Η καρπόκαψα παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εχθρούς της μηλιάς και απαιτεί συστηματική παρακολούθηση και τήρηση οργανωμένου προγράμματος αντιμετώπισης όσο ο καρπός παραμένει πάνω στα δένδρα. Η εξέλιξη του εντόμου και ο χρόνος εμφάνισης των γενεών διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή και τη χρονιά, γεγονός που καθιστά σημαντική τη συνεχή παρακολούθηση των μηλεώνων και την προσαρμογή των επεμβάσεων στα δεδομένα κάθε περίπτωσης.
Για την πορεία της καρπόκαψας αυτή την περίοδο, τον τρόπο παρακολούθησης και το πρόγραμμα αντιμετώπισης, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον έμπειρο γεωπόνο του Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου, κ. Γιάννη Μούσια.
Η τρίτη γενιά συμπλέκεται με τη δεύτερη – Ήπια μέχρι στιγμής η χρονιά
Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, ο ακριβής προσδιορισμός της έναρξης της τρίτης πτήσης δεν είναι πάντοτε εύκολος, καθώς, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει μεταξύ πρώτης και δεύτερης γενιάς, η δεύτερη γενιά δεν παρουσιάζει σαφή διακοπή πριν από την εμφάνιση της τρίτης.
«Η δεύτερη γενιά μπλέκει με την εμφάνιση της τρίτης γενιάς», επισημαίνει, διευκρινίζοντας ότι στην πράξη αυτό δεν μεταβάλλει ιδιαίτερα τον τρόπο αντιμετώπισης. Από τη στιγμή που έχει ξεκινήσει η δεύτερη γενιά, στα κτήματα που εμφανίζουν ιστορικό ή διαπιστώνεται πρόβλημα συνεχίζεται η λήψη μέτρων, με την ένταση των επεμβάσεων να προσαρμόζεται στον βαθμό προσβολής, στις συλλήψεις και στο ιστορικό κάθε αγροτεμαχίου.
Σε ό,τι αφορά τη φετινή εικόνα, μέχρι στιγμής πρόκειται, σύμφωνα με τον ίδιο, για μία σχετικά ήπια χρονιά, χωρίς μεγάλης έκτασης προβλήματα. Οι περισσότερες περιπτώσεις εντοπίζονται σε περιοχές και κτήματα που είχαν ήδη ιστορικό προσβολών, ενώ η γενικότερη εικόνα παραμένει ελεγχόμενη. Σε αυτό συμβάλλει, μεταξύ άλλων, και η ευρύτερη χρήση της μεθόδου Κομφούζιο στην περιοχή, ενώ, όπως σημειώνει, οι συνθήκες διαφοροποιούνται από χρονιά σε χρονιά και μπορούν αντίστοιχα να ευνοούν ή όχι την εξέλιξη του πληθυσμού.
Ο κ. Μούσιας ξεκαθαρίζει, πάντως, ότι αυτή την περίοδο δεν μπορεί να γίνει λόγος για πληθυσμιακή υποχώρηση του εντόμου και δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. «Δεν είμαστε κάπου για να χαλαρώσουμε», σημειώνει, καθώς προσβολές μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται ακόμη και όταν ένα κτήμα εμφανίζεται καθαρό, ώστε αυτή η εικόνα να μην οδηγήσει σε πρόωρη χαλάρωση της παρακολούθησης.
«Η καρπόκαψα καταπολεμείται μόνο με πρόγραμμα» – Ο ρόλος παγίδων και Κομφούζιο
Κεντρικό σημείο στην αντιμετώπιση της καρπόκαψας αποτελεί, σύμφωνα με τον κ. Μούσια, η συστηματική παρακολούθηση και όχι η επέμβαση μόνο μετά την εμφάνιση του προβλήματος. «Η καρπόκαψα είναι ένα έντομο το οποίο καταπολεμείται μόνο με πρόγραμμα. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί το “είδα και το έκανα”, όπως μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, με τη μελίγκρα ή τον τετράνυχο», τονίζει. Το πρόγραμμα προσαρμόζεται ανάλογα με το ιστορικό του κτήματος, τις συλλήψεις στις παγίδες, τη χρήση της μεθόδου Κομφούζιο και το φυτοπροστατευτικό προϊόν που επιλέγεται.
Η εφαρμογή της μεθόδου Κομφούζιο, η οποία χρησιμοποιείται πλέον σε μεγάλο ποσοστό των κτημάτων της περιοχής, ξεκινά περίπου κατά την πτώση των πετάλων ή λίγες ημέρες αργότερα. Μέσω της παρεμπόδισης της σύζευξης αρσενικών και θηλυκών περιορίζεται η αναπαραγωγή και, κατά συνέπεια, η δημιουργία των επόμενων γενεών.
Η πρώτη εμφάνιση της καρπόκαψας τοποθετείται χρονικά περίπου δύο εβδομάδες μετά την πτώση των πετάλων, χωρίς, όπως διευκρινίζει ο ίδιος, να μπορούν να δοθούν σταθερές ημερομηνίες, καθώς αυτές διαφοροποιούνται από χρονιά σε χρονιά.
Σημαντικό εργαλείο για τον ακριβέστερο προσδιορισμό της πτήσης αποτελούν οι παγίδες φερομόνης. Μέσω των συλλήψεων προσδιορίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η εξέλιξη της γενιάς και ο κατάλληλος χρόνος επέμβασης. Με βάση τα δεδομένα των συλλήψεων μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι λεγόμενοι ρυθμιστές ανάπτυξης, με ωοκτόνο και προνυφοκτόνο δράση, οι οποίοι στοχεύουν στο αυγό και την προνύμφη και όχι στα ακμαία.
Μετά τον πρώτο ψεκασμό μπορεί να ακολουθήσει δεύτερη επέμβαση σε διάστημα περίπου 8 έως 15 ημερών, ανάλογα με το χρησιμοποιούμενο σκεύασμα και τις συλλήψεις που καταγράφονται στις παγίδες. Στον προγραμματισμό λαμβάνονται επίσης υπόψη οι ανακοινώσεις της αρμόδιας Διεύθυνσης Γεωργίας, οι οποίες συμβάλλουν στον προσδιορισμό του κατάλληλου χρόνου εφαρμογής και των επιλογών φυτοπροστασίας.
Η πρώτη γενιά μπορεί να διαρκέσει περίπου μέχρι τις αρχές Ιουνίου, γύρω στις 10 Ιουνίου. Ακολουθεί μία διακοπή περίπου μίας έως δύο εβδομάδων και στη συνέχεια ξεκινά η αντιμετώπιση της δεύτερης γενιάς, η οποία αργότερα συμπλέκεται με την τρίτη.
Από εκεί και πέρα το πρόγραμμα συνεχίζεται με τις απαιτούμενες επεμβάσεις για τη δεύτερη και την τρίτη γενιά, με χρήση των κατάλληλων εντομοκτόνων, πέραν των ρυθμιστών ανάπτυξης. Στις όψιμες, πράσινες ποικιλίες μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να φτάσει χρονικά ακόμη και έως τα τέλη Σεπτεμβρίου.
Το ιστορικό του κτήματος σημαντικότερο από την ποικιλία
Σε ό,τι αφορά την ευαισθησία των διαφορετικών ποικιλιών μηλιάς, ο κ. Μούσιας διευκρινίζει ότι μπορεί να παρατηρείται κάποια προτίμηση του εντόμου, χωρίς όμως αυτή να αποτελεί τον παράγοντα που καθορίζει το πρόγραμμα αντιμετώπισης. «Γενικότερα, η καρπόκαψα χτυπάει όλες τις ποικιλίες», αναφέρει, προσθέτοντας ότι στις ποικιλίες που καλλιεργούνται στην περιοχή δεν μπορεί κάποια να χαρακτηριστεί ουσιαστικά ανθεκτική στην καρπόκαψα.
Μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν το ιστορικό του συγκεκριμένου κτήματος, οι συλλήψεις στις παγίδες και η κατάσταση των γειτονικών αγροτεμαχίων, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετη πίεση.
Καθοριστικός είναι, τέλος, και ο χρόνος συγκομιδής κάθε ποικιλίας. Μετά τη συγκομιδή του καρπού παύει η ανάγκη επεμβάσεων ειδικά για την καρπόκαψα και η φυτοπροστασία στρέφεται, εφόσον απαιτείται, σε άλλα έντομα, ασθένειες ή καλλιεργητικές ανάγκες. Αντίθετα, «στις ποικιλίες που υπάρχουν οι καρποί πάνω», όπως επισημαίνει ο κ. Μούσιας, η αντιμετώπιση της καρπόκαψας συνεχίζεται όσο ο καρπός παραμένει στο δένδρο και μέχρι να πλησιάσει η συγκομιδή.