Η ευδεμίδα της αμπέλου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εντομολογικούς εχθρούς της καλλιέργειας. Πρόκειται για ένα έντομο που μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένες ζημιές στην παραγωγή, ιδιαίτερα όταν οι πληθυσμοί του δεν παρακολουθούνται έγκαιρα και δεν εφαρμόζονται τα κατάλληλα μέτρα διαχείρισης.
Παρότι η δραστηριότητά της διαφέρει από περιοχή σε περιοχή και από χρονιά σε χρονιά, οι αμπελουργοί βρίσκονται ήδη σε αυξημένη επιφυλακή, καθώς σε αρκετές περιοχές της χώρας αναμένεται η εμφάνιση της δεύτερης γενιάς του εντόμου — μιας από τις πλέον επικίνδυνες γενιές για την καλλιέργεια.
Στο πλαίσιο της σημασίας της ευδεμίδας για την αμπελοκαλλιέργεια και της ανάγκης για σωστή παρακολούθηση και έγκαιρη αντιμετώπιση του εντόμου, συνομιλήσαμε με τη γεωπόνο κα. Ζαΐρα Παπαφίγκου από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου. Η ίδια αναφέρθηκε στην εικόνα που καταγράφεται αυτή την περίοδο στους αμπελώνες, στην παρακολούθηση των πληθυσμών, καθώς και στις πρακτικές διαχείρισης που εφαρμόζονται.
Πώς προκαλεί ζημιές η ευδεμίδα
Η ευδεμίδα (Lobesia botrana) μπορεί να προκαλέσει σοβαρές απώλειες στην παραγωγή, κυρίως κατά τη δεύτερη και τρίτη γενιά του εντόμου. Στην περιοχή του Τυρνάβου, σύμφωνα με την κα. Παπαφίγκου, εμφανίζονται συνήθως τρεις γενιές του εντόμου, με τις δύο θερινές γενιές να θεωρούνται και οι πλέον επιζήμιες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «οι σημαντικότερες γενιές είναι η δεύτερη και η τρίτη», καθώς η πρώτη γενιά — η ανθόβια — δεν θεωρείται ιδιαίτερα καταστροφική και συνήθως δεν απαιτείται χημική επέμβαση.
Κατά την πρώτη γενιά, οι προνύμφες προσβάλλουν τα άνθη, ενώ συχνά τα συνδέουν μεταξύ τους με μεταξωτό νήμα, σχηματίζοντας χαρακτηριστικά κουκούλια που προδίδουν την παρουσία τους. Αντίθετα, στη δεύτερη και τρίτη γενιά, οι προνύμφες αναπτύσσονται πάνω στις ράγες, δημιουργώντας πληγές στον καρπό. Αυτές οι πληγές λειτουργούν ως «πύλη εισόδου» για δευτερογενείς μολύνσεις, με κυριότερο παράδειγμα τον βοτρύτη.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ίδια, «κάνοντας η προνύμφη μια οπή στη ράγα για να τραφεί, στο σημείο αυτό μπορεί στη συνέχεια να αναπτυχθεί δευτερογενής προσβολή». Ιδιαίτερα όταν αυξάνονται τα σάκχαρα των ραγών, οι προσβολές αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα από βοτρύτη, ειδικά κατά την περίοδο της ωρίμανσης.
Στην τρίτη γενιά, πέρα από τον βοτρύτη, συχνά παρατηρούνται και όξινες σήψεις, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής. Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, σε περιπτώσεις υψηλών πληθυσμών η ευδεμίδα μπορεί να εξελιχθεί σε ιδιαίτερα καταστροφικό εχθρό για το αμπέλι, προκαλώντας ακόμη και πολύ σοβαρές απώλειες παραγωγής.
Η παρακολούθηση των πληθυσμών
Κεντρικό ρόλο στην αντιμετώπιση της ευδεμίδας παίζει η συστηματική παρακολούθηση του πληθυσμού του εντόμου. Ο Ο.Σ. Τυρνάβου διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο φερομονικών παγίδων στην περιοχή, μέσω του οποίου καταγράφεται η εξέλιξη των πτήσεων και η δυναμική των πληθυσμών.
Όπως μας ανέφερε η κα. Παπαφίγκου, φέτος το δίκτυο ενισχύθηκε περαιτέρω και πλέον αριθμεί 39 φερομονικές παγίδες σε όλη την περιοχή ευθύνης του συνεταιρισμού. Οι παγίδες παρακολουθούνται συστηματικά από τους γεωπόνους του συνεταιρισμού, με στόχο να υπάρχει όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική εικόνα για την περιοχή.
Παράλληλα, υπάρχει συνεργασία με το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών Βόλου, στο οποίο αποστέλλονται τα δεδομένα των συλλήψεων. Με βάση τα στοιχεία των παγίδων, αλλά και την επιτόπια παρακολούθηση που πραγματοποιείται μέσα στα αμπέλια για τον εντοπισμό προσβολών από τις προνύμφες, εκδίδονται οι σχετικές ανακοινώσεις και οι οδηγίες προς τους παραγωγούς για τις απαραίτητες επεμβάσεις.
«Με την έναρξη της πτήσης γίνεται και παρακολούθηση στα αμπέλια για να διαπιστωθεί αν έχουν ξεκινήσει οι ζημιές από την προνύμφη και στη συνέχεια βγάζουμε την ανακοίνωση για ψεκασμό», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η γεωπόνος του συνεταιρισμού εξήγησε ακόμη ότι στην περιοχή του Τυρνάβου «αυτή τη στιγμή αναμένεται η έναρξη της πτήσης της δεύτερης γενιάς», ενώ η πρώτη γενιά αυτή την περίοδο έχει ουσιαστικά μηδενιστεί. Η ίδια υπογράμμισε ότι κάθε αμπελουργική περιοχή παρουσιάζει διαφορετική εικόνα, ανάλογα με τις τοπικές κλιματικές συνθήκες και τη δυναμική των πληθυσμών, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη συνεχή καταγραφή των συλλήψεων και τη σωστή ενημέρωση των παραγωγών μέσω των γεωργικών προειδοποιήσεων
Οι επεμβάσεις και η σημασία του σωστού χρονισμού
Η χρονική στόχευση των επεμβάσεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ευδεμίδας. Όπως εξήγησε η γεωπόνος, η επιλογή του σκευάσματος και η ανάγκη επαναληπτικού ψεκασμού εξαρτώνται άμεσα από το μέγεθος του πληθυσμού και το στάδιο ανάπτυξης του εντόμου.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, με την έναρξη της πτήσης εφαρμόζονται αρχικά ωοκτόνα σκευάσματα, ωστόσο επειδή το χρονικό περιθώριο στόχευσης των αυγών είναι περιορισμένο, στην πράξη οι επεμβάσεις στοχεύουν κυρίως τις νεαρές προνύμφες, με τη χρήση ρυθμιστών ανάπτυξης. Εφόσον οι πληθυσμοί είναι αυξημένοι, μπορεί να χρειαστεί επαναληπτική επέμβαση περίπου 15 ημέρες αργότερα με τη χρήση εντομοκτόνου.
Η αποτελεσματικότητα των επεμβάσεων συνδέεται και με την καλή κάλυψη των σταφυλιών κατά τον ψεκασμό, καθώς και με τον σωστό αερισμό του πρέμνου, ο οποίος διευκολύνει τόσο την προστασία των βοτρύων όσο και τη διατήρηση χαμηλότερης υγρασίας στο εσωτερικό της βλάστησης.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλες τις περιοχές. Υπάρχουν περιοχές με σταθερά υψηλότερους πληθυσμούς και άλλες με αισθητά χαμηλότερη πίεση του εντόμου. Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, δεν μπορούν να δίνονται γενικευμένες οδηγίες χωρίς τοπική παρακολούθηση και συνεχή ενημέρωση των παραγωγών μέσω των γεωργικών προειδοποιήσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις πιο συμπαγείς ποικιλίες, όπου σε περίπτωση προσβολής μπορεί να είναι δυσκολότερη η μετέπειτα αντιμετώπιση του βοτρύτη λόγω της μεγαλύτερης πυκνότητας του βότρυ. Παρόλα αυτά, όπως διευκρινίστηκε, δεν παρατηρείται κάποια σαφής προτίμηση της ευδεμίδας σε συγκεκριμένες ποικιλίες, ενώ οι διαφοροποιήσεις εντοπίζονται περισσότερο μεταξύ διαφορετικών περιοχών και επιπέδων πληθυσμού του εντόμου.
Κομφούζιο: Η εφαρμογή που αλλάζει την εικόνα στους αμπελώνες
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από την κα. Παπαφίγκου στη μέθοδο της παρεμπόδισης σύζευξης (κομφούζιο), η οποία εφαρμόζεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του Τυρνάβου. Όπως ανέφερε, ο συνεταιρισμός συμμετέχει ήδη στη δεύτερη πενταετία εφαρμογής του μέτρου, με δράσεις τόσο για την ευδεμίδα όσο και για τον ψευδόκοκκο. Οι διαχυτήρες φερομόνης τοποθετούνται από τις αρχές Απριλίου, πολύ πριν την ανάπτυξη των κρίσιμων πληθυσμών του εντόμου.
Η μέθοδος βασίζεται στον αποπροσανατολισμό των αρσενικών εντόμων και στην παρεμπόδιση της σύζευξης με τα θηλυκά, ώστε να μειώνεται σταδιακά ο συνολικός πληθυσμός της ευδεμίδας μέσα στον αμπελώνα. «Τα τελευταία χρόνια με την εφαρμογή του κομφουζίου έχει μειωθεί σημαντικά ο πληθυσμός και οι παραγωγοί είναι πολύ ικανοποιημένοι», ανέφερε χαρακτηριστικά η γεωπόνος.
Η εφαρμογή τέτοιων πρακτικών, σε συνδυασμό με τη σωστή παρακολούθηση, τις στοχευμένες επεμβάσεις και τη συνεχή ενημέρωση των παραγωγών, αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της ολοκληρωμένης διαχείρισης της ευδεμίδας στους αμπελώνες.