Η εγκατάσταση μιας νέας φυτείας νεκταρινιάς αποτελεί στρατηγική απόφαση με πολυετή ορίζοντα. Πρόκειται για μια επένδυση υψηλών απαιτήσεων, καθώς η αγορά του νεκταρινιού είναι ιδιαίτερα αυστηρή ως προς την ποιότητα και την εμφάνιση του καρπού.
Όπως επισημαίνουν στον ΑγροΤύπο οι γεωπόνοι του Α.Σ. Βελβεντού «Η Δήμητρα», κ. Θωμάς Στεργίου και κ. Αργύρης Σιλίρης, η σωστή αρχή καθορίζει όχι μόνο την παραγωγικότητα αλλά και τη μελλοντική εμπορική βιωσιμότητα του οπωρώνα.
Σχεδιασμός νέας φυτείας: από το χωράφι έως την αγορά
Η εγκατάσταση μιας νέας φυτείας ξεκινά από τον συνολικό σχεδιασμό. Όπως αναφέρουν οι γεωπόνοι του Συνεταιρισμού Βελβεντού «Η Δήμητρα», το πρώτο βήμα είναι η διενέργεια εδαφολογικής ανάλυσης, η οποία δίνει κρίσιμες πληροφορίες για το pH, τη μηχανική σύσταση, τα θρεπτικά στοιχεία, την παρουσία ανθρακικού ασβεστίου και τα επίπεδα σιδήρου. Τα δεδομένα αυτά καθορίζουν τόσο την επιλογή υποκειμένου όσο και τη μελλοντική θρεπτική διαχείριση.
Εξίσου σημαντικό είναι το ιστορικό του αγροτεμαχίου. Η προϋπάρχουσα καλλιέργεια και η πιθανή παρουσία εδαφογενών ασθενειών, όπως φυτόφθορα ή αρμιλλάρια, επηρεάζουν άμεσα την απόφαση εγκατάστασης. Στον σχεδιασμό εντάσσεται και το μικροκλίμα. Πλαγιές με καλό αερισμό διαφέρουν από χωράφια που δημιουργούν «θύλακα παγετού». Σε περιοχές με ιστορικό όψιμων παγετών προτιμώνται ποικιλίες με πιο όψιμη άνθηση, ενώ σε βαριά, νεροκρατούντα εδάφη επιλέγονται τύποι πιο ανθεκτικοί στη μονίλια. Όπως τονίζουν οι γεωπόνοι, ακόμη και τότε οι προσβολές δεν αποκλείονται, «αλλά θα είναι λιγότερες».
Ωστόσο, ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στο χωράφι. Σύμφωνα με τον κ. Σιλίρη, η επιλογή ποικιλίας ξεκινά και από την αγορά. Η νεκταρινιά απαιτεί ομοιομορφία χρώματος, μέγεθος, σκληρότητα και αντοχή στη διακίνηση, ώστε ο καρπός να ανταποκρίνεται στα εμπορικά πρότυπα. Για τον λόγο αυτό, ο παραγωγός δεν βασίζεται σε μία μόνο ποικιλία, αλλά κατανέμει την παραγωγή σε πρώιμες, μεσοπρώιμες και όψιμες επιλογές, καλύπτοντας όλη τη σεζόν.
Υποκείμενο: η κρυφή βάση της επιτυχίας
Το υποκείμενο αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα «χτιστεί» ο οπωρώνας. Στην πράξη, το GF677 παραμένει το πιο διαδεδομένο, λόγω της παραγωγικότητας και της προσαρμοστικότητάς του. Όπως αναφέρουν οι γεωπόνοι, πρόκειται για υποκείμενο με υψηλή ζωηρότητα, «πολύ λαιμαργό», που απαιτεί σωστή διαχείριση. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ιστορικό αρμιλλάριας, ο κ. Στεργίου επισημαίνει ότι το GF677 είναι ευαίσθητο και μπορεί να εξεταστεί η επιλογή του Mirared, το οποίο έχει δείξει σχετική ανθεκτικότητα, αν και χαρακτηρίζεται από μικρότερη ζωηρότητα. Παράλληλα, σε γραμμικά συστήματα φύτευσης χρησιμοποιούνται υποκείμενα όπως Cadaman ή η σειρά Rootpac, με διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη ζωηρότητα και τις ανάγκες. Σε εδάφη με υψηλό ανθρακικό ασβέστιο, παρατηρείται συχνά έλλειψη σιδήρου. Το GF677 έχει δείξει καλύτερη προσαρμοστικότητα σε τέτοιες συνθήκες, ωστόσο απαιτείται σωστή θρεπτική διαχείριση.
Προετοιμασία εδάφους: το στάδιο που συχνά υποτιμάται
Σε χωράφια όπου υπήρχαν προηγουμένως δενδρώδεις καλλιέργειες, απαιτείται απομάκρυνση των ριζών ώστε να περιοριστούν προβλήματα στη νέα εγκατάσταση. Στη συνέχεια ακολουθεί κατεργασία του εδάφους, είτε με άροτρο είτε με ρίπερ. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Στεργίου, επειδή πρόκειται να φυτευτούν δέντρα και στόχος είναι το γόνιμο χώμα –από τα 0 έως περίπου 20 εκατοστά– να παραμείνει στην επιφάνεια, «προτιμάται το ρίπερ». Έτσι εξασφαλίζεται καλύτερη δομή εδάφους και πιο ομαλή εγκατάσταση του ριζικού συστήματος. Έπειτα, ακολουθεί ελαφρύτερη κατεργασία με καλλιεργητή ελαφρού τύπου ή με φρέζα, ώστε να ψιλοχωματιστεί το έδαφος, να διευκολυνθεί η φύτευση, να θρυμματιστούν ζιζάνια και να σπάσουν ρίζες που έχουν απομείνει
Η διαδικασία φύτευσης
Η φύτευση ξεκινά με το άνοιγμα των λάκκων, συνήθως με αρίδα, σε βάθος 20–50 εκατοστών, ανάλογα με το ριζικό σύστημα. Μέσα στον λάκκο μπορεί να προστεθούν εδαφοβελτιωτικά και οργανικά σκευάσματα, όπως χουμικά και φουλβικά οξέα ή ατταπουλγίτης. Επιπλέον, «προτείνεται η χρήση σκευασμάτων με ωφέλιμους οργανισμούς, όπως Trichoderma, ώστε το ριζικό σύστημα να γίνει πιο ανθεκτικό σε εδαφογενείς ασθένειες», όπως αναφέρουν οι γεωπόνοι του συνεταιρισμού. Το φυτό τοποθετείται προσεκτικά, ο λάκκος γεμίζεται με το ίδιο έδαφος και εξασφαλίζεται επαρκής υγρασία. Αν οι καιρικές συνθήκες είναι ξηρές, ακολουθεί πότισμα. Το αρδευτικό δίκτυο τοποθετείται συνήθως μέσα στους πρώτους δύο μήνες από τη φύτευση.
Παράλληλα με τη διαδικασία εγκατάστασης, ο παραγωγός καλείται να έχει ήδη αποφασίσει το σύστημα διαμόρφωσης του οπωρώνα, καθώς οι αποστάσεις και η αρχική διάταξη των δέντρων καθορίζονται από την επιλογή αυτή. Η επιλογή συστήματος φύτευσης εξαρτάται από τη ζωηρότητα του υποκειμένου, το μικροκλίμα και τον βαθμό μηχανοποίησης της εκμετάλλευσης. Στο κύπελλο, οι αποστάσεις κυμαίνονται συνήθως από 4×4 έως 4×3,5 μέτρα, ενώ στα γραμμικά συστήματα –μονόκλωνο, δίκλωνο ή παλμέτα– οι αποστάσεις επί της γραμμής μειώνονται, με διάδρομο 3,5–4,5 μέτρα, ανάλογα με το τελικό ύψος του δέντρου. Όπως επισημαίνεται απο τον κ. Στεργίου, η πιο πυκνή φύτευση μπορεί να δώσει αυξημένες αποδόσεις στα πρώτα χρόνια. Ωστόσο, μετά το 6ο–7ο έτος ενδέχεται να προκύψουν προβλήματα αερισμού και ηλιοφάνειας λόγω επικάλυψης κλάδων, κάτι που στη νεκταρινιά συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση μυκητολογικών προσβολών.