Οι πρόσφατες βροχοπτώσεις που καταγράφηκαν σε αρκετές περιοχές της χώρας, σε συνδυασμό με την αυξημένη σχετική υγρασία, επανέφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη προστασίας των μηλεώνων από το φουζικλάδιο. Παρότι η περίοδος των εντονότερων ανοιξιάτικων μολύνσεων έχει παρέλθει, οι συνθήκες αυτές μπορούν να ευνοήσουν τη δραστηριότητα του παθογόνου και την αύξηση του μολυσματικού φορτίου, ιδιαίτερα σε οπωρώνες όπου η ασθένεια είχε ήδη εμφανιστεί την άνοιξη.
Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, το φουζικλάδιο εξακολουθεί να απαιτεί προσοχή ακόμη και στις αρχές Αυγούστου. Η προστασία αφορά τόσο τη διατήρηση υγιούς φυλλώματος και της ομαλής λειτουργίας των δέντρων όσο και τον περιορισμό του κινδύνου μετασυλλεκτικής εκδήλωσης της ασθένειας στο ψυγείο.
Οι βροχές αυξάνουν την επαγρύπνηση, αλλά δεν σημαίνουν πάντα σοβαρή μόλυνση
Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, κάθε βροχόπτωση αυτή την εποχή αποτελεί λόγο επαγρύπνησης, χωρίς όμως να σημαίνει αυτομάτως ότι θα ακολουθήσει σοβαρή προσβολή. «Η βροχή από μόνη της δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει σοβαρή προσβολή», επισημαίνει, εξηγώντας ότι η πιθανότητα μόλυνσης εξαρτάται από τον συνδυασμό της θερμοκρασίας, της διάρκειας διαβροχής των φύλλων και του μολυσματικού φορτίου που έχει διαμορφωθεί στον οπωρώνα, τόσο από την προηγούμενη περίοδο όσο και από τις προσβολές της άνοιξης.
Οι θερμοκρασίες που θεωρούνται ιδιαίτερα ευνοϊκές για το παθογόνο κυμαίνονται περίπου μεταξύ 14 και 25°C. Ωστόσο, μόλυνση μπορεί να προκληθεί ακόμη και στους 11–13°C, εφόσον η φυλλική επιφάνεια παραμείνει βρεγμένη για περισσότερες ώρες. Αντίθετα, μια σύντομη βροχή, ακόμη και σε θερμοκρασίες 20–25°C, δεν συνεπάγεται από μόνη της σοβαρή μόλυνση, ενώ τόσο οι πολύ χαμηλές όσο και οι ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες διαφοροποιούν τον κίνδυνο.
Καθοριστικός είναι, επομένως, ο συνδυασμός θερμοκρασίας και διάρκειας διαβροχής. Για την εκτίμησή του υπάρχουν πίνακες που συσχετίζουν τις δύο αυτές παραμέτρους και βοηθούν στην αξιολόγηση του κατά πόσο μια βροχόπτωση μπορεί να θεωρηθεί μολυσματική.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί και η παρατεταμένη σχετική υγρασία, κυρίως σε περιοχές με υγρό μικροκλίμα, όπως ο Κίσσαβος. «Η βροχή λειτουργεί σαν καμπανάκι για τον παραγωγό. Η υγρασία όμως είναι πιο ύπουλη, γιατί πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όταν επικρατεί υψηλή υγρασία και δεν φυσάει, τα φύλλα μπορεί να παραμένουν βρεγμένα για πολλές ώρες, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του μύκητα. Σε αντίθεση με τη βροχή, που κινητοποιεί άμεσα τον παραγωγό, η υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε εφησυχασμό, σε καθυστέρηση μιας νέας επέμβασης ή στην εκτίμηση ότι επαρκεί ένας ψεκασμός που πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες νωρίτερα, ακόμη και για λόγους κόστους.
Για τον λόγο αυτό, η απόφαση για επέμβαση πρέπει να βασίζεται στη συνολική εικόνα των καιρικών συνθηκών, στη διάρκεια διαβροχής και στο ιστορικό της ασθένειας στον οπωρώνα. Σε περιπτώσεις όπως οι πρόσφατες, η επέμβαση χρειάζεται να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα, ώστε να περιορίζεται η βλάστηση και η περαιτέρω ανάπτυξη του μύκητα.
Η προστασία ξεκινά την άνοιξη και συνεχίζεται μέχρι τη συγκομιδή
Το φουζικλάδιο απαιτεί συνεχή, πολυπλευρή και μακροχρόνια διαχείριση. Η σημαντικότερη περίοδος εξάπλωσής του είναι η άνοιξη, όταν η άνοδος της θερμοκρασίας συνδυάζεται με αυξημένη υγρασία και συχνές βροχοπτώσεις. «Η προστασία ξεκινά από τη στιγμή που υπάρχει πράσινη φυλλική επιφάνεια, δηλαδή από την έκπτυξη των οφθαλμών, και συνεχίζεται μέχρι τη συγκομιδή», αναφέρει ο κ. Μούσιας.
Οι επεμβάσεις πραγματοποιούνται σε ιδιαίτερα συχνά διαστήματα μέχρι περίπου τα μέσα Ιουνίου. Φέτος, λόγω των βροχοπτώσεων που συνεχίστηκαν και μέσα στον Ιούνιο, παρατάθηκαν μέχρι και τα μέσα Ιουλίου. Στη συνέχεια δεν διακόπτονται, αλλά γίνονται σε πιο αραιά διαστήματα, περίπου ανά 15 ημέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, την εικόνα του οπωρώνα και τον βαθμό κινδύνου.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι εφαρμογές λίγο πριν από τη συγκομιδή, όταν προηγούνται βροχοπτώσεις, ώστε να περιορίζεται το μολυσματικό φορτίο που μπορεί να συνοδεύσει τους καρπούς στη συντήρηση. Οι επεμβάσεις αυτές πρέπει να πραγματοποιούνται με τήρηση των χρόνων αναμονής των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των επιτρεπτών ορίων υπολειμμάτων (MRLs).
Κατά την ανοιξιάτικη περίοδο, η προστασία μπορεί να γίνεται προληπτικά, πριν από αναμενόμενες βροχές, με διασυστηματικά μυκητοκτόνα, ενώ μετά τη βροχή εφαρμόζονται συνήθως σκευάσματα επαφής ή συνδυασμοί επαφής και διασυστηματικής δράσης. «Ο συνδυασμός των δύο τύπων μυκητοκτόνων δίνει συνήθως καλύτερα αποτελέσματα όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες», σημειώνει.
Την άνοιξη η προστασία αφορά τόσο το φουζικλάδιο όσο και το ωίδιο. Το ωίδιο ευνοείται περισσότερο από ξηροθερμικές συνθήκες και προκαλεί την κύρια ζημιά του νωρίτερα μέσα στην καλλιεργητική περίοδο, κυρίως μέχρι τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις ανοιχτόχρωμες ποικιλίες Golden, Gala και Granny Smith κ.α., οι οποίες εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία και καταλαμβάνουν τα τελευταία χρόνια σημαντικό μέρος της παραγωγής.
Σε δύσκολες ανοιξιάτικες συνθήκες, οι συνδυασμένες εφαρμογές μπορούν να συμβάλουν στην ταυτόχρονη προστασία από φουζικλάδιο και ωίδιο. Την περίοδο που διανύουμε, ωστόσο, το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως στη συνέχιση της προστασίας από το φουζικλάδιο.
Ο κίνδυνος μπορεί να εμφανιστεί και στο ψυγείο
Το φουζικλάδιο μπορεί να εκδηλωθεί και μετασυλλεκτικά. Μετά τα μέσα Ιουνίου ο καρπός αποκτά λεία επιδερμίδα, καθώς απομακρύνεται το λεγόμενο «χνούδι» και το μήλο «γυαλίζει», με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά η πιθανότητα νέας ζημιάς όσο παραμένει πάνω στο δέντρο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει. «Αν υπάρχει μολυσματικό φορτίο, αυτό μπορεί να εκδηλωθεί αργότερα μέσα στο ψυγείο ως μετασυλλεκτική ασθένεια», τονίζει ο κ. Μούσιας. Ένας καρπός μπορεί, επομένως, να μεταφέρει μολυσματικό φορτίο χωρίς να εμφανίζει ορατά συμπτώματα στον οπωρώνα και το πρόβλημα να εκδηλωθεί κατά τη συντήρηση.
Παράλληλα, η ανάπτυξη του μύκητα στα φύλλα περιορίζει τη φωτοσυνθετική ικανότητα της μηλιάς και την παραγωγή των απαραίτητων θρεπτικών ουσιών. Αυτό επηρεάζει τη θρέψη και την ανάπτυξη των καρπών της τρέχουσας περιόδου, αλλά και τον σχηματισμό της παραγωγής της επόμενης χρονιάς, ο οποίος εξελίσσεται σταδιακά στη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου.
Η προστασία του φυλλώματος δεν αφορά, συνεπώς, μόνο τη φετινή παραγωγή και τη συντήρησή της, αλλά και τη διατήρηση της ευρωστίας και της παραγωγικότητας των δέντρων την επόμενη χρονιά.
Οι βροχές του Ιουνίου κράτησαν σε επαγρύπνηση τους παραγωγούς στον Κίσσαβο
Στην περιοχή του Κισσάβου, η φετινή καλλιεργητική περίοδος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εύκολη. Σε αρκετούς οπωρώνες είχαν εμφανιστεί προσβολές ήδη από τα τέλη Μαΐου και τις αρχές Ιουνίου, ενώ οι συχνές βροχοπτώσεις σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του Ιουνίου διατήρησαν αυξημένη την πίεση της ασθένειας και κατέστησαν αναγκαία τη συνέχιση των επεμβάσεων μέχρι τα μέσα Ιουλίου.
«Δεν είχαμε μια καθαρή και εύκολη άνοιξη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μούσιας. Η προηγούμενη παρουσία της ασθένειας είχε καταστήσει τους παραγωγούς περισσότερο υποψιασμένους. Έπειτα από ένα μικρό διάλειμμα, οι πρόσφατες βροχοπτώσεις τούς κινητοποίησαν εκ νέου, με σημαντικό ποσοστό να πραγματοποιεί νέα επέμβαση. Η κάλυψη δεν έφτασε το 100%, κάτι που, όπως εξηγεί, δύσκολα συμβαίνει κατά τους θερινούς μήνες. Ωστόσο, ανταποκρίθηκε αρκετά μεγάλο μέρος των παραγωγών.