Η διατροφή των αιγοπροβάτων αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τόσο το κόστος παραγωγής όσο και το επίπεδο της γαλακτοπαραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, αρκετοί αιγοπροβατοτρόφοι επιλέγουν να αναλάβουν οι ίδιοι τη διαμόρφωση των σιτηρεσίων που χορηγούν στα ζώα τους, επενδύοντας σε πρώτες ύλες, εξοπλισμό και οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Η επιλογή των ιδιοπαραγόμενων σιτηρεσίων συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια για καλύτερο έλεγχο της διατροφής και της ποιότητας, με στόχο τη βελτίωση της συνολικής απόδοσης των εκμεταλλεύσεων.
Η στροφή στη διατροφή ως εργαλείο παραγωγής
Τα ιδιοπαραγόμενα σιτηρέσια εφαρμόζονται κυρίως σε αιγοπροβατοτροφικές εκμεταλλεύσεις εντατικής μορφής, καθώς και σε μη μετακινούμενες ημιεντατικές μονάδες. Οι παραγωγοί προμηθεύονται πρώτες ύλες, όπως δημητριακά και ψυχανθή, και προχωρούν στη διαμόρφωση του σιτηρεσίου που χορηγείται στα ζώα, με στόχο την αύξηση της παραγωγής αιγοπρόβειου γάλακτος. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται επενδύσεις τόσο με ίδια κεφάλαια όσο και μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων, καθώς και η εγκατάσταση ειδικού εξοπλισμού εντός των κτηνοτροφικών μονάδων.
Η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί έναν από τους πιο ανταγωνιστικούς κλάδους της κτηνοτροφίας στη χώρα, με κύριο προσανατολισμό την παραγωγή γάλακτος και δευτερευόντως την παραγωγή κρέατος. Οι δύο αυτές δραστηριότητες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, καθώς η γαλακτοπαραγωγή προϋποθέτει τη γέννηση των ζώων. Ωστόσο, η αξία του αιγοπρόβειου γάλακτος έχει αναδειχθεί ως βασικός παράγοντας ενίσχυσης του εισοδήματος των παραγωγών.
Οι μορφές αιγοπροβατοτροφικής εκμετάλλευσης
Η αιγοπροβατοτροφία στη χώρα αναπτύσσεται κυρίως σε τρεις μορφές. Στην εντατική ή ενσταυλισμένη μορφή, τα ζώα παραμένουν εντός της μονάδας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και τρέφονται αποκλειστικά με ζωοτροφές. Η ημιεντατική μορφή, που αποτελεί και τη συνηθέστερη, συνδυάζει τη χορήγηση ζωοτροφών με τη βόσκηση, είτε σε μετακινούμενες είτε σε μη μετακινούμενες εκμεταλλεύσεις. Τέλος, η αγελαία μορφή αφορά μικρό ποσοστό μονάδων και βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φυσική βοσκή.
Οι εντατικές και ημιεντατικές εκμεταλλεύσεις χρησιμοποιούν ζωοτροφές όπως αραβόσιτο, σιτάρι, κριθάρι, σανό ψυχανθών, άχυρα σιτηρών και συμπυκνωμένες ζωοτροφές. Στις μετακινούμενες εκμεταλλεύσεις, η χρήση ζωοτροφών είναι εντονότερη σε περιόδους που η βοσκή δεν επαρκεί, ενώ στις μη μετακινούμενες μονάδες η διατροφή βασίζεται περισσότερο σε οργανωμένο σιτηρέσιο.
Η αναζήτηση του κατάλληλου σιτηρεσίου
Η προσπάθεια για τη διαμόρφωση του κατάλληλου σιτηρεσίου ακολουθεί διαφορετικές προσεγγίσεις. Υπάρχουν παραγωγοί που επιλέγουν να πειραματιστούν μόνοι τους, δοκιμάζοντας συνδυασμούς πρώτων υλών και αξιολογώντας τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεχόμενη και απαιτητική, όπου το αποτέλεσμα κρίνεται από την ετήσια παραγωγή γάλακτος, η οποία αποτελεί και το βασικό μέτρο σύγκρισης. Άλλοι παραγωγοί επιλέγουν τη διαμόρφωση του σιτηρεσίου μέσα από συνεργασία, επιδιώκοντας ταχύτερα και πιο σταθερά αποτελέσματα. Σε αυτή την περίπτωση, το κατάλληλο σιτηρέσιο, σε συνδυασμό με τις σωστές συνθήκες στις σταβλικές εγκαταστάσεις, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της γαλακτοπαραγωγής σε μικρότερο χρονικό διάστημα.
Ο ρόλος του εξοπλισμού στην παραγωγή σιτηρεσίων
Η παραγωγή ιδιοπαραγόμενων σιτηρεσίων απαιτεί την ύπαρξη κατάλληλου μηχανολογικού εξοπλισμού, καθώς ο όγκος των ζωοτροφών δεν επιτρέπει τη διαχείρισή τους με χειρωνακτικές διαδικασίες. Στις κτηνοτροφικές μονάδες εγκαθίστανται σπαστήρες, χαρμανιέρες, ταινίες μεταφοράς και άλλα μηχανήματα που διευκολύνουν την παραγωγή και τη διανομή του σιτηρεσίου. Σημαντικό ρόλο παίζει και η ενσωμάτωση του εξοπλισμού στη συνολική λειτουργία της μονάδας, ιδιαίτερα στους χώρους άμελξης, όπου πραγματοποιείται το βασικό τάισμα των ζώων και διασφαλίζεται η ομοιομορφία στη χορήγηση της τροφής.
Ποιότητα ζωοτροφών και συλλογικές πρακτικές
Παράλληλα με το κόστος, αυξάνεται και η σημασία της ποιότητας των ζωοτροφών. Οι παραγωγοί δίνουν πλέον έμφαση όχι μόνο στην τιμή, αλλά και στην ποιότητα των πρώτων υλών, καθώς και στη μη παρουσία υπολειμμάτων. Η ποιότητα της διατροφής συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του παραγόμενου γάλακτος και αποτελεί βασικό στοιχείο της συνολικής λειτουργίας της εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται και η σημασία της συνεργασίας μεταξύ κτηνοτρόφων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη χρήση εξοπλισμού. Η κοινή αξιοποίηση μηχανημάτων μπορεί να μειώσει το επενδυτικό κόστος και να διευκολύνει την εφαρμογή της πρακτικής των ιδιοπαραγόμενων σιτηρεσίων.
Ένα εργαλείο διαχείρισης της παραγωγής
Η παραγωγή ιδιοπαραγόμενων σιτηρεσίων δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική πρακτική, αλλά μια συνειδητή επιλογή που βασίζεται στον έλεγχο της διατροφής, της ποιότητας και της παραγωγής. Απαιτεί σχεδιασμό, επενδύσεις και συνεχή αξιολόγηση, όμως για πολλούς αιγοπροβατοτρόφους αποτελεί ένα εργαλείο που συνδέει άμεσα τη διαχείριση του σιτηρεσίου με τη γαλακτοπαραγωγή και τη βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης. Σε έναν κλάδο όπου η ισορροπία μεταξύ κόστους και απόδοσης είναι κρίσιμη, η διατροφή παραμένει ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες της καθημερινής παραγωγικής πρακτικής.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 10/2017 «Ιδιοπαραγόμενα σιτηρέσια», σελ. 73–75