Το πράσινο σκουλήκι αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εχθρούς της βαμβακοκαλλιέργειας, γι' αυτό και η παρακολούθησή του είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Ωστόσο, η παρουσία ενηλίκων στις παγίδες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει αντίστοιχη προσβολή στο χωράφι, ενώ η απόφαση για επέμβαση πρέπει να βασίζεται στον επιτόπιο έλεγχο της καλλιέργειας και στην τήρηση των ορίων επέμβασης.
Με αφορμή την περίοδο παρακολούθησης του εντόμου στις βαμβακοκαλλιέργειες, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον γεωπόνο της ΔΑΟΚ Δράμας, κ. Κωνσταντίνο Σίμογλου, προκειμένου να αναδείξει τα σημεία στα οποία πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή οι παραγωγοί κατά τον έλεγχο της καλλιέργειας, πότε απαιτείται πραγματικά επέμβαση και ποια λάθη θα πρέπει να αποφεύγονται στη διαχείριση του πράσινου σκουληκιού
Ήπια μέχρι σήμερα η παρουσία του εντόμου – Με καθυστέρηση εξελίσσονται οι πτήσεις
Σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, μέχρι στιγμής η εικόνα που καταγράφεται στην περιοχή είναι ιδιαίτερα ήπια, ενώ δεν έχουν εντοπιστεί προσβολές στις βαμβακοκαλλιέργειες. «Μέχρι στιγμής η εικόνα θα έλεγα ότι είναι πολύ ήπια από πλευράς παρουσίας του πράσινου σκουληκιού και, όταν λέμε παρουσία, εννοούμε πτήσεις και όχι προσβολές. Προσβολές δεν έχουν εντοπιστεί καθόλου», επισημαίνει.
Όπως εξηγεί, αυτή την περίοδο καταγράφεται στο βαμβάκι η πρώτη πτήση, η οποία αντιστοιχεί στην πρώτη γενιά του εντόμου που εκδηλώνεται στην καλλιέργεια. Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για μια γενιά που δεν απασχολεί ιδιαίτερα, ειδικά σε χρονιές όπως η φετινή, κατά την οποία η παρουσία της στην περιοχή δεν έχει γίνει αισθητή.
Παράλληλα, οι μέχρι τώρα παρατηρήσεις δείχνουν ότι η εξέλιξη των πτήσεων παρουσιάζει χρονική μετατόπιση. Η διαχειμάζουσα γενιά, η πτήση της οποίας υπό φυσιολογικές συνθήκες καταγράφεται περίπου στα μέσα Μαΐου, φέτος εμφανίστηκε στις αρχές Ιουνίου.
Ως συνέπεια αυτής της καθυστέρησης, η πρώτη γενιά που καταγράφεται σήμερα στο βαμβάκι ξεκίνησε περίπου την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου, δηλαδή, σύμφωνα με την εκτίμηση του κ. Σίμογλου, περίπου 7-10 ημέρες αργότερα από την αναμενόμενη ημερομηνία.
Με βάση τη συγκεκριμένη χρονική μετατόπιση και τους σχετικούς υπολογισμούς, ο ίδιος εκτιμά ότι και η επόμενη, δεύτερη πτήση στο βαμβάκι θα εμφανιστεί αντίστοιχα αργότερα.
Η δεύτερη πτήση καταγράφεται συνήθως από τα τέλη Ιουλίου έως τις αρχές Αυγούστου. Φέτος, ωστόσο, αναμένεται πιθανότατα μετά τις 30 Ιουλίου. Η εμφάνισή της θα μπορούσε να επισπευσθεί σε περίπτωση πολύ ισχυρού καύσωνα, ενδεχόμενο το οποίο ο κ. Σίμογλου δεν θεωρεί, με τα σημερινά δεδομένα, ιδιαίτερα πιθανό.
Προσβολές σε χτένια, άνθη και κάψες – Τα σημάδια που πρέπει να αναζητά ο παραγωγός
Το πράσινο σκουλήκι προκαλεί βλάβες στα παραγωγικά όργανα του βαμβακιού, προσβάλλοντας τα χτένια, τα άνθη και, στη συνέχεια, τις κάψες ή καρύδια και επηρεάζοντας έτσι την αναπαραγωγική φάση του φυτού. Οι ενδείξεις της προσβολής είναι συνήθως εμφανείς και μπορούν να αναγνωριστούν κατά τον επιτόπιο έλεγχο της καλλιέργειας. Ο παραγωγός μπορεί να εντοπίσει φαγωμένα χτένια και άνθη, οπές στις κάψες ή ακόμη και την ίδια την προνύμφη τη στιγμή που προσβάλλει το φυτό.
Επιπλέον, γύρω από την οπή εισόδου στην κάψα μπορεί να παρατηρηθούν περιττώματα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προνύμφες μεγαλύτερης ηλικίας. Τα συγκεκριμένα σημάδια, όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, είναι ευδιάκριτα και αποτελούν ένδειξη της παρουσίας και της δραστηριότητας της προνύμφης.
Ανάλογα με την ένταση της προσβολής, μπορεί να προκληθεί πτώση χτενιών και καταστροφή καψών ή καρυδιών. Όταν η προνύμφη εισέλθει στο εσωτερικό μιας κάψας, η συγκεκριμένη κάψα δεν εξελίσσεται κανονικά. Οι επιπτώσεις στον τελικό αριθμό των καρυδιών εξαρτώνται, ωστόσο, τόσο από τη γενιά του εντόμου κατά την οποία εκδηλώνεται η προσβολή όσο και από το επίπεδο της προσβολής.
Στην πρώτη γενιά, στην οποία βρίσκεται αυτή την περίοδο η καλλιέργεια, το βαμβάκι εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη και σε διαρκή ανθοφορία, σχηματίζοντας νέα χτένια. Κατά συνέπεια, το φυτό διαθέτει ακόμη τη δυνατότητα να αναπληρώσει χτένια τα οποία ενδεχομένως θα προσβληθούν.
Για τον λόγο αυτό, το επίπεδο ανεκτής πυκνότητας είναι υψηλότερο κατά την πρώτη γενιά. Αντίθετα, στην επόμενη γενιά, όταν η καλλιέργεια θα βρίσκεται σε πιο προχωρημένο στάδιο και η δυνατότητα αναπλήρωσης θα είναι περιορισμένη, το όριο επέμβασης γίνεται χαμηλότερο και αυστηρότερο.
Οι παγίδες καταγράφουν τις πτήσεις, όχι την προσβολή
Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με τον γεωπόνο της ΔΑΟΚ Δράμας, να μη συγχέονται οι συλλήψεις ενηλίκων στις παγίδες με την πραγματική προσβολή της καλλιέργειας. «Μπορεί να έχουμε πολύ υψηλές συλλήψεις στις παγίδες και να μην εντοπίζεται καθόλου προσβολή. Δεν έχει τεκμηριωθεί τέτοια συσχέτιση», τονίζει.
Οι παγίδες παρέχουν πληροφορίες για την παρουσία και την εξέλιξη των πτήσεων των ενηλίκων, αλλά ο αριθμός των συλλήψεων δεν δείχνει πόσο έντονη θα είναι τελικά η προσβολή στο χωράφι.
Για τον λόγο αυτό, η απόφαση για καταπολέμηση του εχθρού δεν πρέπει να λαμβάνεται με βάση τις συλλήψεις στις παγίδες, αλλά έπειτα από επιτόπιο έλεγχο της καλλιέργειας και καταμέτρηση νεαρών ζωντανών προνυμφών.
Για την πρώτη γενιά, ο κ. Σίμογλου αναφέρει επίπεδο ανεκτής πυκνότητας 6-7 νεαρών προνυμφών ανά 100 φυτά. Για την επόμενη γενιά, κατά την οποία το φυτό θα έχει μικρότερη δυνατότητα αναπλήρωσης των προσβεβλημένων παραγωγικών οργάνων, το όριο είναι χαμηλότερο και αντιστοιχεί σε 4 νεαρές προνύμφες ανά 100 φυτά.
Μόνο όταν η παρουσία των προνυμφών υπερβεί το αντίστοιχο όριο μπορεί να τεθεί ζήτημα επέμβασης για την καταπολέμηση του πράσινου σκουληκιού. Εφόσον η καταμέτρηση βρίσκεται κάτω από το όριο, δεν έχει φθάσει ακόμη η κατάλληλη χρονική στιγμή για επέμβαση. Μια εφαρμογή σε αυτή τη φάση δεν είναι συμφέρουσα ούτε πρακτικά ούτε οικονομικά και δεν αναμένεται να δώσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Πιο πρακτικά, αντί να προχωρά κάθε φορά σε καταμέτρηση 100 φυτών, ο παραγωγός μπορεί, σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, να αναζητά ενδεικτικά μία νεαρή προνύμφη ανά 1,5 μέτρο γραμμής.
Ο συγκεκριμένος έλεγχος πρέπει, ωστόσο, να πραγματοποιείται δειγματοληπτικά σε διαφορετικά σημεία του αγρού. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο παραγωγός να εντοπίσει μία προνύμφη στα πρώτα 1,5 μέτρα αμέσως μόλις εισέλθει στο χωράφι και να συμπεράνει ότι έχει ξεπεραστεί το όριο. Απαιτείται αντιπροσωπευτική εικόνα από περισσότερα σημεία της καλλιέργειας.
Όχι ψεκασμοί κατά συνήθεια – Καθοριστική η σωστή χρονική στιγμή
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο κ. Σίμογλου στην αποφυγή ψεκασμών που πραγματοποιούνται αυτοματοποιημένα ή κατά συνήθεια, χωρίς να έχει προηγηθεί καταμέτρηση των προνυμφών και επιβεβαίωση ότι η επέμβαση απαιτείται πραγματικά στο συγκεκριμένο αγροτεμάχιο.
Η εμπειρία των τελευταίων 15 ετών έχει δείξει, όπως αναφέρει, ότι όταν ακολουθείται η διαδικασία παρακολούθησης, πραγματοποιούνται οι αναγκαίες μετρήσεις και εκτιμήσεις και διαπιστώνεται ότι πράγματι χρειάζεται επέμβαση, μία σωστή και στοχευμένη εφαρμογή είναι συνήθως επαρκής και δεν απαιτείται δεύτερος ψεκασμός.
Αντίθετα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πραγματοποιούνται άστοχοι και πρόωροι ψεκασμοί, πριν από την έναρξη των εκκολάψεων της νέας γενιάς, συχνά προκύπτει ανάγκη δεύτερης εφαρμογής. Λίγες ημέρες μετά τον αρχικό ψεκασμό ξεκινούν οι εκκολάψεις και ο παραγωγός παρατηρεί την εμφάνιση νέων προνυμφών. Έτσι, μπορεί να θεωρήσει ότι η πρώτη επέμβαση δεν ήταν αποτελεσματική και να προχωρήσει σε δεύτερο ψεκασμό.
Στην πραγματικότητα, όμως, η πρώτη εφαρμογή ήταν εξαρχής άκαιρη και αναποτελεσματική, επειδή κατά τον χρόνο πραγματοποίησής της ο εχθρός δεν είχε ακόμη εμφανιστεί με τη μορφή των νεαρών προνυμφών που αποτελούν τον στόχο της επέμβασης.
Αποφυγή της οψίμισης και της υπερβολικής βλαστικής ανάπτυξης
Πέρα από την παρακολούθηση του εχθρού και τη σωστή χρονική τοποθέτηση των επεμβάσεων, ιδιαίτερη σημασία έχει και η συνολική καλλιεργητική διαχείριση του βαμβακιού. Στόχος των ενεργειών του παραγωγού πρέπει να είναι η αποφυγή της οψίμισης της καλλιέργειας, καθώς τα όψιμα, τρυφερά φυτά με έντονη βλαστική ανάπτυξη όχι μόνο ευνοούν την ανάπτυξη του πράσινου σκουληκιού, αλλά είναι και ιδιαίτερα ελκυστικά για την ωοτοκία του εντόμου.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται προσοχή στη λίπανση και, όπου κρίνεται αναγκαίο, στην εφαρμογή ρυθμιστών ανάπτυξης, ώστε το φυτό να διατηρείται σε ισορροπημένη κατάσταση και να μη διοχετεύει υπερβολικά την ανάπτυξή του προς τη βλάστηση.
Η συγκεκριμένη διαχείριση, όπως επισημαίνει ο κ. Σίμογλου, εφαρμόζεται ούτως ή άλλως από τους παραγωγούς προκειμένου να δοθεί έμφαση στον σχηματισμό και στην ανάπτυξη των καρυδιών και των καψών.
Αντίστοιχη προσοχή απαιτείται και στην άρδευση. Η υπερβολική παροχή νερού μπορεί να ενισχύσει την έντονη βλαστική ανάπτυξη του φυτού, ακόμη και σε βάρος της καρπόδεσης, δημιουργώντας παράλληλα συνθήκες που ευνοούν περισσότερο την παρουσία του πράσινου σκουληκιού.
Κατά συνέπεια, η προστασία της καλλιέργειας δεν βασίζεται σε μηχανικές ή προληπτικές επεμβάσεις, αλλά στον συστηματικό έλεγχο του αγρού, στην τήρηση των ορίων επέμβασης, στη σωστή χρονική στιγμή της εφαρμογής και στην ισορροπημένη διαχείριση της λίπανσης, της ανάπτυξης και της άρδευσης.