Τα ξυλοφάγα έντομα αποτελούν έναν από τους πιο δύσκολους εχθρούς της μηλιάς, καθώς μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή εξασθένηση των δένδρων, επηρεάζοντας τόσο τη ζωτικότητα όσο και τη συνολική ανάπτυξή τους. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή μείωση των διαθέσιμων δραστικών ουσιών και η στροφή της φυτοπροστασίας προς πιο ολοκληρωμένες και φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές δημιουργούν νέα δεδομένα για παραγωγούς και γεωπόνους.
Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον γεωπόνο του Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου, κ. Γιάννη Μούσια, προκειμένου να μιλήσει για τις δυσκολίες που παρουσιάζει σήμερα η αντιμετώπιση των ξυλοφάγων εντόμων στη μηλοκαλλιέργεια, τα περιορισμένα διαθέσιμα μέσα φυτοπροστασίας, αλλά και την εμπειρία από την εφαρμογή βιολογικών μεθόδων διαχείρισης.
Σοβαρές ζημιές στα δένδρα και ένα πρόβλημα που παραμένει
Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, τα ξυλοφάγα έντομα εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα στις μηλοκαλλιέργειες, καθώς οι ζημιές που προκαλούν στους κορμούς και στους κλάδους μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τη συνολική εικόνα και ανάπτυξη των δένδρων. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν έντομα όπως ο κόσσος, η ζευζέρα και η σέζια, των οποίων οι προνύμφες αναπτύσσονται κάτω από τον φλοιό και μέσα στο ξύλο, γεγονός που καθιστά την αντιμετώπισή τους ιδιαίτερα δύσκολη. Σε έντονες προσβολές μπορούν να προκαλέσουν ξηράνσεις κλάδων ή ακόμη και ολόκληρων δένδρων, ενώ συχνότερα εγκαθίστανται σε ηλικιωμένους ή ήδη εξασθενημένους οπωρώνες.
Κατά τους ελέγχους στους οπωρώνες, όπως εξηγεί, η παρουσία νέων προνυμφών και νέων γενεών γίνεται αντιληπτή ύστερα από προσεκτική εξέταση των κορμών, ενώ τα προσβεβλημένα δένδρα εμφανίζουν σταδιακά εικόνα εξασθένησης και καχεξίας. «Βλέπουμε στους κορμούς νέες προνύμφες, νέες γενιές και ένα δένδρο που σταδιακά εξασθενεί. Είναι μία εικόνα που δείχνει ότι το πρόβλημα υπάρχει και χρειάζεται διαχείριση ».
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η ένταση των προσβολών μπορεί να διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή και από χρονιά σε χρονιά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα παύει να υπάρχει. «Υπάρχει ως πρόβλημα. Δεν λέμε ότι δεν υπάρχει. Προσπαθούμε με όποια εργαλεία διαθέτουμε να το αντιμετωπίσουμε. Άλλες χρονιές καταφέρνουμε να καλυφθούμε καλύτερα και άλλες βλέπουμε προβλήματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ».
Η διατήρηση των οπωρώνων σε καλή κατάσταση υγείας, μέσω ισορροπημένης λίπανσης, ορθολογικής άρδευσης και γενικότερα της εφαρμογής των κατάλληλων καλλιεργητικών πρακτικών, αποτελεί βασικό μέτρο πρόληψης, καθώς τα ξυλοφάγα έντομα προσβάλλουν συχνότερα δένδρα που είναι ήδη εξασθενημένα.
Η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων εργαλείων δυσκολεύει τη διαχείριση
Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, η μεγαλύτερη δυσκολία σήμερα δεν είναι μόνο η παρουσία των ξυλοφάγων εντόμων, αλλά κυρίως το γεγονός ότι οι διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης δεν προσφέρουν πάντοτε την αποτελεσματικότητα που απαιτεί η διαχείριση του προβλήματος. «Τα ξυλοφάγα είναι πρόβλημα. Το δύσκολο είναι ότι δεν έχουμε πολλά εργαλεία για να τα αντιμετωπίσουμε και τα τελευταία χρόνια η έλλειψη αποτελεσματικών δραστικών ουσιών είναι πραγματικότητα ».
Σύμφωνα με τον ίδιο, στο παρελθόν υπήρχαν σκευάσματα που χρησιμοποιούνταν με ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα, ακόμη και σε επαλείψεις κορμών κατά τις περιόδους έντονης κινητικότητας των εντόμων. Πολλές όμως από αυτές τις λύσεις έχουν πλέον αποσυρθεί ή έχουν μειωμένη αποτελεσματικότητα, με αποτέλεσμα η διαθέσιμη «φαρέτρα» της φυτοπροστασίας να είναι αισθητά περιορισμένη.
Παρότι σήμερα υπάρχουν εγκεκριμένα μέσα φυτοπροστασίας που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των ξυλοφάγων εντόμων, σύμφωνα με την εμπειρία του συνεταιρισμού η αποτελεσματικότητά τους δεν είναι πάντοτε η επιθυμητή, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις έντονων προσβολών. Ωστόσο, οι επεμβάσεις αυτές εξακολουθούν να αποτελούν εργαλείο διαχείρισης και εφαρμόζονται από παραγωγούς. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να περιορίσουμε το πρόβλημα, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο εργαλείο. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι σήμερα δεν διαθέτουμε πραγματικά ισχυρά μέσα για την αντιμετώπιση των ξυλοφάγων εντόμων ».
Βιολογικές μέθοδοι: Η εμπειρία από την πράξη δίνει ελπιδοφόρα μηνύματα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον περιορισμένων διαθέσιμων επιλογών, ο κ. Μούσιας επισημαίνει ότι ολοένα και μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι βιολογικές μέθοδοι διαχείρισης, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στη φυτοπροστασία, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου οι χημικές επιλογές είναι περιορισμένες ή δεν προσφέρουν την επιθυμητή αποτελεσματικότητα. Όπως αναφέρει, υπάρχουν βιολογικά σκευάσματα που αξιοποιούν ωφέλιμους οργανισμούς, μικροοργανισμούς και μύκητες, τα οποία, παρότι δεν μπορούν να συγκριθούν με την αμεσότητα ενός ισχυρού χημικού σκευάσματος, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον περιορισμό του προβλήματος. «Δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουν την αποτελεσματικότητα των χημικών σκευασμάτων. Μπορούν όμως να κάνουν δουλειά και να βοηθήσουν ουσιαστικά στη διαχείριση του ζητήματος ».
Στο πλαίσιο αυτό, περιγράφει την εμπειρία της ομάδας των γεωπόνων του Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου σε οπωρώνα όπου την προηγούμενη χρονιά είχαν εμφανιστεί σοβαρές προσβολές από ξυλοφάγα έντομα. Όπως εξηγεί, «δεν θέλαμε να βάλουμε κάτι μόνο και μόνο για να κάνουμε μία επέμβαση. Προτιμήσαμε να ακολουθήσουμε μία διαφορετική στρατηγική ». Έτσι, εφαρμόστηκε πρόγραμμα βιολογικής αντιμετώπισης με ωφέλιμους οργανισμούς, το οποίο περιλάμβανε μία εφαρμογή τον Νοέμβριο και μία δεύτερη τον Μάρτιο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, ακόμη και σε οπωρώνες όπου το πρόβλημα ήταν έντονο. «Προτιμήσαμε να μπούμε με βιολογικούς τρόπους αντιμετώπισης χρησιμοποιώντας ωφέλιμα και πραγματικά το αποτέλεσμα ήταν πάρα πολύ καλό. Υπήρχαν κτήματα με σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίστηκαν και εξελίχθηκαν αρκετά καλά.» Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη χρήση ωφέλιμων νηματωδών για την αντιμετώπιση των ξυλοφάγων εντόμων, χαρακτηρίζοντας την εμπειρία ιδιαίτερα αισιόδοξη. «Μας έκανε πραγματικά χαρούμενους να βλέπουμε ότι υπάρχουν τέτοιες λύσεις. Είναι σημαντικό να προχωράμε και να βλέπουμε ελπιδοφόρα αποτελέσματα που μπορούν να μας δώσουν λύσεις εκεί όπου υπάρχει έλλειψη δραστικών ουσιών».
Η ολοκληρωμένη διαχείριση αποτελεί πλέον μονόδρομο
Ο κ. Μούσιας επισημαίνει ότι η εφαρμογή βιολογικών μεθόδων απαιτεί υπομονή, σωστή ενημέρωση και στενή συνεργασία μεταξύ παραγωγών και γεωπόνων. Όπως εξηγεί, πέρα από το οικονομικό κόστος, ο παραγωγός καλείται πολλές φορές να περιμένει περισσότερο μέχρι να διαπιστώσει το αποτέλεσμα μιας βιολογικής εφαρμογής, σε αντίθεση με μία χημική επέμβαση, όπου η δράση είναι συνήθως πιο άμεση.
«Θέλει υπομονή από όλες τις πλευρές. Ο παραγωγός πολλές φορές χρειάζεται και μία ψυχολογική στήριξη, γιατί δεν βλέπει τόσο γρήγορα το αποτέλεσμα όσο σε μία χημική εφαρμογή». Ωστόσο, σύμφωνα με την εμπειρία του συνεταιρισμού, η συγκεκριμένη προσέγγιση απέδειξε ότι μπορεί να καλύψει ουσιαστικές ανάγκες της καλλιέργειας. «Φάνηκε ότι καλύφθηκαν οι ανάγκες των παραγωγών. Είδαμε ότι είχε νόημα αυτή η επιλογή και, κυρίως, ότι απέδωσε». Ο ίδιος εκτιμά ότι, με σωστή ενημέρωση και κατάλληλους χειρισμούς, η χρήση τέτοιων βιολογικών εργαλείων μπορεί να αυξάνεται σταδιακά τα επόμενα χρόνια, καθώς εντάσσεται στη φιλοσοφία της ολοκληρωμένης διαχείρισης της καλλιέργειας.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και η αγορά κινούνται προς τη μείωση της χρήσης δραστικών ουσιών. Όπως τονίζει, η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να αναπτυχθούν λύσεις που θα μπορούν να καλύπτουν αποτελεσματικά τις ανάγκες της παραγωγής. «Οι λιγότερες δραστικές ουσίες πρέπει να συνοδεύονται ταυτόχρονα από καλή κάλυψη και αποτελεσματικότητα. Εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη δυσκολία ». Τέλος, τονίζει ότι η εξέλιξη της φυτοπροστασίας καθιστά ολοένα και πιο αναγκαία την ανάπτυξη και αξιοποίηση εναλλακτικών και συμπληρωματικών μεθόδων διαχείρισης, οι οποίες θα μπορούν να εντάσσονται σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας της καλλιέργειας.