Η συγκομιδή του χειμερινού λάχανου βρίσκεται αυτή την περίοδο σε εξέλιξη, με τους παραγωγούς να αποτιμούν μια χρονιά που, αν και εξελίχθηκε ομαλά στο χωράφι, χαρακτηρίζεται από έντονες πιέσεις στην αγορά. Οι καιρικές συνθήκες, η αυξημένη προσφορά και η περιορισμένη ζήτηση διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που απαιτεί εμπειρία, σωστό προγραμματισμό και διαρκή παρουσία στην καλλιέργεια. Ο ΑγροΤύπος συνομιλεί με παραγωγούς που βρίσκονται αυτή την περίοδο στη συγκομιδή και μεταφέρουν την εικόνα τόσο από το χωράφι όσο και από τη διάθεση της παραγωγής, περιγράφοντας τις συνθήκες που επικρατούν, τις δυσκολίες που προκύπτουν και τις ισορροπίες που καλούνται να διαχειριστούν.
Θεσσαλονίκη: Πιεσμένη αγορά και χαμηλή ζήτηση στο λάχανο
Ο κ. Μισκάκης Ιωάννης, παραγωγός από την Θεσαλονίκη καλλιεργεί λευκό και κόκκινο λάχανο, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει διακόψει την καλλιέργεια στα λαχανάκια Βρυξελλών, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων σε εργασία. Όπως αναφέρει, οι φυτεύσεις πραγματοποιούνται το καλοκαίρι, με διαφορετικές ποικιλίες που ωριμάζουν σε 90 έως και 180 ημέρες, γεγονός που επιτρέπει τη σταδιακή συγκομιδή από τον Σεπτέμβριο και μετά. Η φετινή εικόνα της αγοράς χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, «από υπερπροσφορά, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε γειτονικές χώρες», κάτι που έχει οδηγήσει σε χαμηλή ζήτηση και πιεσμένες τιμές. Όπως σημειώνει, πολλοί παραγωγοί στράφηκαν στο λάχανο επειδή την προηγούμενη χρονιά «πήγε καλά», με αποτέλεσμα φέτος να υπάρχουν μεγάλες ποσότητες προϊόντος χωρίς αντίστοιχη απορρόφηση.
Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις επηρέασαν επιπλέον την παραγωγή, με τον ίδιο να εκτιμά ότι «περίπου 20% των λαχάνων του παρουσίασε προβλήματα», κυρίως επειδή έμειναν στο χωράφι περισσότερο από όσο έπρεπε, λόγω καθυστέρησης στη διάθεση. Όπως εξηγεί ο κ. Μισκάκης, όταν το λάχανο παραμένει για μεγάλο διάστημα στο χωράφι, «αυξάνονται οι φθορές και οι απώλειες», ενώ σε φυσιολογικές συνθήκες οι αποδόσεις μπορούν να φτάσουν τους 7–8 τόνους ανά στρέμμα.Η συγκομιδή γίνεται χειρονακτικά, γεγονός που αυξάνει το κόστος και τις ανάγκες σε εργατικά, ενώ η μηχανοποίηση παραμένει περιορισμένη, καθώς τα διαθέσιμα μηχανήματα δεν προσαρμόζονται εύκολα στις τοπικές εδαφικές συνθήκες. Παράλληλα, η καλλιέργεια επηρεάζεται έντονα από τον καιρό, με τον παραγωγό να επισημαίνει ότι το λάχανο «χρειάζεται κρύο για να κινηθεί η κατανάλωση», καθώς σε ήπιες θερμοκρασίες ο καταναλωτής στρέφεται σε άλλα λαχανικά.
Η διάθεση της παραγωγής γίνεται μέσω χονδρικής, με αλυσίδα supermarket, ενώ, όπως σημειώνει, οι τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με τον αγοραστή και τον όγκο. Στη χονδρική, το εύρος τιμών κυμαίνεται «φέτος από 0,15 έως 0,25 ευρώ/κιλό», ωστόσο, όπως τονίζει, «δεν πουλιούνται». Σε σύγκριση με την περσινή χρονιά, όπου οι τιμές είχαν φτάσει ακόμη και τα 0,40 ευρώ/κιλό, φέτος η αγορά κινείται αισθητά χαμηλότερα, με τα 20 λεπτά να αποτελούν πλέον το ανώτατο επίπεδο σε πολλές περιπτώσεις. Καθοριστικό ρόλο στην εικόνα αυτή παίζει, σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι «μπήκαν πολλά λάχανα», καθώς αρκετοί παραγωγοί στράφηκαν στην καλλιέργεια λόγω των καλών περσινών αποδόσεων, αλλά και το τι συμβαίνει στις άλλες χώρες, που λειτουργούν ανταγωνιστικά. Όπως επισημαίνει, η προσφορά από το εξωτερικό και οι εξαγωγικές δυνατότητες χωρών όπως η Ρουμανία, τα Σκόπια και η Αλβανία επηρεάζουν άμεσα τη ζήτηση και τις τιμές, με την αγορά να κινείται καθαρά με όρους προσφοράς και ζήτησης.
Σέρρες: Η εμπειρία κρατά την καλλιέργεια όρθια
Ο κ. Γιώργος Αποστόλου καλλιεργεί λάχανα εδώ και 25 χρόνια, με συνολική έκταση 20 στρεμμάτων, εκ των οποίων τα 15 έχουν ήδη συγκομιστεί, ενώ απομένουν ακόμη 5 στρέμματα στο χωράφι. Η φετινή του παραγωγή κινείται σταθερά στα 5–7 τόνους ανά στρέμμα, επίπεδα που, όπως σημειώνει, αποτελούν ένα συνηθισμένο αποτέλεσμα για τον ίδιο. Η καλλιέργεια βασίζεται σε διαδοχικές ποικιλίες, με φυτεύσεις που ξεκινούν την άνοιξη και φτάνουν έως και τον Αύγουστο, ώστε η συγκομιδή να εκτείνεται χρονικά μέχρι τον Ιανουάριο. Όπως επισημαίνει, η επιλογή ποικιλίας είναι καθοριστική, καθώς επηρεάζει τόσο τον χρόνο συγκομιδής όσο και τη δυνατότητα διάθεσης.
Παρά τις συνεχόμενες βροχές του χειμώνα, δεν καταγράφηκαν σοβαρά προβλήματα στην καλλιέργεια, καθώς, όπως τονίζει, τα χωράφια που επιλέγονται είναι καλά στραγγιζόμενα. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες εντοπίζονται στην έντονη «χειρωνακτική εργασία», με τη συγκομιδή να γίνεται αποκλειστικά με το χέρι, αλλά και στη φθορά που μπορεί να προκαλέσουν έντομα όταν το λάχανο είναι έτοιμο προς κοπή. Παράλληλα, επισημαίνει ότι σε αυτό το στάδιο έντονα καιρικά φαινόμενα, «όπως παρατεταμένες βροχές ή χαλάζι», μπορούν εύκολα να καταστήσουν το προϊόν «μη εμπορεύσιμο», αυξάνοντας σημαντικά το ρίσκο για τον παραγωγό.
Η διάθεση της παραγωγής γίνεται τόσο μέσω λιανικής όσο και μέσω χονδρικής, με σημαντικές διαφορές στις τιμές. Όπως αναφέρει, στη χονδρική οι τιμές κινούνται περίπου «στα 0,20–0,25 ευρώ/κιλό», ενώ στη «λιανική μπορούν να φτάσουν τα 0,60–0,70 ευρώ/κιλό». Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο παραγωγός, η λιανική απαιτεί συνεχή παρουσία και δεν είναι εύκολο να υποστηριχθεί από όλους τους παραγωγούς, γεγονός που καθιστά την εμπειρία και την οργάνωση καθοριστικούς παράγοντες. Τέλος, και ο κ. Αποστόλου επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στο λάχανο αρκετός κόσμος, συχνά χωρίς προηγούμενη εμπειρία, στην προσπάθεια να βρει μια καλλιέργεια που θα του δώσει ανάσα. Όπως τονίζει, όμως, το λάχανο δεν είναι μια εύκολη επιλογή, καθώς απαιτεί γνώση, επιμονή και σωστό χειρισμό, διαφορετικά προκύπτουν προβλήματα όχι μόνο στη διάθεση και στις τιμές, αλλά και στην ποιότητα και την εικόνα του προϊόντος.