Η επιτυχία μιας καλλιέργειας πυρηνόκαρπων δεν εξαρτάται μόνο από την επιλογή ποικιλίας ή τις καλλιεργητικές φροντίδες που εφαρμόζει ο παραγωγός. Ένας από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για την παραγωγή καρπών είναι η επικονίαση και η γονιμοποίηση των ανθέων. Αν η διαδικασία αυτή δεν πραγματοποιηθεί σωστά, τα άνθη μπορεί να μαραθούν και να πέσουν ή να σχηματιστούν μικροί και υποβαθμισμένοι καρποί.
Η επικονίαση είναι η μεταφορά της γύρης από τους ανθήρες στο στίγμα του άνθους. Όταν η γύρη μεταφέρεται μεταξύ ανθέων της ίδιας ποικιλίας, μιλάμε για αυτεπικονίαση, ενώ όταν προέρχεται από διαφορετική ποικιλία του ίδιου ή συγγενούς είδους, πρόκειται για σταυρεπικονίαση. Στα περισσότερα οπωροφόρα δένδρα και ιδιαίτερα στα πυρηνόκαρπα, η επικονίαση πραγματοποιείται κυρίως με τη βοήθεια εντόμων, με τη μέλισσα να παίζει τον σημαντικότερο ρόλο.
Η διαδικασία αυτή επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Οι καιρικές συνθήκες, όπως η θερμοκρασία, η βροχή και ο άνεμος, μπορούν να περιορίσουν τη μεταφορά της γύρης αλλά και τη δραστηριότητα των εντόμων επικονιαστών. Επίσης, η χρήση εντομοκτόνων κατά την περίοδο ανθοφορίας μπορεί να μειώσει σημαντικά τον πληθυσμό των μελισσών και να επηρεάσει αρνητικά την καρπόδεση.
Ροδακινιά – Περιορισμένες απαιτήσεις αλλά όφελος από τη σταυρεπικονίαση
Στη ροδακινιά αρκεί η γονιμοποίηση περίπου 5–10% των ανθέων για να επιτευχθεί μια ικανοποιητική παραγωγή. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι αυτογόνιμες και παράγουν γύρη όταν το στίγμα των ανθέων είναι υποδεκτικό, γεγονός που σημαίνει ότι συνήθως δεν εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα επικονίασης.
Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι ακόμη και στις αυτογόνιμες ποικιλίες η σταυρεπικονίαση μπορεί να αυξήσει την παραγωγή. Υπάρχουν επίσης ορισμένες ποικιλίες που χαρακτηρίζονται ως αυτόστειρες, επειδή η γύρη τους παρουσιάζει χαμηλή βλαστική ικανότητα και δεν μπορεί να γονιμοποιήσει αποτελεσματικά τα άνθη. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται συγκαλλιέργεια με άλλες συμβατές ποικιλίες που ανθίζουν την ίδια περίοδο. Οι μέλισσες αποτελούν τον βασικό επικονιαστή της ροδακινιάς και συνήθως μία κυψέλη για κάθε τέσσερα στρέμματα οπωρώνα θεωρείται επαρκής για την επικονίαση των ανθέων.
Βερικοκιά – Αυτογόνιμες ποικιλίες αλλά ανάγκη παρουσίας επικονιαστών
Για να επιτευχθεί ικανοποιητική παραγωγή στη βερικοκιά, πρέπει να γονιμοποιηθεί περίπου το 15–25% των ανθέων. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι αυτογόνιμες, γεγονός που μειώνει τα προβλήματα επικονίασης.
Παρόλα αυτά, η παρουσία επικονιαστών παραμένει απαραίτητη. Η γύρη της βερικοκιάς είναι σχετικά βαριά και κολλώδης και δεν μεταφέρεται εύκολα χωρίς τη βοήθεια εντόμων. Για τον λόγο αυτό οι μέλισσες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μία κυψέλη μελισσών για κάθε τέσσερα στρέμματα καλλιέργειας θεωρείται αρκετή για να εξασφαλιστεί η επιθυμητή επικονίαση.
Κερασιά και βυσσινιά – Μεγαλύτερες απαιτήσεις σε σταυρεπικονίαση
Η κερασιά παρουσιάζει από τα σημαντικότερα προβλήματα επικονίασης μεταξύ των πυρηνόκαρπων. Για να επιτευχθεί ικανοποιητική παραγωγή απαιτείται να γονιμοποιηθεί περίπου το 25–60% των ανθέων. Οι περισσότερες ποικιλίες κερασιάς είναι αυτόστειρες και χρειάζονται τη γύρη από άλλες συμβατές ποικιλίες για να καρποφορήσουν. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις ποικιλιών που δεν είναι συμβατές μεταξύ τους, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική τη σωστή επιλογή ποικιλιών κατά την εγκατάσταση ενός οπωρώνα.
Η διάταξη των ποικιλιών μέσα στον οπωρώνα επηρεάζει επίσης την αποτελεσματικότητα της επικονίασης. Συχνά χρησιμοποιείται εναλλαγή γραμμών της κύριας ποικιλίας με γραμμές γυρεοδότριας ποικιλίας, ώστε να διευκολύνεται η μεταφορά γύρης μεταξύ των δένδρων. Οι μέλισσες αποτελούν τον βασικό επικονιαστή και συνήθως απαιτούνται μία έως δύο κυψέλες για κάθε τέσσερα στρέμματα καλλιέργειας.
Δαμασκηνιά – Διαφορετικές απαιτήσεις ανάλογα με το είδος
Στη δαμασκηνιά το ποσοστό ανθέων που πρέπει να γονιμοποιηθεί για ικανοποιητική παραγωγή κυμαίνεται μεταξύ 15 και 30%. Το φαινόμενο της ασυμβατότητας εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, καθώς υπάρχουν ποικιλίες πλήρως αυτογόνιμες, μερικώς αυτογόνιμες αλλά και απόλυτα αυτόστειρες.
Οι ποικιλίες της ευρωπαϊκής δαμασκηνιάς μπορεί να είναι αυτογόνιμες ή να απαιτούν σταυρεπικονίαση, ενώ οι ποικιλίες της ιαπωνικής δαμασκηνιάς συχνά χρειάζονται συμβατές ποικιλίες για να εξασφαλιστεί η καρπόδεση. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή ποικιλιών που ανθίζουν την ίδια περίοδο αποτελεί βασική προϋπόθεση για επιτυχημένη επικονίαση. Οι κύριοι επικονιαστές είναι οι μέλισσες και σε μικρότερο βαθμό ορισμένα δίπτερα έντομα. Συνήθως μία κυψέλη μελισσών ανά τέσσερα στρέμματα οπωρώνα είναι αρκετή για την επικονίαση των ανθέων.
Αμυγδαλιά – Έντονη εξάρτηση από τη σταυρεπικονίαση
Η αμυγδαλιά παρουσιάζει από τις υψηλότερες απαιτήσεις σε επικονίαση. Για να εξασφαλιστεί ικανοποιητική παραγωγή πρέπει να γονιμοποιηθεί περίπου το 50% των ανθέων. Οι περισσότερες ποικιλίες είναι αυτόστειρες και απαιτούν τη γύρη άλλων συμβατών ποικιλιών. Για τον λόγο αυτό η συγκαλλιέργεια δύο ή περισσότερων ποικιλιών που ανθίζουν την ίδια περίοδο αποτελεί βασική πρακτική στους αμυγδαλεώνες.
Επιπλέον, η αμυγδαλιά ανθίζει πολύ νωρίς, όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές και η δραστηριότητα των μελισσών περιορισμένη. Για να αυξηθούν οι πιθανότητες επικονίασης απαιτείται μεγαλύτερη παρουσία μελισσών σε σχέση με άλλα πυρηνόκαρπα. Συνήθως τοποθετούνται δύο έως τέσσερις κυψέλες ανά τέσσερα στρέμματα καλλιέργειας.
Τι πρέπει να προσέχουν οι παραγωγοί
Κατά την εγκατάσταση ενός οπωρώνα είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επιλέγονται ποικιλίες που συνανθίζουν και είναι συμβατές μεταξύ τους ως προς την επικονίαση, ώστε να εξασφαλίζεται η σωστή γονιμοποίηση των ανθέων. Η σωστή επικονίαση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παραγωγή ποιοτικών καρπών στα πυρηνόκαρπα. Ακόμη και σε ποικιλίες που θεωρούνται αυτογόνιμες, η σταυρεπικονίαση συχνά συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγής. Για τον λόγο αυτό η σωστή οργάνωση του οπωρώνα, η επιλογή συμβατών ποικιλιών και η παρουσία επαρκών επικονιαστών αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη σταθερή και ποιοτική παραγωγή καρπών.
Πηγή: Γεωργία - Κτηνοτροφία, τεύχος 2/2008, «Οι ανάγκες σε επικονίαση των πυρηνοκάρπων δένδρων». Ι. Παπαδάκης, Δ. Κανελάκης, Σ. Λιονάκης, Θ. Σωτηρόπουλος, Ι. Θεριός, Δ. Στυλιανίδης, σελ. 24–30