Μετά από πολύχρονες διαπραγματεύσεις με την Κοινότητα προχώρησε η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ινδία.
Τα οφέλη από μια τέτοια συμφωνία αγγίζουν και την Ελλάδα, καθώς –σε αντίθεση με τη Mercosur– εξαιτίας του λιμανιού του Πειραιά η χώρα μας μπορεί να μετατραπεί σε διαμετακομιστικό κόμβο (logistics) για όλη την Ευρώπη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τα αγροτικά προϊόντα. Πιέσεις ενδέχεται να δεχτούν ορισμένα φρούτα, κυρίως εσπεριδοειδή, μετά το 2026.
Η συμφωνία ενώ έχει υπογραφεί δεν έχει φτάσει στο τελικό της στάδιο κι αναμένεται τους επόμενους μήνες να ολοκληρωθεί στο Κοινοβούλιο. Πρόσφατα ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία, στην οποία μετείχε κι ο Έλληνας ευρωβουλευτής της ΝΔ, Δημήτρης Τσιόδρας, όπου επισκέφθηκαν εταιρείες κυρίως τεχνολογίας.
Οι εξαγωγές της Ινδίας προς την Ελλάδα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, βρίσκονται μόλις στην 70ή θέση, γεγονός που ανοίγει δρόμο για βελτίωση των αριθμητικών δεδομένων. Η αξία των ινδικών εξαγωγών προς την Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 0,09%, δηλαδή περίπου 1,055.170 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της κυβέρνησης της Ινδίας για την περίοδο 2024–25. Ακόμη χειρότερα είναι τα δεδομένα των ελληνικών εξαγωγών προς την Ινδία, οι οποίες δεν καταλαμβάνουν καν ικανό μέγεθος κατάταξης.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
Πόσο όμως ωφελεί τον αγροτικό τομέα μια εμπορική συμφωνία με μια τόσο μεγάλη χώρα; Η Ινδία έχει διαφορετικά διακυβεύματα ως προς την τροφή, τόσο για φιλοσοφικούς και θρησκευτικούς λόγους όσο και για αμιγώς πρακτικούς. Πρώτο μέλημά της είναι να ταΐσει τον πληθυσμό της, που έχει ξεπεράσει το 1,417 δισ. ανθρώπους, αποτελώντας περίπου το 17% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το νούμερο αυτό έχει ήδη ξεπεραστεί.
Πρόκειται για μια τεράστια χώρα με διαφορετικές κάστες, (είδος κοινωνικών τάξεων με βάση τη θρησκεία) καθεμία από τις οποίες διαθέτει διαφορετικές καταναλωτικές συνήθειες και αγοραστική δύναμη. Παράλληλα, ένα σημαντικό κομμάτι της ινδικής ελίτ γνωρίζει την ευρωπαϊκή κουλτούρα, είτε λόγω της αποικιοκρατίας είτε επειδή έχει σπουδάσει στην Ευρώπη, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία, αποκτώντας γνώση «εκ των έσω».
Με τη συμφωνία προς το παρόν δεν αίρονται όλα τα τελωνειακά εμπόδια και από τις δύο πλευρές. Σε ορισμένα προϊόντα οι τελωνειακοί δασμοί μειώνονται πλήρως, σε άλλα εφαρμόζεται ένα είδος προστατευτισμού και μειώνονται σταδιακά ενώ σε κάποια διατηρούνται. Επιπλέον, η Ινδία έχει υποχρεωθεί από την πλευρά της ΕΕ να τηρεί φυτοϋγειονομικά πρωτόκολλα, ενώ έχουν τεθεί και από τις δύο πλευρές ζητήματα που αφορούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη βιοασφάλεια.
Η ινδική οικονομία, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές της Ελλάδας, διατηρεί ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική (+6,5%), εδραιώνοντας τη θέση της ως παγκόσμιας υπερδύναμης, με αιχμή την εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις σε υποδομές. Παρότι εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν πάμφτωχοι, η Ινδία αποτελεί τη δεύτερη ανερχόμενη υπερδύναμη στην Ασία, έχοντας δημιουργήσει τεράστια δυναμική στην καινοτομία.
ΕΤΗΣΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΒΕΠ
Σύμφωνα με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, οι δύο πλευρές –Ελλάδα και Ινδία– έχουν επεκτείνει τις οικονομικές και στρατηγικές τους σχέσεις, οι οποίες καταγράφουν ισχυρή ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 8,2%. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας οικονομικός διάδρομος με αφετηρία το λιμάνι του Πειραιά, που θα διευκολύνει το εμπόριο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης.
Το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου ’26 ταξίδεψαν ευρωβουλευτές από την Κοινότητα στις περιοχές Μουμπάι, Πούνε και Μπενγκαλουρού προκειμένου να συζητήσουν θέματα που αφορούν νομοθετικές προτεραιότητες για την εσωτερική αγορά και την προστασία των καταναλωτών. Εκεί είδαν οικοσυστήματα, σχετικά με την ψηφιακή τεχνολογία.
ΓΕΩΠΟΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ
Η Ινδία διαθέτει κορυφαία γεωπονικά πανεπιστήμια, όπως του Παντζάμπ (PAU), του Ταμίλ Ναντού (TNAU), το Πανεπιστήμιο Μπαναράς (BHU), το Πανεπιστήμιο Γεωργίας και Τεχνολογίας στο Παντραγκάντ (GB Pant), το Πανεπιστήμιο Γεωργικών Επιστημών στο Κασμίρ, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Χαριάνα Τσαουντάρι, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο της Κεράλα κ.ά.
Η Ινδία διαθέτει υψηλό επίπεδο καινοτομίας στον αγροτικό τομέα και έχει βελτιώσει σημαντικά τα μεγέθη της, με τα μπαχαρικά να κατέχουν κεντρικό ρόλο στην κουζίνα της. Παράλληλα, όμως, το ζήτημα της ποιότητας του νερού παραμένει κρίσιμο. Στη χώρα λειτουργούν 64 ινστιτούτα αγροτικής έρευνας, από τα οποία η Ελλάδα θα μπορούσε να αντλήσει τεχνογνωσία για διάφορα προϊόντα.
Η ΙΝΔΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ
Η ινδική κουζίνα διαφέρει σημαντικά από την ευρωπαϊκή, ωστόσο χρησιμοποιεί υλικά –κυρίως χόρτα και λαχανικά– που συναντώνται και στη μεσογειακή διατροφή. Περίπου το 60% του πληθυσμού είναι ινδουιστές και δεν καταναλώνουν μοσχαρίσιο κρέας. Η διατροφή των Ινδών βασίζεται κυρίως σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, πατάτες και ψωμί, γεγονός που στρέφει το ενδιαφέρον κυρίως στα τρόφιμα που απευθύνονται σε χορτοφάγους.
Οι Ινδοί ασχολούνται εκτενώς με τα μπαχαρικά σε σπόρους, όπως ο κόλιανδρος, το κύμινο, ο άνηθος και ο μάραθος, ενώ πιέσεις ενδέχεται να δεχτεί και ο κρόκος Κοζάνης, καθώς υπάρχει αφθονία σαφράν στην ινδική αγορά. Η Ινδία παράγει αλιεύματα που δεν είναι της ίδιας ποιότητας με εκείνα των ελληνικών θαλασσών. Ωστόσο, λόγω της μεγάλης απόστασης, πιέσεις ενδέχεται να δεχτούν κυρίως τα ελληνικά κατεψυγμένα αλιεύματα.
Η Ινδία έχει επιλέξει να προστατεύσει τη γεωργία της, η οποία αποτελεί κεντρικό πυλώνα της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής. Έτσι, το γεωργικό στοιχείο είναι περιορισμένο στη συμφωνία, με ευαίσθητα προϊόντα να εξαιρούνται από τις παραχωρήσεις, οι οποίες περιορίζονται κυρίως σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα κρασιά και τα οινοπνευματώδη ποτά.
Παρότι είναι η 7η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο σε έκταση, αποφεύγει τη διακίνηση τροφίμων εντός της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμάται ότι πιέσεις θα δεχτεί και το ελληνικό βαμβάκι. Στα θετικά της συμφωνίας συγκαταλέγεται το γεγονός ότι εξαιρούνται, σύμφωνα με τον επίτροπο Χάνσεν, από την απελευθέρωση τόσο το βόειο κρέας όσο και το κοτόπουλο, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Κατά συνέπεια, η συμφωνία αφήνει εκτός πεδίου εφαρμογής ευαίσθητα γεωργικά προϊόντα –όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά, τη ζάχαρη, το ρύζι, το γάλα και τα γαλακτοκομικά– και δεν προβλέπει σημαντικό άνοιγμα της ινδικής γεωργικής αγοράς, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση.
Οι κύριες παραχωρήσεις αφορούν κυρίως τα ευρωπαϊκά κρασιά και τα οινοπνευματώδη, με σταδιακή μείωση των ινδικών τελωνειακών δασμών, που σήμερα υπερβαίνουν το 100%, σε περίπου 30% μέσα σε επτά χρόνια. Έτσι, ανοίγει ένας δρόμος για το ελληνικό ελαιόλαδο –σε μια χώρα όπου καταναλώνονται διαφορετικά είδη λαδιών– αλλά και για τα ελληνικά κρασιά. Η Ινδία παραδοσιακά καταναλώνει ουίσκι, ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η κατανάλωση κρασιού, κυρίως από το γυναικείο κοινό.
Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΔΑΣΜΩΝ
Η Ινδία αντιπροσωπεύει περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και πάνω από το 30% του παγκόσμιου εμπορίου. Οι μειώσεις των δασμών αναμένεται να διπλασιάσουν τις εξαγωγές της ΕΕ προς την Ινδία έως το 2032, οδηγώντας σε εξοικονόμηση περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Η εμπορική συμφωνία προβλέπει μειώσεις δασμών στο 96,6% των αγαθών που εξάγει η ΕΕ προς την Ινδία μέσα στα επόμενα 5–7 χρόνια. Αντίστοιχα, η ΕΕ θα μειώσει τους δασμούς σε περίπου 99% των προϊόντων που εισάγει από την Ινδία, εξασφαλίζοντας φθηνότερη πρόσβαση σε μηχανήματα, αυτοκίνητα, χημικά, φάρμακα, υφάσματα και δέρματα.
Η συμφωνία ευνοεί, φυσικά, κυρίως τις μεγάλες χώρες της ΕΕ, καθώς οι δασμοί στα 250.000 ευρωπαϊκά αυτοκίνητα που εισάγονται ετησίως στην Ινδία θα μειωθούν στο 10% από 110%. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί καταλύτη για τη διασύνδεση οικοσυστημάτων επιχειρηματικότητας, τεχνολογίας και εφοδιαστικής αλυσίδας, στα οποία προσβλέπει και η Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το διμερές εμπόριο Ελλάδας–Ινδίας έχει φτάσει περίπου τα 1,95 δισ. δολάρια και προβλέπεται να ενισχυθεί με στόχο τα 5 δισ. δολάρια έως το 2030, στις συνολικές εμπορικές συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών, εφόσον ενισχυθούν οι σχέσεις και οι συμφωνίες. Η Ελλάδα θεωρείται από την πλευρά της Ινδίας σημαντική πύλη προς την ΕΕ για τις εμπορικές ροές.
Μέχρι σήμερα, τα κύρια προϊόντα που εισάγει η Ελλάδα από την Ινδία είναι φαρμακευτικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, μηχανήματα και ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, χημικά και πλαστικά, ρύζι και μπαχαρικά. Οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ινδία αφορούν κυρίως αλουμίνιο, ορυκτά, άλατα, χημικές ύλες, χαλκό, φρούτα, μάρμαρα και δομικά υλικά. Το διμερές εμπόριο χαρακτηρίζεται από έντονη ασυμμετρία, με αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο για την Ελλάδα. Παρά το μικρό μέγεθος των εξαγωγών, η Ινδία παραμένει στρατηγική αγορά υψηλής δυναμικής και σημαντική ευκαιρία για επενδύσεις.