Με την έναρξη της ανοιξιάτικης περιόδου και την έντονη ανάπτυξη των χορτοδοτικών φυτών, οι παραγωγοί αρχίζουν να προγραμματίζουν τις πρώτες κοπές και τη διαχείριση των καλλιεργειών που προορίζονται για παραγωγή ζωοτροφών. Η σωστή αξιοποίηση των φυτών αυτών αποτελεί βασικό παράγοντα τόσο για την ποσότητα όσο και για την ποιότητα της παραγόμενης χορτομάζας.
Οι χορτοδοτικές καλλιέργειες αποτελούν βασικό στοιχείο για τη διατροφή των παραγωγικών ζώων και την εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων ποιοτικών ζωοτροφών. Εκτός από τη μηδική, που καλλιεργείται ευρέως για την παραγωγή ξηρού χόρτου υψηλής διατροφικής αξίας, σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και τα διάφορα είδη τριφυλλιού. Οι καλλιέργειες αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για παραγωγή σανού και ενσιρώματος όσο και για βόσκηση, ενώ συχνά συμμετέχουν στη δημιουργία τεχνητών λειμώνων ή χρησιμοποιούνται για την αναχλόαση ήδη εγκατεστημένων λειμώνων των οποίων η παραγωγικότητα έχει υποβαθμιστεί.
Η παρουσία των τριφυλλιών στα λιβάδια και στους βοσκότοπους έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελούν σημαντικό στοιχείο της φυσικής βλάστησης σε πολλές περιοχές. Με τη δυνατότητα δέσμευσης ατμοσφαιρικού αζώτου συμβάλλουν στη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους και ευνοούν την ανάπτυξη και άλλων φυτικών ειδών που δεν διαθέτουν αυτή την ιδιότητα. Έτσι ενισχύεται η δημιουργία ενός πυκνού και παραγωγικού χλοοτάπητα υψηλής ποιότητας, ο οποίος αποτελεί πολύτιμη πηγή τροφής για την κτηνοτροφία αλλά ταυτόχρονα συμβάλλει και στην προστασία του εδάφους από τη διάβρωση.
Διαχείριση χορτοδοτικής καλλιέργειας τριφυλλιού
Η σωστή διαχείριση των καλλιεργειών τριφυλλιού είναι καθοριστική τόσο για την παραγωγή όσο και για την ποιότητα της παραγόμενης χορτομάζας. Διαφορετικά είδη τριφυλλιού παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς την παραγωγικότητα, τον αριθμό κοπών και τον τρόπο αξιοποίησής τους σε συστήματα βόσκησης ή παραγωγής σανού.
Λειμώνιο τριφύλλι
Το λειμώνιο τριφύλλι αποτελεί μια καλλιέργεια με αξιόλογη παραγωγική δυνατότητα. Η παραγωγή χλωρού χόρτου, ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να φτάσει περίπου τους 2,5 έως 3,5 τόνους ανά στρέμμα κατά τον πρώτο χρόνο εγκατάστασης, ενώ τα επόμενα χρόνια μπορεί να αυξηθεί στους 4 έως 6 τόνους ανά στρέμμα. Αντίστοιχα, η παραγωγή σανού κυμαίνεται περίπου από 0,5 έως 0,8 τόνους ανά στρέμμα τον πρώτο χρόνο και από 1 έως 1,5 τόνους ανά στρέμμα τα επόμενα χρόνια.
Η παραγωγική διάρκεια της καλλιέργειας μπορεί να φτάσει περίπου τα τρία χρόνια. Κατά το πρώτο έτος πραγματοποιούνται συνήθως δύο κοπές, ενώ τα επόμενα χρόνια ο αριθμός τους μπορεί να φτάσει τις τέσσερις, ανάλογα με τις συνθήκες. Ως καταλληλότερο στάδιο για την κοπή θεωρείται όταν το 30 έως 50% των φυτών βρίσκεται σε άνθηση, καθώς μετά από αυτό το σημείο παρατηρείται σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της χορτομάζας, αν και η υποβάθμιση αυτή δεν είναι τόσο έντονη όσο στη μηδική.
Ένα από τα πρακτικά ζητήματα που συναντώνται στη διαχείριση της καλλιέργειας είναι ότι το λειμώνιο τριφύλλι δεν αποξηραίνεται τόσο εύκολα όσο η μηδική μετά την κοπή, λόγω των σαρκωδών βλαστών του. Παράλληλα μπορεί να αξιοποιηθεί και σε τεχνητούς λειμώνες για βόσκηση, ωστόσο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη αντοχή σε έντονη ή εντατική βόσκηση. Σε περιπτώσεις έντονης πίεσης από τα ζώα μπορεί να προκληθούν ζημιές στις κεφαλές των φυτών. Επιπλέον πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η βόσκηση τριφυλλιού, ιδιαίτερα σε αμιγείς καλλιέργειες και όταν επικρατούν υγρές συνθήκες, μπορεί να προκαλέσει τυμπανισμό στα παραγωγικά ζώα.
Λευκό ή έρπον τριφύλλι
Το λευκό ή έρπον τριφύλλι είναι ένα είδος που παρουσιάζει ανθεκτικότητα στο πάτημα από τη βόσκηση, ωστόσο παραμένει ευαίσθητο όταν η βόσκηση είναι ιδιαίτερα εντατική. Σε λειμώνες όπου το τριφύλλι συνυπάρχει με αγρωστώδη φυτά, η απουσία περιοδικής βόσκησης ή κοπής μπορεί να οδηγήσει στην κυριαρχία των αγρωστωδών εις βάρος του τριφυλλιού.
Η ισορροπία μεταξύ των φυτικών ειδών στον λειμώνα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η ιδανική συμμετοχή του τριφυλλιού στη συνολική χλωρομάζα κυμαίνεται περίπου μεταξύ 20 και 40%. Όταν το ποσοστό αυτό μειωθεί κάτω από το 20%, μπορεί να χρειαστεί επανασπορά ώστε να αποκατασταθεί η σύνθεση του λειμώνα.
Στα συστήματα βόσκησης συνιστάται περιοδική αξιοποίηση της βλάστησης μέχρι ύψος περίπου πέντε εκατοστών και στη συνέχεια παύση της βόσκησης ώστε να δοθεί χρόνος για αναβλάστηση. Το διάστημα αυτό μπορεί να φτάνει περίπου τις 20 έως 30 ημέρες, ανάλογα με τις συνθήκες. Όταν το λευκό τριφύλλι προορίζεται για παραγωγή σανού ή ενσιρώματος, η κοπή πραγματοποιείται συνήθως στο στάδιο της πλήρους άνθησης ή όταν ένα μικρό ποσοστό των ανθοταξιών έχει αποκτήσει καστανό χρώμα.
Περσικό τριφύλλι
Το περσικό τριφύλλι παρουσιάζει υψηλή παραγωγική δυνατότητα ως προς τη χλωρομάζα. Η παραγωγή χλωρού χόρτου μπορεί να φτάσει περίπου τους 8 έως 9 τόνους ανά στρέμμα, ενώ για παραγωγή σανού η απόδοση κυμαίνεται περίπου μεταξύ 1 και 2 τόνων ανά στρέμμα.
Στη διαχείριση της καλλιέργειας πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολικά έντονη βόσκηση σε κρίσιμα στάδια ανάπτυξης, καθώς τα φυτά χρειάζονται να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους και να παράγουν σπόρους ώστε να εξασφαλίζεται η ανανέωση του πληθυσμού τους στον λειμώνα. Για την παραγωγή σανού η κοπή θεωρείται καταλληλότερη όταν τα φυτά βρίσκονται περίπου στο ένα τέταρτο της άνθησης. Παρόμοια με άλλα είδη τριφυλλιού, η ξήρανση του φυτού μετά την κοπή πραγματοποιείται σχετικά αργά.
Ο αριθμός των κοπών μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις συνθήκες καλλιέργειας. Σε ξηρικές καλλιέργειες μπορεί να φτάσει περίπου τις δύο έως τρεις κοπές, ενώ σε αρδευόμενες καλλιέργειες μπορεί να αυξηθεί στις τέσσερις έως πέντε.
Μια καλλιέργεια με σημαντικές δυνατότητες για την κτηνοτροφία
Η αξιοποίηση των τριφυλλιών στις χορτοδοτικές καλλιέργειες μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην παραγωγή ποιοτικής ζωοτροφής για τα παραγωγικά ζώα. Με σωστή διαχείριση και κατάλληλη επιλογή ειδών, τα τριφύλλια μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγή χορτομάζας, να βελτιώσουν τη σύνθεση των λειμώνων και να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εργαλείο για τη διαχείριση των βοσκοτόπων και των τεχνητών λειμώνων.
Πηγή: Γεωργία - Κτηνοτροφία, τεύχος 5/2012. «Ετήσια και πολυετή τριφύλλια: Καλλιέργεια και χρήση τους ως ζωοτροφή», Δ. Μπαξεβάνος, Π. Βαχαμίδης, σελ. 48–56.