Η περίοδος πριν την άνθηση αποτελεί κρίσιμο στάδιο για τη ροδακινιά, καθώς τότε διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις της νέας παραγωγής. Το κλάδεμα είναι η βασική παρέμβαση αυτής της φάσης. Το κλάδεμα στη ροδακινιά δεν είναι μια τυπική, μηχανική εργασία. Είναι από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις στη διαχείριση του οπωρώνα, γιατί καθορίζει την ισορροπία βλάστησης και παραγωγής, το φορτίο που θα σηκώσει το δέντρο και τελικά την ποιότητα και την ευκολία διαχείρισης της καλλιέργειας.
Με βάση την εμπειρία του ΑΣΕΠΟΠ Βελβεντού στην Κοζάνη και όσα μας ανέφεραν οι γεωπόνοι του συνεταιρισμού κ. Θωμάς Στεργίου και κ. Αργύρης Σιλίρης, το κλάδεμα στη ροδακινιά απαιτεί γνώση της ποικιλίας, σωστό χρονισμό και σαφή παραγωγικό στόχο.
Προκλάδεμα: Προαιρετικό αλλά καθοριστικό
Το προκλάδεμα αποτελεί την πρώτη παρέμβαση μετά τη συγκομιδή και λειτουργεί ως προετοιμασία για το βασικό χειμερινό κλάδεμα καρποφορίας. «Με το που τελειώσουν οι συγκομιδές», επισημαίνει ο κ. Στεργίου – στην περιοχή μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου και λίγο Οκτώβριο για ορισμένες ποικιλίες – μπορεί να ξεκινήσει το προκλάδεμα. Αυτό πραγματοποιείται συνήθως μέσα στον Νοέμβριο, πριν από την πτώση των φύλλων, όταν αυτά είναι ακόμη τρυφερά. Η παρέμβαση αυτή δεν είναι υποχρεωτική. Ο γεωπόνος τη χαρακτηρίζει «προαιρετική». Ωστόσο σπεύδει να τονίσει ότι «το καλύτερο είναι να γίνει», γιατί διευκολύνει ουσιαστικά τη συνέχεια.
Σε αυτή τη φάση αφαιρούνται κυρίως οι λαίμαργοι – οι χοντροί, όρθιοι και ιδιαίτερα ζωηροί βλαστοί της ίδιας χρονιάς που δεν είναι καρποφόροι. Παράλληλα κόβονται βλαστάρια που δεν χρειάζονται, ώστε να διατηρηθεί το σχήμα του δέντρου και να μη σπαταλάται ενέργεια σε άχρηστη βλάστηση. Όπως εξηγεί ο ίδιος, το προκλάδεμα «δίνει τη δύναμη στα ανθοφόρα μάτια». Αντί η ενέργεια να κατευθύνεται στους ζωηρούς βλαστούς, διοχετεύεται στους δευτερεύοντες ανθοφόρους οφθαλμούς που θα δώσουν τα ροδάκινα της επόμενης χρονιάς. Έτσι επιτυγχάνονται «πιο δυνατά μάτια» και καλύτερα δεμένη ανθοφορία.
Επιπλέον, όταν εφαρμοστεί σωστά, «έχεις κάνει το 60% της δουλειάς από τον Νοέμβριο», σημειώνει χαρακτηριστικά. Το χειμερινό κλάδεμα που ακολουθεί γίνεται σαφώς πιο ξεκούραστο και περιορίζεται σε πιο στοχευμένες επεμβάσεις. Η ίδια περίοδος ενδείκνυται και για τη ρύθμιση του ύψους. Αν τα δέντρα έχουν ξεφύγει, είναι κατάλληλη στιγμή να χαμηλώσουν, ώστε να διευκολυνθούν οι καλλιεργητικές εργασίες και η συγκομιδή.
Το χειμερινό κλάδεμα: Ισορροπία, ρύθμιση φορτίου και σωστή θέση των «μανών»
Το βασικό κλάδεμα καρποφορίας ξεκινά από τον Δεκέμβριο και μπορεί να φτάσει μέχρι λίγο πριν την άνθηση. «Ο Φεβρουάριος είναι γενικά ο μήνας του κλαδέματος», επισημαίνει ο κ. Σιλίρης, ειδικά για ροδακινιά και νεκταρινιά. Μέσα στον Ιανουάριο ο καιρός είναι συχνά άστατος, με αυξημένη υγρασία, ενώ – όπως διευκρινίζει – δεν πρέπει να γίνεται κλάδεμα με υγρό καιρό. Όταν έχει προηγηθεί προκλάδεμα, το χειμερινό στάδιο περιορίζεται κυρίως σε «μικροεπεμβάσεις», σε πιο στοχευμένες κοπές. Αν όμως δεν έχει γίνει η πρώτη παρέμβαση, τότε το κλάδεμα είναι σαφώς βαρύτερο και απαιτεί περισσότερη δουλειά.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη φάση έχουν οι «μάνες» – οι καρποφόρες βέργες που φέρουν τους οφθαλμούς και θα δώσουν τον καρπό. Όπως τονίζει ο γεωπόνος, οι μάνες πρέπει να διατηρούνται όσο πιο κοντά γίνεται στον κεντρικό βραχίονα. Συνήθως κρατιέται το πρώτο βλαστάρι, αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στον κορμό. Δεν επιδιώκεται υπερβολικό μήκος και πολύ ξύλο, καθώς αυτό δυσκολεύει τόσο τη συγκομιδή όσο και το αραίωμα.
Το κλάδεμα, σύμφωνα με τον ίδιο, συνδέεται άμεσα με το φορτίο που θα σηκώσει το δέντρο. «Το κλάδεμα πριν το αραίωμα καθορίζει το πόσο αραίωμα θα κάνεις μετά», αναφέρει χαρακτηριστικά. Αν σε μια ποικιλία που δένει καλά αφήσουμε υπερβολικά πολλά μάτια, το δέντρο «ζορίζεται» και η πίεση μεταφέρεται στην επόμενη φάση της καλλιεργητικής διαχείρισης. Στο επίκεντρο παραμένει η ισορροπία βλάστησης και παραγωγής, που – όπως επισημαίνει ο κ. Στεργίου – αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο του σωστού κλαδέματος.
Η γνώση της ποικιλίας καθορίζει το κλάδεμα
Το πιο κρίσιμο σημείο, όπως υπογραμμίζει ο κ. Σιλίρης, είναι η γνώση της ποικιλίας. «Πρέπει να ξέρεις τι ποικιλία κλαδεύεις», τονίζει. Κάθε ποικιλία έχει διαφορετικό αριθμό και συμπεριφορά ανθοφόρων οφθαλμών. Υπάρχουν ποικιλίες που «δένουν» σταθερά – δηλαδή από 100 άνθη μπορεί να κρατήσουν 30 καρπούς – και άλλες που από 100 άνθη μπορεί να κρατήσουν 5. Σε αυτές τις τελευταίες, χρειάζεται να διατηρηθούν περισσότερες μάνες για να αυξηθούν οι πιθανότητες παραγωγής.
Ο κ. Στεργίου αναφέρει ενδεικτικά τις ποικιλίες Kay-Sweet και Rosa D-West, οι οποίες έχουν λιγότερους ανθοφόρους οφθαλμούς και αφήνονται πιο πίσω στο κλάδεμα, ώστε στο φούσκωμα του οφθαλμού να φανεί καλύτερα πού υπάρχουν ανθοφόρα μάτια. Αντίθετα, σε ποικιλίες που στατιστικά κρατούν πολλά ροδάκινα, εφαρμόζεται πιο αυστηρό κλάδεμα για να αποφευχθεί υπερφόρτωση και υπερβολικό αραίωμα. «Αν δεν ξέρεις την ποικιλία, όλα τα άλλα είναι λίγα», επισημαίνει. Δεν μπορεί κάποιος να κλαδεύει χωρίς να γνωρίζει τι ποικιλία έχει μπροστά του, καθώς – όπως επισημαίνει ο κ. Στεργίου – αυτό αποτελεί το πιο συνηθισμένο και κρίσιμο λάθος στο κλάδεμα της ροδακινιάς.
Πρακτικά ζητήματα: Σχήμα, υγιεινή και διαχείριση μετά το κλάδεμα
Στην περιοχή του Βελβεντού κυριαρχεί το ελεύθερο κύπελλο, ενώ τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται και γραμμικά συστήματα, όπως παλμέτα και μονόκλωνο. Στο κύπελλο, όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, «πρέπει να διατηρείται ελεύθερος ο διάδρομος διέλευσης του τρακτέρ», ώστε να μην εξέχουν κλαδιά που μπορεί να σπάσουν κατά τις καλλιεργητικές εργασίες.
Μετά την ολοκλήρωση του κλαδέματος και πριν την άνθηση, «στο σύστημα του κυπέλλου εφαρμόζεται δέσιμο» περιμετρικά με νάιλον ή ημισκοινί, για την ενίσχυση των βραχιόνων. Όπως εξηγεί, όταν το δέντρο φορτώνεται, υπάρχει κίνδυνος να ανοίξουν ή να σπάσουν οι βραχίονες, είτε από το βάρος του καρπού είτε από δυνατό άνεμο.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην απολύμανση των εργαλείων. Τα ψαλίδια πρέπει να απολυμαίνονται με οινόπνευμα, ιδανικά στο τέλος κάθε ημέρας, ώστε να αποφεύγεται η μετάδοση ιώσεων και ασθενειών της ροδακινιάς. Αν κάποιο δέντρο εμφανίζει ύποπτα συμπτώματα, καλό είναι να κλαδεύεται τελευταίο, ώστε να μην υπάρξει διασπορά.
Μετά το κλάδεμα ακολουθεί χαλκούχος ψεκασμός για κάλυψη των πληγών και αποφυγή εισόδου κάποιου παθογόνου στο δένδρο. Όσον αφορά τα υπολείμματα, συνήθως θρυμματίζονται γραμμικά με καταστροφέα και ενσωματώνονται στο έδαφος, συμβάλλοντας και στον εμπλουτισμό με οργανική ουσία όπως μας αναφερει χαρακτηριστικά ο κ. Στεργίου. Ωστόσο, σε περιπτώσεις έντονης προσβολής από μύκητες, όπως μονίλια, προτιμάται η απομάκρυνση των κλαδιών από τον οπωρώνα.