύλους και στους σπάδικες συχνά προκαλεί έντονο προβληματισμό στους παραγωγούς, καθώς δημιουργείται η εντύπωση ότι απαιτείται άμεση επέμβαση.
«Τώρα βλέπουμε έναν αυξημένο πληθυσμό ενηλίκων και γι' αυτό θεωρώ ότι το έντομο είναι ιδιαίτερα επίκαιρο», σημειώνει χαρακτηριστικά. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η παρουσία των ενηλίκων στην καλλιέργεια δεν σημαίνει από μόνη της ότι απαιτείται επέμβαση, γεγονός που αποτελεί μία από τις συνηθέστερες παρανοήσεις γύρω από το έντομο.
Ένα από τα βασικά σημεία που υπογραμμίζει ο γεωπόνος της ΔΑΟΚ Δράμας είναι ότι έχει διαμορφωθεί κατά καιρούς η αντίληψη πως ο ψεκασμός των ενηλίκων κατά την άνθηση του αραβοσίτου μπορεί να περιορίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα. Όπως αναφέρει, στο παρελθόν εφαρμόστηκαν ψεκασμοί με νεφελοψεκαστήρες, ενώ τελευταία γίνεται συζήτηση ακόμη και για εφαρμογές με drones, τα οποία όμως δεν έχουν ακόμη ρυθμιστεί νομοθετικά.
Στην πράξη, όμως, οι εφαρμογές αυτές δεν προσφέρουν ουσιαστικό όφελος. Όπως εξηγεί, ακόμη και όταν παρατηρείται προσωρινή μείωση του αριθμού των ενηλίκων, μέσα σε περίπου μία εβδομάδα οι συλλήψεις επανέρχονται στα προηγούμενα επίπεδα, καθώς συνεχίζεται η σταδιακή έξοδος νέων ενηλίκων και παράλληλα μετακινούνται έντομα από γειτονικές καλλιέργειες.
Ο ίδιος μεταφέρει μάλιστα εμπειρία από αγρό στον οποίο λειτουργούσε παγίδα του δικτύου παρακολούθησης της υπηρεσίας. Μετά τον ψεκασμό παρατηρήθηκε πρόσκαιρη μείωση των συλλήψεων, όμως την επόμενη εβδομάδα οι πληθυσμοί είχαν επανέλθει στα φυσιολογικά επίπεδα. Όπως τονίζει, ακόμη και η προσπάθεια περιορισμού της ωοτοκίας μέσω τέτοιων ψεκασμών δεν μπορεί να επιτευχθεί στην πράξη, καθώς είναι αδύνατος ο συγχρονισμός της επέμβασης με τη συνεχή έξοδο και μετακίνηση των ενηλίκων, μεταξύ των οποίων μπορεί να υπάρχουν και γονιμοποιημένα θηλυκά. «Το αποτέλεσμα δεν έρχεται», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, η πρακτική αυτή δεν είναι μόνο περιορισμένης αποτελεσματικότητας, αλλά συνεπάγεται και σημαντικό κόστος για τον παραγωγό. Όπως αναφέρει, σε συζήτηση που είχε στο παρελθόν με παραγωγό περίπου 100 στρεμμάτων, το κόστος του ψεκασμού με νεφελοψεκαστήρα, μαζί με τα σκευάσματα, έφτανε περίπου τα 2.000 ευρώ, χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχο πρακτικό αποτέλεσμα στην καλλιέργεια.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι έχουν υπάρξει ακόμη και περιπτώσεις όπου συστήθηκαν προληπτικοί ψεκασμοί μέσα στον Ιούνιο, σε στάδιο που το έντομο δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στην περιοχή. Όπως εξηγεί, στην Ανατολική Μακεδονία οι πρώτες συλλήψεις ξεκινούν συνήθως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου, αρχικά με πολύ μικρούς αριθμούς, αυξάνονται σταδιακά και προς τα τέλη του μήνα παρατηρούνται πλέον σημαντικότεροι πληθυσμοί. Ωστόσο, οι έξοδοι των ενηλίκων δεν γίνονται όλες μαζί, αλλά συνεχίζονται σταδιακά, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αποτελεσματική στόχευση ενός ψεκασμού. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι συνεχείς ψεκασμοί αυξάνουν και τον κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα στα εντομοκτόνα που εφαρμόζονται στο υπέργειο τμήμα του φυτού, κάτι που έχει αποδειχθεί μέσα από τη μακρόχρονη εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η αμειψισπορά αποτελεί το βασικότερο μέτρο αντιμετώπισης
Σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, η αποτελεσματικότερη μέθοδος αντιμετώπισης του διαβρωτικού παραμένει διαχρονικά η αμειψισπορά. Όπως εξηγεί, το έντομο αναπτύσσει μία γενεά τον χρόνο και έχει έναν ξενιστή, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα αποτελεσματική την αλλαγή καλλιέργειας μετά τον αραβόσιτο. «Η αμειψισπορά είναι το βασικότερο μέτρο αντιμετώπισης. Αν το αξιοποιούσαμε σωστά, δεν θα χρειαζόταν να κάνουμε σχεδόν τίποτε άλλο», τονίζει.
Αναφερόμενος στη διεθνή εμπειρία, εξηγεί ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου επί πολλές δεκαετίες εφαρμόστηκε το σύστημα αραβόσιτος-σόγια-αραβόσιτος-σόγια, επιλέχθηκε σταδιακά πληθυσμός του εντόμου που ωοτοκούσε σε γειτονικά χωράφια με σόγια, εξασφαλίζοντας ότι την επόμενη χρονιά οι προνύμφες θα έβρισκαν ξανά αραβόσιτο. Όπως επισημαίνει, το φαινόμενο αυτό δεν υπάρχει πουθενά στην Ευρώπη. Για τον λόγο αυτό, στην Ελλάδα η αντικατάσταση του αραβοσίτου με οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια παραμένει ιδιαίτερα αποτελεσματική στη διακοπή του βιολογικού κύκλου του εντόμου.
Όταν δεν μπορεί να εφαρμοστεί αμειψισπορά: χρήση κοκκωδών εντομοκτόνων
Ο γεωπόνος της ΔΑΟΚ Δράμας αναγνωρίζει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου, για πρακτικούς ή οικονομικούς λόγους, οι παραγωγοί αδυνατούν να εφαρμόσουν αμειψισπορά σε όλες τις εκτάσεις τους.
Σε αγρούς όπου ο αραβόσιτος καλλιεργείται για δεύτερη ή ακόμη περισσότερο για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και παράλληλα έχει διαπιστωθεί υψηλός πληθυσμός ενηλίκων, με αυξημένη πιθανότητα ωοτοκίας, θεωρεί ότι η χρήση κοκκωδών εντομοκτόνων εδάφους αποτελεί την πιο αποτελεσματική επιλογή.
Η εφαρμογή πραγματοποιείται συνήθως στα μέσα Μαΐου, όταν η καλλιέργεια βρίσκεται περίπου στο στάδιο των 5-9 φύλλων και συμπίπτει με το σκάλισμα του αραβοσίτου. Όπως αναφέρει, υπάρχουν εγκεκριμένα σκευάσματα για τη συγκεκριμένη χρήση, τα οποία μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά το ριζικό σύστημα και να περιορίσουν τις ζημιές που οδηγούν σε πλαγιάσματα των φυτών.
Η επάρκεια νερού είναι το σημαντικότερο μέτρο κατά την άνθηση
Σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, στο στάδιο όπου βρίσκεται σήμερα η καλλιέργεια, δηλαδή στην έναρξη της άνθησης, το σημαντικότερο μέτρο που μπορεί να λάβει ο παραγωγός δεν είναι κάποια επέμβαση κατά των ενηλίκων, αλλά η εξασφάλιση επαρκούς αρδευτικού νερού.
Όπως εξηγεί, οι νηματοειδείς στύλοι του αραβοσίτου συνεχίζουν να αναπτύσσονται μέχρι να ολοκληρωθεί η γονιμοποίηση. Έτσι, ακόμη και αν τα ενήλικα τραφούν από τους στύλους, η συνεχής διαθεσιμότητα νερού επιτρέπει στο φυτό να παράγει νέο ιστό, διατηρώντας τις προϋποθέσεις για ικανοποιητική επικονίαση και καρπόδεση. «Ας τους τρώνε τους στύλους τα ενήλικα. Αν υπάρχει νερό, οι στύλοι συνεχίζουν να μεγαλώνουν και την επόμενη ημέρα μπορεί να έχουν αναπτυχθεί ακόμη και δύο εκατοστά, επιτρέποντας να γίνει κανονικά η επικονίαση και η γονιμοποίηση», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι το συμπέρασμα αυτό δεν βασίζεται μόνο στη διεθνή βιβλιογραφία και στην εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και σε πολυετείς μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα. Όπως σημειώνει, τα αποτελέσματα των παρατηρήσεων της τελευταίας δεκαετίας έδειξαν επανειλημμένα ότι, όταν η καλλιέργεια διαθέτει επαρκές νερό, τα ενήλικα του διαβρωτικού δεν δημιουργούν ουσιαστικό πρόβλημα στην καρπόδεση. Εξαίρεση μπορεί να αποτελέσουν μόνο συνθήκες έντονης έλλειψης νερού, όπου όμως η ίδια η καλλιέργεια βρίσκεται ήδη υπό σοβαρή καταπόνηση.
Για τον λόγο αυτό, η ΔΑΟΚ Δράμας εκδίδει κάθε χρόνο σχετική ενημέρωση προς τους παραγωγούς, επισημαίνοντας ότι η διασφάλιση της άρδευσης την περίοδο της άνθησης αποτελεί το σημαντικότερο μέτρο για την αποφυγή προβλημάτων από το Διαβρώτικα.
Η εμπειρία από τα Τενάγη Φιλίππων και η σημερινή εικόνα
Ο κ. Σίμογλου αναφέρεται και στην πρώτη περίοδο έντονων προσβολών που καταγράφηκαν στην περιοχή, υπενθυμίζοντας ότι το 2017 παρατηρήθηκαν σοβαρές ζημιές στα Τενάγη Φιλίππων, μια εκτεταμένη περιοχή που περιλαμβάνει τμήματα των Περιφερειακών Ενοτήτων Δράμας, Καβάλας και Σερρών. Πρόκειται για περιοχή με οργανικά εδάφη και ιδιαίτερο τρόπο άρδευσης, όπου η καλλιέργεια αρδεύεται μέσω της ανόδου του υδροφόρου ορίζοντα, μετά το κλείσιμο των στραγγιστικών τάφρων. Εκείνη τη χρονιά, ωστόσο, οι συνθήκες έντονης λειψυδρίας και οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες δεν επέτρεψαν την ομαλή λειτουργία του συστήματος, με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν σοβαρές προσβολές στο ριζικό σύστημα, εκτεταμένα πλαγιάσματα και σημαντικές απώλειες παραγωγής.
Όπως επισημαίνει, η συγκεκριμένη περίπτωση ανέδειξε ότι η σοβαρή ζημιά συνδέεται κυρίως με την καταπόνηση της καλλιέργειας από την έλλειψη νερού και όχι αποκλειστικά με την παρουσία του εντόμου. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική. Σύμφωνα με τον ίδιο, εδώ και περισσότερο από πέντε χρόνια δεν έχουν παρατηρηθεί αντίστοιχα προβλήματα στην περιοχή, γεγονός που αποδίδει κυρίως στην ευρύτερη εφαρμογή της αμειψισποράς και στη μεγαλύτερη εξοικείωση των παραγωγών με τη διαχείριση του εντόμου. «Πιστεύω ότι ένα τόσο ακραίο φαινόμενο δύσκολα θα το ξαναδούμε. Εδώ και αρκετά χρόνια δεν έχουμε εμφανίσεις τέτοιων προβλημάτων», σημειώνει.
Με βάση τη σημερινή εικόνα και την εμπειρία που έχει αποκτηθεί, ο κ. Σίμογλου εκτιμά ότι το Διαβρώτικα αποτελεί πλέον ένα έντομο που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, αρκεί οι παραγωγοί να εφαρμόζουν τα μέτρα που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στις ελληνικές συνθήκες και να ακολουθούν τις οδηγίες των αρμόδιων υπηρεσιών.