Η ποιότητα των ζωοτροφών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την υγεία, την απόδοση και τελικά τη βιωσιμότητα της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Πολλές φορές, όμως, ακόμα και πρώτες ύλες που θεωρούνται θρεπτικά επαρκείς, κρύβουν ουσίες οι οποίες περιορίζουν τη διατροφική τους αξία και επηρεάζουν αρνητικά την αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών από τα ζώα. Οι ουσίες αυτές είναι γνωστές ως αντιδιατροφικοί παράγοντες και η παρουσία τους στις ζωοτροφές αποτελεί ένα ζήτημα που χρειάζεται προσεκτική διαχείριση.
Οι αντιδιατροφικοί παράγοντες είναι φυσικές ενώσεις που απαντώνται κυρίως σε φυτικές πρώτες ύλες και μπορούν είτε να μειώσουν τη διαθεσιμότητα βασικών θρεπτικών στοιχείων είτε να προκαλέσουν διαταραχές στον οργανισμό των ζώων. Η ένταση των επιπτώσεών τους διαφέρει ανάλογα με το είδος του ζώου, τη συγκέντρωση της ουσίας και τη συνολική σύνθεση του σιτηρεσίου.
Πώς επηρεάζουν τη θρεπτική αξία των ζωοτροφών
Οι φυτικές πρωτεΐνες περιέχουν, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, αντιδιατροφικούς παράγοντες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η παρουσία τους έχει περιορισμένη σημασία, ενώ σε άλλες μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την πεπτικότητα και την αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών. Τα μονογαστρικά ζώα εμφανίζονται πιο ευαίσθητα, καθώς δεν διαθέτουν τον μικροβιακό μηχανισμό που έχουν τα μηρυκαστικά και ο οποίος μπορεί να περιορίσει τη δράση αυτών των ουσιών.
Ορισμένοι αντιδιατροφικοί παράγοντες παρεμποδίζουν τη δράση πεπτικών ενζύμων, με αποτέλεσμα να μειώνεται η απορρόφηση πρωτεϊνών, αμύλου και λιπών. Άλλοι σχηματίζουν σύμπλοκα με μέταλλα και ιχνοστοιχεία, περιορίζοντας τη βιοδιαθεσιμότητά τους, ενώ σε πιο έντονες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν μεταβολικές διαταραχές, μειωμένη ανάπτυξη ή και προβλήματα υγείας.
Οι κυριότεροι αντιδιατροφικοί παράγοντες στις ζωοτροφές
Μεταξύ των σημαντικότερων αντιδιατροφικών παραγόντων συγκαταλέγονται οι παρεμποδιστές πρωτεασών, οι λεκτίνες και οι ταννίνες, που συναντώνται συχνά σε ψυχανθή και άλλες φυτικές πρώτες ύλες. Οι παρεμποδιστές πρωτεασών μειώνουν την πεπτικότητα των πρωτεϊνών και επιβαρύνουν τη λειτουργία του παγκρέατος, επηρεάζοντας συνολικά την ανάπτυξη των ζώων. Οι λεκτίνες δρουν στο εντερικό επιθήλιο, περιορίζουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές στο πεπτικό σύστημα. Οι ταννίνες σχηματίζουν ισχυρά σύμπλοκα με πρωτεΐνες και ένζυμα, οδηγώντας σε χαμηλότερη πεπτικότητα και αυξημένες απώλειες αζώτου.
Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης οι μη-αμυλούχοι πολυσακχαρίτες, οι οποίοι αυξάνουν το ιξώδες του πεπτικού περιεχομένου και μειώνουν την αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών, καθώς και η φυτίνη, που δεσμεύει φωσφόρο και άλλα ανόργανα στοιχεία. Σε ορισμένες πρώτες ύλες απαντώνται και τοξικές ενώσεις, όπως η γκοσσυπόλη ή η λιναμαρίνη, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά την υγεία και την απόδοση των ζώων όταν δεν υπάρχει κατάλληλη διαχείριση.
Μέθοδοι μείωσης των αντιδιατροφικών παραγόντων
Η αντιμετώπιση των αντιδιατροφικών παραγόντων βασίζεται κυρίως στη σωστή επεξεργασία των πρώτων υλών πριν την ένταξή τους στο σιτηρέσιο. Μία από τις κατευθύνσεις που έχουν διερευνηθεί είναι η δημιουργία φυτών με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αντιδιατροφικούς παράγοντες. Αν και τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνο και δεν εξασφαλίζει πάντα σταθερότητα στα χαρακτηριστικά των φυτών.
Στην πράξη, οι φυσικές μέθοδοι επεξεργασίας αποτελούν τη συνηθέστερη λύση. Η μηχανική επεξεργασία, όπως η αφαίρεση των καρπόφυλλων σε ορισμένα ψυχανθή, μπορεί να μειώσει σημαντικά την περιεκτικότητα σε ταννίνες και να βελτιώσει την πεπτικότητα και την απόδοση των ζώων. Ωστόσο, δεν είναι αποτελεσματική για όλους τους αντιδιατροφικούς παράγοντες, καθώς ορισμένοι εντοπίζονται σε άλλα μέρη του σπόρου.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η θερμική επεξεργασία, η οποία βασίζεται στη μετουσίωση πρωτεϊνικών αντιδιατροφικών παραγόντων. Μέθοδοι όπως ο βρασμός, η χρήση ατμού υπό πίεση, ο μικροϊονισμός, το ψήσιμο και η εξώθηση έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές στη μείωση λεκτινών και παρεμποδιστών πρωτεασών, βελτιώνοντας συνολικά τη θρεπτική αξία των ζωοτροφών. Η αποτελεσματικότητα της θερμικής επεξεργασίας εξαρτάται από τη θερμοκρασία, τη διάρκεια, την υγρασία της πρώτης ύλης και τις συνθήκες εφαρμογής, καθώς η υπερβολική επεξεργασία μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες αμινοξέων.
Ο ρόλος των ενζύμων στη βελτίωση της αξιοποίησης των ζωοτροφών
Τα τελευταία χρόνια, η χρήση ενζύμων έχει συμβάλει σημαντικά στη μείωση των επιπτώσεων των αντιδιατροφικών παραγόντων. Τα ένζυμα χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της πεπτικότητας τροφών που περιέχουν μη-αμυλούχους πολυσακχαρίτες ή φυτίνη, ενισχύοντας την αξιοποίηση των θρεπτικών στοιχείων και μειώνοντας τις απώλειες. Η προσθήκη κατάλληλων ενζυμικών παραγόντων έχει συνδεθεί με καλύτερη πεπτικότητα πρωτεϊνών και πιο αποδοτική χρήση φωσφόρου και άλλων ανόργανων στοιχείων.
Ένα ζήτημα που απαιτεί προσεκτική διαχείριση
Η παρουσία αντιδιατροφικών παραγόντων στις ζωοτροφές δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να αποκλείονται συγκεκριμένες πρώτες ύλες. Αντίθετα, απαιτείται σωστή αξιολόγηση, κατάλληλη επεξεργασία και ισορροπημένη ένταξη στο σιτηρέσιο. Η ανεξέλεγκτη χρήση ζωοτροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε τέτοιες ουσίες μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη απόδοση, προβλήματα υγείας και οικονομικές απώλειες.
Η προσεκτική επιλογή και επεξεργασία των ζωοτροφών αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διασφάλιση της παραγωγικότητας και της ευζωίας των ζώων. Η γνώση των αντιδιατροφικών παραγόντων και των τρόπων αντιμετώπισής τους επιτρέπει στον παραγωγό να αξιοποιεί αποτελεσματικά τις διαθέσιμες πρώτες ύλες, χωρίς να υποβαθμίζεται η διατροφική αξία του σιτηρεσίου.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 5/2009, «Οι αντιδιατροφικοί παράγοντες στις ζωοτροφές και οι τρόποι αντιμετώπισής τους», Β. Ντότας, Δ. Γουρδουβέλης, Κ. Κόνναρης, Α. Μελισσάς, σελ. 60–64.