Η αχλαδιά καλλιεργείται σε αρκετές περιοχές της χώρας, με τον Τύρναβο να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυρήνες της αχλαδοπαραγωγής. Με τη συγκομιδή των βασικών ποικιλιών να έχει πλέον ολοκληρωθεί στην περιοχή, η φετινή περίοδος αφήνει σε γενικές γραμμές ικανοποιητική εικόνα, παρά τις ζημιές που προκάλεσε η χαλαζόπτωση σε μέρος της περιοχής. Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος παραγωγής και η δυσκολία εξεύρεσης εργατικών χεριών εξακολουθούν να ασκούν πίεση στους παραγωγούς.
Την εικόνα της φετινής χρονιάς μεταφέρει στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος του ΑΣΕΠΟΠ Τυρνάβου, κ. Βασίλης Τζουχάλας, αναφερόμενος στην πορεία της συγκομιδής και της αγοράς, αλλά και στις συνθήκες που διαμορφώνονται για τους αχλαδοπαραγωγούς της περιοχής.
Ολοκληρώθηκε η συγκομιδή – Στο 1 ευρώ η Κοντούλα, περίπου 80 λεπτά Κόσια και Σάντα Μαρία
Όπως ανέφερε στον ΑγροΤύπο ο κ. Τζουχάλας, η συγκομιδή έχει πλέον ολοκληρωθεί στις βασικές ποικιλίες της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Κοντούλα, η Κόσια, η Σάντα Μαρία και το Κρυστάλλι.
Η Κοντούλα είχε φέτος καλή τιμή, η οποία διαμορφώθηκε περίπου στο 1 ευρώ το κιλό, ενώ για την Κόσια και τη Σάντα Μαρία οι τιμές κινήθηκαν περίπου στα 80 λεπτά το κιλό.
Για το Κρυστάλλι, αντίθετα, η τελική εικόνα της αγοράς δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, με τις μέχρι στιγμής ενδείξεις να παραπέμπουν σε επίπεδα αντίστοιχα με τα περσινά. «Θα κινηθούν στα περσινά επίπεδα, τουλάχιστον έτσι δείχνει η αγορά», ανέφερε ο κ. Τζουχάλας.
Κατά τα άλλα, η καλλιεργητική περίοδος εξελίχθηκε χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα από πλευράς φυτοπροστασίας.
Χαλάζι πριν από τις 15 Αυγούστου – Επηρεάστηκε το 20%-30% της ομάδας παραγωγών
Η βασική αρνητική εξέλιξη της φετινής περιόδου ήταν η χαλαζόπτωση που σημειώθηκε πριν από τις 15 Αυγούστου και επηρέασε μεγάλο αριθμό καλλιεργειών στην ευρύτερη περιοχή, μεταξύ των οποίων και αχλαδεώνες.
Σύμφωνα με την εικόνα που μετέφερε ο κ. Τζουχάλας από την ομάδα παραγωγών του συνεταιρισμού, το ποσοστό εκείνων που επηρεάστηκαν ξεπέρασε το 20% και μπορεί να έφτασε ακόμη και το 30%. «Μόνο από την ομάδα παραγωγών που έχω, ξεπέρασε το 20%, μπορεί να φτάσει το 30%», σημείωσε, προσθέτοντας ότι γενικότερα επλήγη αρκετά μεγάλη περιοχή.
Την περίοδο εκδήλωσης του φαινομένου η συγκομιδή της Κοντούλας είχε ήδη ολοκληρωθεί. Αντίθετα, επηρεάστηκαν η Σάντα Μαρία και το Κρυστάλλι, καθώς και βιομηχανικά αχλάδια που βρίσκονταν τότε λίγο πριν ή στην έναρξη της συγκομιδής.
Οι αρχικές εκτιμήσεις έδειχναν μεγαλύτερη παραγωγή και, όπως ανέφερε ο κ. Τζουχάλας, υπήρξε μεν αύξηση, μέρος της οποίας όμως περιορίστηκε τελικά από τις ζημιές. Παρά το συγκεκριμένο καιρικό επεισόδιο, ο ίδιος χαρακτηρίζει συνολικά τη χρονιά καλή και ικανοποιητική.
Στις εξαγωγές κυρίως Κόσια και Σάντα Μαρία – Από το φθινόπωρο ενισχύεται η αγορά για το Κρυστάλλι
Διαφορετική είναι η εμπορική κατεύθυνση των επιμέρους ποικιλιών. Όπως εξήγησε ο κ. Τζουχάλας, το μεγαλύτερο μέρος των ποσοτήτων που κατευθύνονται εκτός αφορά την Κόσια και τη Σάντα Μαρία.
Το Κρυστάλλι επίσης εξάγεται, ωστόσο το μεγαλύτερο ποσοστό του κατευθύνεται στην εσωτερική κατανάλωση. Αυτή την περίοδο η εγχώρια αγορά δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως, καθώς εξακολουθούν να βρίσκονται στην αγορά καλοκαιρινά φρούτα, όπως τα ροδάκινα και τα καρπούζια.
Η εικόνα αλλάζει όσο προχωρά το φθινόπωρο. «Η εσωτερική αγορά αρχίζει να κινείται δειλά δειλά από τα τέλη Σεπτεμβρίου και κορυφώνει τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο», ανέφερε ο κ. Τζουχάλας.
Ο ΑΣΕΠΟΠ Τυρνάβου διαθέτει ψυκτικές εγκαταστάσεις, ενώ, όπως επισήμανε ο γεωπόνος του συνεταιρισμού, λόγω της πολυετούς εμπειρίας και της ιστορίας του δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ποιότητα του προϊόντος.
Στα 1.300-1.500 ευρώ το στρέμμα το κόστος – Συρρικνώνεται το περιθώριο για τους παραγωγούς
Ιδιαίτερα έντονη είναι την ίδια στιγμή η πίεση από το αυξημένο κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον κ. Τζουχάλα, στην περίπτωση του Κρυσταλλιού το συνολικό κόστος μπορεί να κινηθεί περίπου στα 1.300-1.500 ευρώ ανά στρέμμα.
Μόνο οι εργατικές ανάγκες της καλλιέργειας υπολογίζονται σε περίπου 13 μεροκάματα ανά στρέμμα. Με ένα μέσο κόστος της τάξης των 50 ευρώ ανά μεροκάματο –το οποίο, όπως διευκρίνισε, μπορεί στην πράξη να είναι και υψηλότερο– το εργατικό κόστος φτάνει περίπου στα 650 ευρώ ανά στρέμμα.
Σε αυτό προστίθενται άλλα 200-300 ευρώ ανά στρέμμα για τη φυτοπροστασία, ανάλογα με τη χρονιά, καθώς και δαπάνες για πετρέλαιο, αποσβέσεις, φθορές και μηχανολογικό εξοπλισμό. «Περνάμε το χιλιάρικο», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι, όταν συνυπολογιστούν όλες οι επιμέρους δαπάνες, το συνολικό κόστος φτάνει στα επίπεδα των 1.300-1.500 ευρώ ανά στρέμμα.
Στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί προστίθεται και η δυσκολία εξεύρεσης εργατικών χεριών. Κατά τη φετινή συγκομιδή δυσκολεύτηκαν να βρουν το απαραίτητο προσωπικό, με αποτέλεσμα μια διαδικασία που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε περίπου δέκα ημέρες να φτάνει ακόμη και τις είκοσι λόγω της έλλειψης εργατών.
Το οικονομικό ζήτημα, πάντως, δεν περιορίζεται στο ύψος των φετινών δαπανών. Όπως επισήμανε ο κ. Τζουχάλας, η αύξηση των εξόδων δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των τιμών, με αποτέλεσμα το περιθώριο που απομένει στον παραγωγό να συρρικνώνεται. Ενδεικτικά, αναφερόμενος σε περσινά επίπεδα τιμών γύρω στα 80 λεπτά, σημείωσε ότι το περιθώριο που απέμενε στον παραγωγό είχε περιοριστεί, φέρνοντας ως παράδειγμα τη μείωσή του από περίπου 20 σε 15 λεπτά.
Η αποχώρηση από την καλλιέργεια, ωστόσο, δεν αποτελεί εύκολη επιλογή. Πρόκειται, όπως εξήγησε, για παραγωγούς που έχουν επενδύσει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στις εκμεταλλεύσεις τους. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι, στην περίπτωση ενός παραγωγού με 100 στρέμματα Κρυστάλλι, η συνολική επένδυση σε χωράφια, εγκαταστάσεις, υποδομές και μηχανολογικό εξοπλισμό μπορεί να προσεγγίζει το μισό εκατομμύριο ευρώ.
Παράλληλα, για ανθρώπους που βρίσκονται στην παραγωγή επί 35 ή ακόμη και 50 χρόνια, η αλλαγή επαγγελματικής κατεύθυνσης είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Την ίδια στιγμή, όπως επισήμανε ο κ. Τζουχάλας, νέος κόσμος δεν παραμένει εύκολα στην παραγωγή, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό για τη διάδοχη κατάσταση όταν οι μεγαλύτεροι παραγωγοί αποχωρήσουν.
Μπορεί ακόμη να προκύπτει κάποιο εισόδημα από την καλλιέργεια, όπως ανέφερε, ωστόσο το περιθώριο αυτό «συνεχώς συρρικνώνεται», καθώς το αυξανόμενο κόστος παραγωγής πιέζει ολοένα περισσότερο τις εκμεταλλεύσεις.