Η κερασιά αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δενδροκομικές καλλιέργειες, με υψηλή εμπορική αξία και ιδιαίτερη σημασία για πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Παρά τη σωστή λίπανση και τη φυτοπροστασία των δέντρων, οι αποδόσεις των οπωρώνων συχνά παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις. Ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη σταθερότητα της παραγωγής είναι η επιτυχία της επικονίασης και της γονιμοποίησης των ανθέων.
Η διαδικασία αυτή συνδέεται άμεσα με τη δραστηριότητα των επικονιαστικών εντόμων, κυρίως των μελισσών, καθώς και με περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της γύρης και την ανάπτυξη των καρπών.
Η γονιμοποίηση των ανθέων και η σημασία της συμβατότητας των ποικιλιών
Για να επιτευχθούν υψηλές αποδόσεις στην κερασιά, καθοριστική προϋπόθεση αποτελεί η επιτυχής γονιμοποίηση των ανθέων. Οι ποικιλίες κερασιάς διαφοροποιούνται ως προς τον τρόπο επικονίασής τους και διακρίνονται σε αυτογόνιμες, μερικώς αυτογόνιμες και πλήρως αυτοστείρες. Η γενετική σύσταση κάθε ποικιλίας καθορίζει αν μπορεί να γονιμοποιηθεί από τη γύρη μιας άλλης ποικιλίας. Όταν δύο ποικιλίες διαθέτουν τα ίδια γονιδιακά χαρακτηριστικά συμβατότητας, τότε η επικονίαση μεταξύ τους δεν είναι δυνατή, ακόμη κι αν ανθίζουν την ίδια χρονική περίοδο.
Τα άνθη της κερασιάς διαθέτουν τόσο αρσενικά όσο και θηλυκά μέρη και θεωρούνται τέλεια άνθη. Ο αριθμός των στημόνων και η παραγωγή γύρης εξαρτώνται από την ποικιλία και το υποκείμενο, ενώ η ποσότητα και η βιωσιμότητα των γυρεόκοκκων επηρεάζονται επίσης από τις κλιματικές συνθήκες.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την καρπόδεση
Οι καιρικές συνθήκες κατά την περίοδο της ανθοφορίας επηρεάζουν σημαντικά την επιτυχία της επικονίασης. Υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να μειώσουν τον αριθμό των γυρεοσωλήνων που αναπτύσσονται στον στύλο του άνθους και να επιταχύνουν τον εκφυλισμό των ωοθηκών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, θερμοκρασίες μεταξύ 27 και 30 °C έχουν συσχετιστεί με περιορισμό της δεκτικότητας του στίγματος και μείωση της περιόδου κατά την οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικά η επικονίαση. Οι συνθήκες αυτές αυξάνουν την πιθανότητα ακαρπίας και οδηγούν σε μειωμένη παραγωγή.
Η φυσιολογία της καρπόπτωσης
Η πτώση των καρπών στην κερασιά παρατηρείται συνήθως σε τρία κύματα. Το πρώτο εμφανίζεται περίπου δύο έως δυόμισι εβδομάδες μετά την ανθοφορία, το δεύτερο περίπου μία εβδομάδα αργότερα και το τρίτο περίπου τρεις εβδομάδες μετά το δεύτερο. Η διαδικασία αυτή συνδέεται με φυσιολογικούς μηχανισμούς του φυτού, αλλά μπορεί να ενταθεί όταν η επικονίαση δεν είναι επιτυχής ή όταν η γύρη δεν διαθέτει την απαιτούμενη ποιότητα.
Κατά τα πρώτα στάδια ανάπτυξης των καρπών, υπάρχει στενή αλληλεπίδραση μεταξύ του αναπτυσσόμενου καρπού και του πυρήνα. Φυτικές ορμόνες, όπως οι αυξίνες και οι γιββερελλίνες, που παράγονται σε αυτούς τους ιστούς, συμμετέχουν στον συγχρονισμό της ανάπτυξης των δομών του καρπού. Όταν η επικοινωνία αυτή διαταραχθεί, ενεργοποιείται η διαδικασία της καρπόπτωσης, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε σημαντική απώλεια παραγωγής.
Οι μέλισσες ως βασικοί επικονιαστές της κερασιάς
Η συμβολή των μελισσών στην επικονίαση της κερασιάς είναι καθοριστική. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα δέντρα που δεν είχαν πρόσβαση σε έντομα παρουσίασαν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά καρπόδεσης και παραγωγής. Συγκεκριμένα, σε πειραματικές συνθήκες όπου τα άνθη απομονώθηκαν από τα έντομα, το ποσοστό καρπόδεσης περιορίστηκε περίπου στο 2%, ενώ σε δέντρα που επικονιάστηκαν με τη βοήθεια εντόμων το ποσοστό έφτασε σχεδόν το 36%. Αντίστοιχα μεγάλες διαφορές παρατηρήθηκαν και στην παραγωγή ανά δέντρο. Σε οπωρώνες όπου τοποθετήθηκαν κυψέλες, το μεγαλύτερο ποσοστό των εντόμων που επισκέπτονταν τα άνθη ήταν κοινές μέλισσες, γεγονός που επιβεβαιώνει τον κεντρικό τους ρόλο στην επικονίαση της καλλιέργειας.
Ο ρόλος των άγριων επικονιαστών
Πέρα από τις κοινές μέλισσες, σημαντική συμβολή στην επικονίαση έχουν και άγρια έντομα, όπως οι βομβίνοι. Η παρουσία ποικιλίας άγριων επικονιαστών σε ημιφυσικά περιβάλλοντα γύρω από τους οπωρώνες μπορεί να ενισχύσει την καρπόδεση και να συμβάλει στη σταθερότητα της παραγωγής. Ορισμένα είδη άγριων μελισσών είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά, καθώς ακόμη και μία μόνο επίσκεψη στο άνθος μπορεί να οδηγήσει σε υψηλά ποσοστά επικονίασης. Η παρουσία διαφορετικών επικονιαστικών εντόμων λειτουργεί συμπληρωματικά με τη δραστηριότητα των κοινών μελισσών και ενισχύει συνολικά τη διαδικασία της γονιμοποίησης.
Πρακτικές για την ενίσχυση της επικονίασης στους κερασεώνες
Για την αποτελεσματική επικονίαση στους εμπορικούς οπωρώνες κερασιάς, προτείνεται η τοποθέτηση δύο έως πέντε κυψελών ανά δέκα στρέμματα. Σε περιπτώσεις όπου τα μελίσσια διαθέτουν μικρούς πληθυσμούς, μπορεί να χρειαστεί μεγαλύτερος αριθμός κυψελών. Η εγκατάσταση των κυψελών συνιστάται να γίνεται αμέσως μετά το άνοιγμα των πρώτων ανθέων, ώστε να διασφαλιστεί η παρουσία επικονιαστών καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθοφορίας. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και κατά τη χρήση γεωργικών φαρμάκων. Οι εφαρμογές θα πρέπει να αποφεύγονται τις ώρες που οι μέλισσες επισκέπτονται τα άνθη, ενώ είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται σκευάσματα χωρίς μελισσοτοξική δράση.
Μια καλλιεργητική παράμετρος που επηρεάζει άμεσα την παραγωγή
Η επικονίαση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες, αλλά συχνά υποτιμημένες παραμέτρους στη διαχείριση των οπωρώνων κερασιάς. Η παρουσία επαρκούς αριθμού επικονιαστών, η σωστή επιλογή συμβατών ποικιλιών και οι κατάλληλες καλλιεργητικές πρακτικές μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της καρπόδεσης και της παραγωγής. Για τον παραγωγό, η κατανόηση του ρόλου των επικονιαστικών εντόμων και η προστασία τους αποτελούν βασικό στοιχείο μιας αποδοτικής και βιώσιμης καλλιέργειας κερασιάς.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 2002|23. «Μεγάλη η σπουδαιότητα της επικονίασης με μέλισσες και της προστασίας των άγριων επικονιαστών». Σ. Μαρνασίδης, Κ. Καζαντζής, Ε. Βερικούκη & Π. Ξαφάκος, σελ. 40–43.