Με τη συγκομιδή των μήλων να έρχεται αυτή την περίοδο στο προσκήνιο, ο προσδιορισμός του κατάλληλου χρόνου κοπής αποτελεί μία από τις κρίσιμες αποφάσεις για την ποιότητα και τη μετέπειτα συντήρηση του καρπού.
Πρόκειται για το τελευταίο στάδιο μιας μακράς καλλιεργητικής περιόδου, κατά την οποία ο παραγωγός καλείται να διαχειριστεί σειρά παραγόντων μέχρι ο καρπός να φτάσει στην επιθυμητή ωριμότητα. Ακόμη και λίγο πριν από την κοπή, καιρικά φαινόμενα, όπως ισχυροί άνεμοι ή χαλάζι, μπορούν να επηρεάσουν την προσπάθεια που έχει προηγηθεί.
Η απόφαση για τη συγκομιδή δεν βασίζεται σε ένα μόνο χαρακτηριστικό του καρπού, αλλά στη συνεκτίμηση παραμέτρων που διαφοροποιούνται ανάλογα με την ποικιλία, την περιοχή, την εξέλιξη της χρονιάς και τον προορισμό του προϊόντος.
Από την άνθηση μέχρι τα σάκχαρα και τη συνεκτικότητα της σάρκας
Ένα πρώτο σημείο αναφοράς για την εκτίμηση του χρόνου συγκομιδής είναι η ημερομηνία άνθησης και ο αριθμός των ημερών που μεσολαβούν μέχρι την ωρίμανση. Η διάρκεια αυτή δεν παραμένει απαραίτητα ίδια κάθε χρόνο, καθώς επηρεάζεται από τις καιρικές συνθήκες κατά την ανάπτυξη του καρπού.
Όσο πλησιάζει η συγκομιδή, η εικόνα συμπληρώνεται από συγκεκριμένες μετρήσεις. Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, εξετάζονται μεταξύ άλλων τα σάκχαρα με διαθλασίμετρο, η αποδόμηση του αμύλου με τη χρήση ιωδίου, η συνεκτικότητα της σάρκας μέσω της μέτρησης της πίεσης του καρπού και ο χρωματισμός, ο οποίος αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις κόκκινες ποικιλίες.
Οι παράγοντες αυτοί αξιολογούνται συνδυαστικά, ενώ οι επιθυμητές τιμές και η βαρύτητα κάθε χαρακτηριστικού διαφοροποιούνται ανάλογα με την ποικιλία και την περιοχή. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις που μπορεί να παρακολουθεί και ο ίδιος ο παραγωγός, όπως το μέγεθος και ο χρωματισμός του καρπού και, εμπειρικά, η αίσθηση της συνεκτικότητάς του. Χρήσιμο εργαλείο μπορεί να αποτελέσει και η τήρηση ημερολογίου από χρονιά σε χρονιά. Ο κ. Μούσιας αναφέρει ενδεικτικά ότι, εάν η ανθοφορία εμφανίζεται οψιμότερη κατά περίπου επτά ημέρες, η συγκομιδή μπορεί να μετατοπιστεί κατά περίπου τέσσερις έως επτά ημέρες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Η σύγκριση αυτή λειτουργεί ως ένδειξη και όχι ως αποκλειστικό κριτήριο. Στην πράξη, ο παραγωγός συνεργάζεται με τον γεωπόνο, αλλά και με την επιχείρηση, το ψυγείο ή τον έμπορο στον οποίο πρόκειται να κατευθυνθεί το προϊόν, ώστε ο χρόνος κοπής να καθορίζεται και με βάση τις σχετικές μετρήσεις.
Άλλες απαιτήσεις για συντήρηση, άλλες για άμεση αγορά
Κρίσιμη είναι και η διάκριση μεταξύ συλλεκτικής και καταναλωτικής ωριμότητας, καθώς ο κατάλληλος χρόνος κοπής συνδέεται άμεσα με τον προορισμό του προϊόντος. Όταν τα μήλα πρόκειται να οδηγηθούν σε ψυκτικούς θαλάμους για συντήρηση, οι παράμετροι ωριμότητας πρέπει να έχουν ελεγχθεί πριν από τη συγκομιδή. Ο σωστός χρόνος συνδέεται τόσο με τη δυνατότητα συντήρησης όσο και με την ανάπτυξη των χαρακτηριστικών της κάθε ποικιλίας, όπως η γλυκύτητα, η συνεκτικότητα και τα αρώματα.
Διαφορετική μπορεί να είναι η πραγματικότητα όταν το προϊόν κατευθύνεται άμεσα στην αγορά. Σύμφωνα με τον κ. Μούσια, όταν υπάρχει εμπορική ζήτηση, μπορεί στην πράξη να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέγεθος και στον χρωματισμό του καρπού και να επιλεγεί πρωιμότερη συγκομιδή, ακόμη και πριν έχουν αναπτυχθεί στον ίδιο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά της ωρίμανσης. Αυτό μπορεί να επηρεάσει και τη γευστική εμπειρία του καταναλωτή, ενώ η εμπορική παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ένα πρωιμότερο προϊόν μπορεί να επιτύχει καλύτερη τιμή.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η πολύ πρώιμη όσο και η υπερβολικά καθυστερημένη συγκομιδή μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στην ποιότητα και στη συντηρησιμότητα. Το ζήτημα γίνεται ακόμη σημαντικότερο όταν ο καρπός πρόκειται να παραμείνει για μεγάλο διάστημα στο ψυγείο. Ένα υπερώριμο μήλο, για παράδειγμα, δεν έχει την ίδια συμπεριφορά κατά τη συντήρηση και μετά την έξοδό του από τον ψυκτικό θάλαμο.
Από τη στιγμή που οι μετρήσεις δείξουν ότι ένα αγροτεμάχιο πλησιάζει ή έχει φτάσει στο κατάλληλο στάδιο, η συγκομιδή πρέπει να οργανωθεί μέσα στο κατάλληλο χρονικό παράθυρο. Η ωρίμανση συνεχίζεται και μετά τη στιγμή της μέτρησης, γι’ αυτό η πορεία του καρπού χρειάζεται παρακολούθηση ώστε να μην ξεπεράσει το επιθυμητό στάδιο.
Προσεκτική κοπή και γρήγορα από το χωράφι στην αποθήκευση
Κατά τη συγκομιδή, βασικό ζητούμενο είναι ο προσεκτικός χειρισμός των καρπών, ώστε να περιορίζονται χτυπήματα, τραυματισμοί και απώλειες του ποδίσκου. Για τον λόγο αυτό έχει σημασία η συγκομιδή να πραγματοποιείται από προσωπικό με σχετική εμπειρία στον χειρισμό των καρπών. Σε αντίθεση με άλλες καλλιέργειες, στο μήλο δεν υπάρχει απαίτηση η συγκομιδή να γίνεται αποκλειστικά πολύ νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα. «Η συγκομιδή μπορεί να γίνει όλες τις ώρες της ημέρας», σημειώνει ο κ. Μούσιας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, όμως, αμέσως μετά την κοπή. Τα μήλα δεν πρέπει να παραμένουν για πολλές ώρες μέσα στα μέσα συλλογής και εκτεθειμένα στον ήλιο, καθώς η παρατεταμένη έκθεση μπορεί να επηρεάσει κυρίως τους καρπούς που βρίσκονται στα ανώτερα στρώματα. Για τον λόγο αυτό πρέπει να μεταφέρονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα στους χώρους αποθήκευσης και να ακολουθεί η προβλεπόμενη διαδικασία συντήρησης.
Ιδανικά, η συγκομιδή δεν ολοκληρώνεται υποχρεωτικά με ένα μόνο πέρασμα από τον μηλεώνα. Οι καρποί του ίδιου δέντρου δεν ωριμάζουν ταυτόχρονα: εκείνοι που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον ήλιο μπορούν να ωριμάσουν νωρίτερα, ενώ οι καρποί στο εσωτερικό της κόμης μπορεί να χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον κ. Μούσια, τα διαδοχικά περάσματα αποτελούν την προτιμότερη προσέγγιση, όταν οι συνθήκες επιτρέπουν την εφαρμογή τους.
Τα εργατικά χέρια επηρεάζουν και το χρονικό παράθυρο συγκομιδής
Η διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να δυσκολέψουν την εφαρμογή της ιδανικής διαδικασίας. Στο παρελθόν, όταν οι εκμεταλλεύσεις ήταν μικρότερες, μπορούσε να ολοκληρωθεί ένα πρώτο πέρασμα μέσα σε δύο-τρεις ημέρες και, έπειτα από τέσσερις-πέντε ημέρες, να ακολουθήσει η συγκομιδή των καρπών που είχαν παραμείνει στα δέντρα. Με μεγαλύτερα σήμερα κτήματα και λιγότερα διαθέσιμα εργατικά χέρια, αυτό γίνεται σαφώς δυσκολότερο.
Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με το χρονικό παράθυρο που προκύπτει από τις μετρήσεις ωριμότητας. «Μπορούμε να δώσουμε το “ΟΚ” για να γίνει η συγκομιδή, αλλά δεν γνωρίζουμε πόσα εργατικά χέρια έχει ο παραγωγός», επισημαίνει ο κ. Μούσιας, εξηγώντας ότι στην πράξη ο χρόνος που απαιτείται για να ολοκληρωθεί η εργασία δεν είναι πάντοτε εκείνος που θα ήταν ιδανικός από γεωπονικής πλευράς.
Εάν η συγκομιδή καθυστερήσει και ο καρπός ξεπεράσει το επιθυμητό στάδιο, μπορεί να επηρεαστούν η ποιότητα και η συμπεριφορά του κατά τη συντήρηση, αλλά και η εικόνα που θα παρουσιάσει αργότερα όταν βγει από το ψυγείο και κατευθυνθεί στην αγορά.