Το κλάδεμα αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές καλλιεργητικές εργασίες στο αμπέλι, καθώς επηρεάζει όχι μόνο την παραγωγή της τρέχουσας χρονιάς, αλλά και τη συνολική ισορροπία και αντοχή του πρέμνου στα επόμενα έτη. Στο πλαίσιο αυτό, συζητήσαμε με τη γεωπόνο κα. Ζαΐρα από τον Αγροτικό Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου για το πότε, πώς και γιατί γίνεται το κλάδεμα, με βάση την εμπειρία της από το πεδίο και τη συνεργασία της με εκατοντάδες παραγωγούς.
Ο ρόλος και ο σωστός χρόνος του κλαδέματος
Ο χρόνος του κλαδέματος συνδέεται άμεσα με τις κλιματικές συνθήκες της κάθε περιοχής και, κυρίως, με την πιθανότητα όψιμων παγετών. Όπως επισημαίνεται απο την κα. Ζαΐρα, όσο πιο αργά πραγματοποιηθεί το κλάδεμα τόσο καλύτερα για το αμπέλι, με ιδανικό χρονικό σημείο ακόμη και τον Μάρτιο, όταν αυτό είναι εφικτό. Στην πράξη, βέβαια, ο φόρτος εργασίας και η έκταση των αμπελώνων που διαχειρίζονται οι παραγωγοί οδηγούν συχνά σε νωρίτερη έναρξη της εργασίας.
Σε περιοχές όπου δεν παρατηρούνται όψιμοι παγετοί, το κλάδεμα μπορεί να πραγματοποιηθεί νωρίτερα μέσα στον χειμώνα. Όταν όμως υπάρχει αυξημένος κίνδυνος παγετού, η καθυστέρησή του λειτουργεί προστατευτικά για τα πρέμνα, μειώνοντας τον κίνδυνο ζημιών στη νεαρή βλάστηση.
Πέρα από τον χρονισμό, το κλάδεμα εξυπηρετεί δύο βασικούς σκοπούς: την καρποφορία και τη διαμόρφωση του πρέμνου. Μέσα από την αφαίρεση συγκεκριμένων κληματίδων επιδιώκεται η ανανέωση του φυτικού υλικού, ο σωστός αερισμός και η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ βλάστησης και παραγωγής. Παράλληλα, ο χειρισμός διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία και το στάδιο του πρέμνου, καθώς διαφορετική προσέγγιση απαιτούν τα νεαρά φυτά και διαφορετική εκείνα που έχουν ήδη μπει ή αναμένεται να μπουν στην παραγωγή τα επόμενα χρόνια.
Κλάδεμα: Οφθαλμοί, φορτίο και ισορροπία του πρέμνου
Στις ποικιλίες που καλλιεργούνται στην περιοχή, και κυρίως στο Μοσχάτο που καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση, το κλάδεμα γίνεται συνήθως σε 2–3 οφθαλμούς ανά κληματίδα. Πρόκειται για ποικιλίες που καρποφορούν στους πρώτους οφθαλμούς και, ως εκ τούτου, δεν απαιτούν μακρύ κλάδεμα. Στην πράξη, πέρα από το κοντό (βραχύ) κλάδεμα στους 2–3 οφθαλμούς, σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται και αμολητές, οι οποίοι μπορούν να φτάσουν έως και τους 6 οφθαλμούς, ανάλογα με τη ζωηρότητα του πρέμνου και τις ιδιαιτερότητες της ποικιλίας.
Κατά τη διάρκεια του κλαδέματος, ο παραγωγός αξιολογεί τη γενικότερη κατάσταση κάθε κληματίδας, αφαιρώντας τις ασθενικές και διατηρώντας εκείνες που είναι καλά ξυλοποιημένες. Η τελική επιλογή του αριθμού των οφθαλμών εξαρτάται από το μέγεθος της κληματίδας, τη ζωηρότητα της ποικιλίας και τη συνολική εικόνα του πρέμνου. Η διατήρηση περισσότερων οφθαλμών με στόχο την αύξηση της παραγωγής μπορεί να οδηγήσει σε ανισορροπία μεταξύ φορτίου και βλάστησης. Όπως επισημαίνεται, αυτή η πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειωμένη καρπόδεση, μικροκαρπία και γενικότερο στρες του πρέμνου, με συνέπειες που δεν περιορίζονται μόνο στην τρέχουσα χρονιά, αλλά συχνά γίνονται εμφανείς και την επόμενη, μέσω χαμηλότερης παραγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό, η κα. Ζαΐρα τονίζει, ότι κάθε ποικιλία παρουσιάζει τις δικές της ιδιαιτερότητες, είτε πρόκειται για οινοποιήσιμες είτε για επιτραπέζιες, γεγονός που καθορίζει και τον αντίστοιχο τύπο κλαδέματος που εφαρμόζεται. Για τον ίδιο λόγο, σε πρέμνα που είναι ασθενικά ή έχουν υποστεί στρες — θερμικό, υδατικό ή παγετού — συστήνεται πιο έντονο κλάδεμα, ώστε να μπορέσουν να ανακάμψουν και να δώσουν υγιή βλάστηση.
Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ότι κατά το κλάδεμα απαιτείται προσοχή και στη σωστή τεχνική κοπής. Συνιστάται η αποφυγή μεγάλων τομών, εκτός εάν αυτές είναι απολύτως απαραίτητες, καθώς και η απολύμανση του κλαδευτικού εξοπλισμού, με εμβάπτιση σε οινόπνευμα, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μεταφοράς μολύνσεων από πρέμνο σε πρέμνο.
Κορμοτόμηση: πότε και γιατί εφαρμόζεται
Σε περιπτώσεις έντονης εξασθένησης, εφαρμόζεται κορμοτόμηση, δηλαδή κοπή του κορμού χαμηλά, κοντά στην επιφάνεια του εδάφους. Στόχος είναι να δοθεί στο πρέμνο η δυνατότητα να ανανεωθεί και να αναπτύξει νέα, υγιή βλάστηση. Πρόκειται για αυστηρό χειρισμό, που εφαρμόζεται μόνο όταν κρίνεται απαραίτητο.
Μετά το κλάδεμα: πληγές και υπολείμματα
Το κλάδεμα δεν πρέπει να πραγματοποιείται σε υγρό καιρό, καθώς σε αυτές τις συνθήκες οι πληγές του ξύλου παραμένουν περισσότερο ευάλωτες. Όπως τονίζεται απο την γεωπόνο, μετά το κλάδεμα υπάρχει ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα, έως και 15 ημερών, κατά το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί προστατευτικός ψεκασμός με χαλκούχα σκευάσματα ή επάλειψη με βορδιγάλειο πολτό. Μετά την παρέλευση αυτού του διαστήματος, οι πληγές κλείνουν και, εφόσον έχει υπάρξει μόλυνση, αυτή έχει ήδη εκδηλωθεί.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη διαχείριση των υπολειμμάτων του κλαδέματος. Όπως επισημαίνει η γεωπόνος, δεν συνιστάται η ενσωμάτωσή τους στο έδαφος, καθώς το όφελος που προκύπτει από την ενίσχυση της οργανικής ουσίας θεωρείται μικρότερο σε σχέση με τον φυτοϋγειονομικό κίνδυνο που ενέχουν. Τα κλαδευτικά υπολείμματα μπορούν να φιλοξενούν διαχειμάζουσες μορφές ασθενειών, όπως ο περονόσπορος, αλλά και έντομα, αποτελώντας πηγή μολύνσεων για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Για τον λόγο αυτό, η απομάκρυνση ή η καταστροφή των υπολειμμάτων του κλαδέματος κρίνεται απαραίτητη πρακτική, καθώς μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο επαναμόλυνσης του αμπελώνα, ο οποίος είναι σαφώς μεγαλύτερος από οποιοδήποτε όφελος θα μπορούσε να προκύψει από την παραμονή τους στο χωράφι.
